Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο τα υψηλά επιτόκια και το ακριβό κόστος δανεισμού να μην αποτελούν μια προσωρινή παρένθεση. Το νέο sell off στις αγορές ομολόγων οδηγεί τις αποδόσεις σε πολυετή υψηλά, αυξάνοντας τον λογαριασμό για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου έχει φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, ενώ το 10ετές της Ιαπωνίας παραμένει πάνω από το 3%. Στις ΗΠΑ, οι αποδόσεις του 10ετούς κρατικού ομολόγου άγγιξαν τα υψηλότερα επίπεδά τους από τον Νοέμβριο του 2023 ενώ οι αποδόσεις των βρετανικών τίτλων κινήθηκαν σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί μετά το 2008.
H αναταραχή τροφοδοτείται από έναν συνδυασμό παραγόντων: τις αυξημένες εκδόσεις κρατικών ομολόγων, το πετρελαϊκό σοκ που επανέφερε τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και τις προσδοκίες ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν υψηλά τα επιτόκια για αρκετό καιρό.
Οι κινήσεις αυτές μπορεί να σηματοδοτούν κάτι περισσότερο από ακόμη ένα επεισόδιο μεταβλητότητας. Ο Ρόμπιν Μπρουκς, ανώτερος ερευνητής στο Brookings Institution, μιλώντας στο CNBC, διατύπωσε την εκτίμηση ότι πρόκειται μια μεσοπρόθεσμη τάσης που μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Περιθώριο περαιτέρω ανόδου των αποδόσεων διαβλέπει και η Νατάλια Λογιέφσκι, διευθύνουσα σύμβουλος της CIFC Asset Management, καθώς η μεγάλη άνοδος των ομολογιακών εκδόσεων συμπίπτει με την αναζωπύρωση των πληθωριστικών κινδύνων.
Κράτη: Αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους
Τα κράτη δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Πολλές χώρες έχουν υψηλό δημόσιο χρέος και καθώς παλαιότερες εκδόσεις λήγουν, η αναχρηματοδότησή του με υψηλότερα επιτόκια αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης. Η επιβάρυνση δεν εμφανίζεται αμέσως στο σύνολό της αλλά συσσωρεύεται όσο ένα μεγαλύτερο τμήμα του χρέους ανανεώνεται με δυσμενέστερους όρους.
Περισσότερο ευάλωτες θεωρούνται οι χώρες που με μεγάλα δημόσια ελλείμματα, υψηλό χρέος και εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση. Ο Μασαχίκο Λου, ανώτερος αναλυτής σταθερού εισοδήματος της State Street Investment Management, ξεχωρίζει τη Γαλλία μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, επικαλούμενος τη δημοσιονομική διολίσθηση, την περιορισμένη πολιτική διάθεση για εξυγίανση και την εκλογική αβεβαιότητα.
Στις αναδυόμενες αγορές, ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν οι οικονομίες με τα δίδυμα ελλείμματα, δημοσιονομικό και έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Η άνοδος των διεθνών αποδόσεων αυξάνει τόσο το κόστος δανεισμού αλλά και τον κίνδυνο πρόσβασης σε κεφάλαια. Όπως επισημαίνει ο Λου, όταν χρέος, ελλείμματα και εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες συμπίπτουν, οι αγορές γίνονται πολύ λιγότερο ανεκτικές.
Τα κράτη μπορούν να επιχειρήσουν να συγκρατήσουν τις αποδόσεις μέσω επαναγοράς ομολόγων ή αλλάζοντας τον όγκο και τη διάρκεια των νέων εκδόσεων. Αυτές οι παρεμβάσεις, ωστόσο, δεν θεραπεύουν την ανισορροπία ανάμεσα στις υψηλές δανειακές ανάγκες και στη ζήτηση των επενδυτών. Η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις τόσο πιο δύσκολη γίνεται η μακροπρόθεσμη δημοσιονομική προοπτική πολλών κρατών.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιαπωνίας. Το δημόσιο χρέος της υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ, κι αυτό την καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητη στην άνοδο του κόστους δανεισμού. Για το 2026, η εξυπηρέτηση του χρέους εκτιμάται ότι θα απορροφήσει περισσότερο από το 25% των κρατικών δαπανών.
Επιχειρήσεις, νοικοκυριά και αγορές υπό πίεση
Η άνοδος του κόστους του χρήματος επηρεάζει άμεσα επίσης τις επιχειρήσεις. Όσες έχουν ανάγκη να αναχρηματοδοτήσουν μεγάλο όγκο υποχρεώσεων ή να αντλήσουν κεφάλαια για επενδύσεις θα πληρώσουν υψηλότερους τόκους. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι εταιρείες με ασθενέστερους ισολογισμούς, υψηλή μόχλευση ή δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.
Οι μικρές εισηγμένες επιχειρήσεις έχουν συνήθως μεγαλύτερο μέρος του χρέους τους με κυμαινόμενο επιτόκιο συγκριτικά με τους μεγάλους ομίλους, σύμφωνα με τον Τόμας Μπράουν, διαχειριστή χαρτοφυλακίου στην Keeley Teton Advisors. Αυτό σημαίνει ότι οι χρηματοοικονομικές δαπάνες τους αυξάνονται ταχύτερα όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν.
Σημαντικούς κινδύνους επίσης διατρέχουν οι επενδύσεις στα εμπορικά ακίνητα, οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε επενδυτικά κεφάλαια και οι εταιρείες λογισμικού χαμηλότερης πιστοληπτικής ποιότητας. Πολλά από αυτά τα επιχειρηματικά μοντέλα αναπτύχθηκαν με την παραδοχή ότι η χρηματοδότηση θα παραμείνει άφθονη και φθηνή.
Μία πρόσθετη παράμετρος είναι η επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι τεχνολογικές εταιρείες εκδίδουν μεγάλους όγκους ομολόγων για να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή των data centers τους και ανταγωνίζονται τις κυβερνήσεις και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις για τα διαθέσιμα κεφάλαια των επενδυτών.
Κατά τον Λάρι Χόλζενταλερ, ανώτερο διαχειριστή χαρτοφυλακίου στην Catalyst Funds, οι εκδότες αυτού του τύπου ομολόγων είναι σχετικά λιγότερο ευαίσθητοι στην αύξηση του κόστους του χρήματος και για αυτό το λόγο η δική τους ζήτηση ανεβάζει τις αποδόσεις.
Οι πιέσεις στα νοικοκυριά
Στα νοικοκυριά, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων περνά ευθέως στα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, καθώς και στη χρηματοδότηση αγοράς αυτοκινήτου. Η επιβάρυνση, όμως, δεν κατανέμεται ισότιμα. Οι καταναλωτές με χαμηλότερα εισοδήματα που διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους για δόσεις και βασικά αγαθά πιέζονται περισσότερο.
Αντίθετα, τα πλουσιότερα νοικοκυριά αντέχουν ευκολότερα την άνοδο του κόστους του χρήματος και μπορούν παράλληλα να επωφεληθούν από τις καλύτερες αποδόσεις των αποταμιεύσεων.
Οι συνέπειες φαίνονται σταδιακά, καθώς λήγουν δάνεια σταθερού επιτοκίου και οι δανειολήπτες αναγκάζονται να τα αναχρηματοδοτήσουν. Αν η πίεση περιορίσει την κατανάλωση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, οι επιπτώσεις διαχέονται θα μπορούσαν να διαχυθούν στην ευρύτερη οικονομία.
Οι μετοχές
Οι μετοχές έχουν μέχρι στιγμής επιδείξει ανθεκτικότητα, χάρη στα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα και στις προσδοκίες για αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της εκρηκτικής ανάπτυξης της ΑΙ. Ωστόσο, η άνοδος των αποδόσεων καθιστά τα κρατικά ομόλογα ως περιουσιακά στοιχεία σταθερού εισοδήματος πιο ελκυστικά από τις μετοχές. Παράλληλα, μειώνουν τη σημερινή αξία που αποδίδουν οι επενδυτές στα μελλοντικά εταιρικά κέρδη, πλήττοντας κυρίως τις μετοχές των οποίων οι αποτιμήσεις βασίζονται σε προσδοκίες μακροχρόνιας ανάπτυξης.
Ποιοι κερδίζουν
Υπάρχουν, πάντως, και κάποιοι λίγοι κερδισμένοι: οι επενδυτές που αγοράζουν νέα ομόλογα με υψηλότερες αποδόσεις.
Τα υψηλότερα έσοδα από τόκους λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι σε μια πιθανή περαιτέρω πτώση των τιμών, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών αποδόσεων των προηγούμενων ετών.
Σύμφωνα με υπολογισμούς της Deutsche Bank, οι αποδόσεις του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου μπορεί να αυξηθεί σε 5,5% μέσα στον επόμενο χρόνο προτού η κεφαλαιακή ζημία από την πτώση των τιμών των ομολόγων υπερκαλύψει τα έσοδα από το τοκομερίδιο που λαμβάνουν οι επενδυτές. τόκους. Σε ορίζοντα δύο ετών, οι αποδόσεις θα πρέπει να ανέλθουν σε περίπου 6,4% για να καταστούν αρνητικές οι συνολικές αποδόσεις.
