Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία: Eξετάζει σκληρότερη στάση απέναντι στην Κίνα

Η σκληρός ανταγωνισμός από τους Κινέζους κατασκευαστές αλλάζει τη στάση του ισχυρού γερμανικού κλάδου, εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει και την κυβερνητική πολιτική

Εργαζόμενος σε γραμμή παραγωγής αυτοκινητοβιομηχανίας © EPA/XINHUA / Guo Xulei

Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία εξετάζει το ενδεχόμενο να υιοθετήσει σκληρότερη εμπορική γραμμή απέναντι στην Κίνα, καθώς η αυξανόμενη παρουσία κινεζικών κατασκευαστών στην ευρωπαϊκή αγορά εντείνει την πίεση στους εγχώριους ομίλους.

Και δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλοι κατασκευαστές, όπως η Mercedes, συναντούν πλέον «τοίχο» στις εξαγωγές τους προς την Κίνα: Καλύτερα και φθηνότερα κινεζικά οχήματα νέας τεχνολογίας.

Ο Σύνδεσμος Γερμανικής Αυτοκινητοβιομηχανίας (VDA), ο οποίος επί χρόνια αντιτασσόταν στην επιβολή πρόσθετων εμπορικών περιορισμών (πχ. δασμών) κατά του Πεκίνου, επιβεβαίωσε ότι επανεξετάζει τη μέχρι τώρα θέση του.

«Παρακολουθούμε τις εξελίξεις και αναλύουμε, με βάση αριθμούς, δεδομένα και γεγονότα, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις, κατά πόσο απαιτούνται προσαρμογές στις θέσεις μας», δήλωσε εκπρόσωπος του VDA στη Handelsblatt.

Η διατύπωση σηματοδοτεί πιθανή αλλαγή στάσης ενός κλάδου που μέχρι σήμερα προειδοποιούσε ότι η κλιμάκωση των εμπορικών μέτρων κατά της Κίνας θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο και να πλήξει χειρότερα τις γερμανικές επιχειρήσεις.

Ο γερμανικός Σύνδεσμος VDA εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ του «ελεύθερου και δίκαιου εμπορίου», όμως πλέον καλεί και την Κίνα να αναλάβει δράση και να δείξει υπευθυνότητα.

Όπως επισημαίνει, το Πεκίνο θα πρέπει να καταθέσει εποικοδομητικές προτάσεις προς την Ευρώπη και να σταματήσει γρήγορα πρακτικές που προκαλούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.

Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει τεράστια σημασία για τη Γερμανία

Η μετατόπιση έχει ιδιαίτερη σημασία για τη γερμανική κυβέρνηση, καθώς ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας αποτελούσε μέχρι σήμερα έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το Βερολίνο αντιμετώπιζε με επιφυλακτικότητα μια αυστηρότερη εμπορική πολιτική έναντι της Κίνας.

Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες συνεχίζουν να ζητούν καλύτερες συνθήκες για την παραγωγή και τις επενδύσεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, η αυξανόμενη ανταγωνιστική πίεση από την Κίνα φαίνεται να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν πλέον το ενδεχόμενο εμπορικών μέτρων.

Εάν ο VDA μετακινηθεί τελικά σε πιο σκληρή θέση, η αλλαγή θα μπορούσε να διευκολύνει την κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και της υπουργού Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε να προωθήσει μια πιο αυστηρή ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στο Πεκίνο.

Ποιά είναι τα μέτρα που προτείνονται

Η συζήτηση στην Ευρώπη εστιάζει γενικότερα στα εξελιγμένα νέα κινεζικά αυτοκίνητα. Η ΕΕ έχει επιβάλει πρόσθετους δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, ενώ εξετάζει αντίστοιχα μέτρα και για τα plug-in υβριδικά.

Υπάρχει επίσης ένα πιο ενδιαφέρον μοντέλο από τους απλούς δασμούς: να συνδεθεί η πρόσβαση των κινεζικών κατασκευαστών στην ευρωπαϊκή αγορά με την παραγωγή και τη δημιουργία αξίας μέσα στην Ευρώπη.

Ήδη στη Γερμανία έχει διατυπωθεί η ιδέα ότι υψηλότεροι δασμοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για συνεργασίες κινεζικών εταιρειών με ευρωπαϊκούς ομίλους, ώστε μέρος της παραγωγής να μεταφερθεί στην Ευρώπη.

Αυτό ταιριάζει και με τη γενικότερη στροφή Βερολίνου–Παρισιού. Οι δύο κυβερνήσεις έχουν πλέον συμφωνήσει να εξετάσουν ισχυρότερα εμπορικά μέτρα προστασίας απέναντι στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών διασφάλισης για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Οι Γερμανοί στην ουσία εξετάζουν μια σκληρότερη αλλά και συνεργατική κατά το δυνατόν γραμμή, που μπορεί να περιλαμβάνει στήριξη ευρωπαϊκών μέτρων κατά των κινεζικών εισαγωγών, αυστηρότερους όρους για την πρόσβαση στην αγορά και πίεση προς το Πεκίνο να περιορίσει πρακτικές που θεωρούνται στρεβλωτικές.

Και υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο στοιχείο που κάνει την αλλαγή πιο κατανοητή: το γερμανικό εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα έφτασε τα 55 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ οι γερμανικές εξαγωγές προς την Κίνα μειώθηκαν περισσότερο από 12% και οι εισαγωγές από την Κίνα αυξήθηκαν 8,9%.