Γιατί όλο και περισσότεροι άνδρες εγκαταλείπουν την εργασία τους σύμφωνα με τους ειδικούς

Οι οικονομολόγοι εντόπισαν τον λόγο που πολλοί άνδρες, ειδικά νεαρής ηλικίας, απομακρύνονται από το εργατικό δυναμικό

Άνδρας χωρίς δουλειά © Pexels

Για μεγάλο διάστημα η συζήτηση γύρω από τις αιτίες που όλο και περισσότεροι άνδρες μένουν εκτός αγοράς εργασίας περιοριζόταν σε εύκολες εξηγήσεις όπως η έλλειψη διάθεσης, οι κακές επιλογές, ή με το αφοριστικό μια γενιά που «δεν θέλει να δουλέψει».

Όμως τα νεότερα οικονομικά στοιχεία αποτυπώνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Πίσω από την απομάκρυνση πολλών ανδρών από το εργατικό δυναμικό δεν βρίσκεται μόνο η ανεργία, αλλά ένας συνδυασμός παραγόντων όπως οι χαμηλοί και στάσιμοι μισθοί, το κόστος στέγασης και μια αγορά εργασίας που προσφέρει πλέον λιγότερες πραγματικές διεξόδους, ειδικά σε όσους δεν έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο.

Η αλλαγή αυτή καταγράφεται και σε ένα φαινομενικά διαφορετικό, αλλά βαθιά συνδεδεμένο φαινόμενο και που αφορά τον αριθμό-ρεκόρ νέων ενηλίκων που εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους. Για παράδειγμα, σύμφωνα με ανάλυση του Realtor.com, το 2025 περίπου 25,2 εκατομμύρια Αμερικανοί κάτω των 35 ετών ζούσαν στο πατρικό τους. Πρόκειται για σχεδόν έναν στους τρεις νέους ενήλικες, ποσοστό που πλησιάζει το χαρακτηριστικό υψηλό της πανδημίας.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι εκτός εργασίας. Αντιθέτως, περίπου 7 στους 10 νέους ηλικίας 25 έως 34 ετών που ζουν με τους γονείς τους εργάζονται. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η απουσία δουλειάς. Είναι ότι η δουλειά δεν αρκεί πλέον για να στηρίξει μια ζωή με αυτονομία και ανεξαρτησία.

Όταν ο μισθός δεν επαρκεί

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι για πολλούς άνδρες, ιδιαίτερα χωρίς πτυχίο, η σχέση κόστους και ανταμοιβής έχει αλλάξει. Οι αμοιβές σε αρκετές παραδοσιακά «ανδρικές» δουλειές δεν έχουν ακολουθήσει την αύξηση των ενοικίων, των δόσεων στεγαστικών δανείων και των βασικών εξόδων. Όταν ένας μισθός δεν μπορεί να καλύψει ένα διαμέρισμα, λογαριασμούς και μετακινήσεις, η εργασία χάνει μέρος της πρακτικής της αξίας ως μονοπάτι προς την αυτονομία.

Στις ΗΠΑ, η μέση ζητούμενη τιμή κατοικίας κινείται γύρω στα 430.000 δολάρια, αυξημένη κατά περισσότερο από 34% σε σχέση με το 2019. Το μέσο ζητούμενο ενοίκιο βρίσκεται περίπου στα 1.673 δολάρια, σχεδόν 18% πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα. Παράλληλα, η αγορά κατοικίας αντιμετωπίζει έλλειμμα περίπου 4 εκατομμυρίων κατοικιών, γεγονός που πιέζει ακόμη περισσότερο τους νέους που θα ήθελαν να φύγουν από το πατρικό.

Έτσι, η παραμονή στο σπίτι των γονιών δεν είναι πάντα ένδειξη αδράνειας. Για αρκετούς γίνεται ένας τρόπος άμυνας απέναντι σε μια οικονομία όπου η ανεξάρτητη ζωή έχει γίνει δυσανάλογα ακριβή.

Οι προσλήψεις «παγώνουν» και οι νέοι μένουν εκτός

Στο ίδιο περιβάλλον προστίθεται και η επιβράδυνση των προσλήψεων. Η Federal Reserve Bank of St. Louis περιγράφει τη σημερινή αμερικανική αγορά εργασίας ως «low-hire, low-fire», Πρακτικά αυτό σημαίνει πως οι επιχειρήσεις δεν κάνουν μαζικές απολύσεις, αλλά είναι πιο διστακτικές στις νέες προσλήψεις, κάτι που πλήττει πρώτα τους νεότερους εργαζόμενους και όσους προσπαθούν να μπουν ή να επιστρέψουν στην αγορά.

Για τους άνδρες που έχουν ήδη αδύναμη σύνδεση με την εργασία, το μήνυμα είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό. Αν οι διαθέσιμες δουλειές πληρώνουν λίγο, αν οι προοπτικές εξέλιξης είναι περιορισμένες και αν η στέγαση παραμένει απλησίαστη, τότε η συμμετοχή στην αγορά εργασίας παύει να φαίνεται ως ο πιο ενδεδειγμένος δρόμος για μια καλύτερη ζωή.

Γι’ αυτό και αρκετοί οικονομολόγοι αντιμετωπίζουν πλέον το στεγαστικό όχι μόνο ως κοινωνικό ή πολεοδομικό ζήτημα, αλλά και ως ζήτημα που αφορά δομικά την αγοράς εργασίας. Όταν η κατοικία γίνεται απρόσιτη και οι μισθοί δεν επαρκούν, η απόσταση ανάμεσα στη δουλειά και την ανεξαρτησία μεγαλώνει. Και αυτή η απόσταση εξηγεί γιατί όλο και περισσότεροι νέοι άνδρες μένουν στο περιθώριο της εργασίας ή συμμετέχουν σε αυτή με πολύ πιο αδύναμους όρους.