Σύνοδος Κορυφής ΝΑΤΟ: Τα παζάρια Τραμπ και Ερντογάν στην Άγκυρα, τι σημαίνουν για την Ελλάδα

Ο Τραμπ έχει στη βαλίτσα του κινητήρες για το KAAN και τρόπους επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35. Tι ανταλλάγματα θα ζητήσει και πως αυτό επηρεάζει την Ελλάδα

Ντόναλντ Τραμπ και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν © EPA/SEM VAN DER WAL

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα πραγματοποιηθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα, δεν αποτελεί μία ακόμη τακτική συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας.

Αντιθέτως, εξελίσσεται σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό γεγονός, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου αλλάζουν οι ισορροπίες τόσο στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ όσο και στη Μέση Ανατολή, ενώ ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο σχέσεων με την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά και η παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα, καθώς θα βρεθεί στον ίδιο χώρο με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ερντογάν, σε μια από τις πιο κρίσιμες Συνόδους των τελευταίων ετών.

Σύνοδος κορυφής του NATO στη Χάγη

Σύνοδος κορυφής του NATO στη Χάγη το 2025 © ΝΑΤΟ

Η ελληνική πλευρά παρακολουθεί στενά τις αμερικανοτουρκικές διαβουλεύσεις, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε απόφαση για την πορεία των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων, επηρεάζει άμεσα τις στρατηγικές ισορροπίες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η προσωπική συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν θα αποτελέσει το σημαντικότερο παρασκήνιο της Συνόδου. Η Άγκυρα δεν κρύβει ότι προσέρχεται με συγκεκριμένη ατζέντα και με στόχο να αποσπάσει ουσιαστικά ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον.

Aμερικανικοί κινητήρες για το ΚΑΑΝ και πρόγραμμα F-35

Στην κορυφή των τουρκικών επιδιώξεων βρίσκονται δύο ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα και την Ελλάδα: η εξασφάλιση αμερικανικών κινητήρων General Electric F110 για το νέο μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN και η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, από το οποίο αποκλείστηκε μετά την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400.

Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Το ΝΑΤΟ βρίσκεται σήμερα σε μία νέα φάση αναπροσαρμογής της στρατηγικής του. Η Συμμαχία περνά ίσως τη μεγαλύτερη εσωτερική μετάβαση μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αντικαθιστώντας κρίσιμες αμερικανικές δυνάμεις με αντίστοιχες ευρωπαϊκές στο έδαφος της Γηραιάς Ηπείρου.

Η αμερικανική προσοχή μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο προς την Κίνα και τον Ινδο-Ειρηνικό, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού βάρους και η νοτιοανατολική πτέρυγα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εξαιτίας της Μέσης Ανατολής, της ενεργειακής ασφάλειας και των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο απολύτως απαραίτητος σύμμαχος. Η φιλοξενία της Συνόδου στην Άγκυρα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής του Ερντογάν να προβάλει τη χώρα του ως τον βασικό πυλώνα ασφαλείας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Η τουρκική ηγεσία επιδιώκει να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση, τον ρόλο της στη Μαύρη Θάλασσα, τις σχέσεις που διατηρεί τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Ουκρανία, αλλά και τη συμμετοχή της στις εξελίξεις στη Συρία, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο.

Η λογική των ανταλλαγμάτων του Τραμπ

Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει ότι η Τουρκία παραμένει σημαντικός σύμμαχος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι διατεθειμένη να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα της Άγκυρας χωρίς ανταλλάγματα. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει πλέον τις διεθνείς σχέσεις με καθαρά συναλλακτική λογική.

Οι σύμμαχοι ανταμείβονται όταν εξυπηρετούν αμερικανικά συμφέροντα και πιέζονται όταν αποκλίνουν από αυτά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι διαπραγματεύσεις με τον Ερντογάν.

Οι κινητήρες για το ΚΑΑΝ

Το πρώτο μεγάλο διακύβευμα αφορά το πρόγραμμα του τουρκικού μαχητικού KAAN. Η Τουρκία παρουσιάζει το αεροσκάφος ως το μέλλον της αεροπορικής της ισχύος, όμως υπάρχει ένα κρίσιμο πρόβλημα.

Το πρωτότυπο πετά σήμερα με δύο αμερικανικούς κινητήρες General Electric F110, τους ίδιους που χρησιμοποιούν και τα F-16. Η Άγκυρα δεν διαθέτει ακόμη εγχώριο κινητήρα αντίστοιχων επιδόσεων και η ανάπτυξή του εκτιμάται ότι θα απαιτήσει αρκετά ακόμη χρόνια.

KAAN

To τουρκικό μελλοντικό μαχητικό ΚΑΑΝ έχει ήδη πετάξει αλλά απέχει πολύ ακόμα από το να θεωρείται έτοιμο να παραχθεί © Wikimedia

Αυτό σημαίνει ότι χωρίς αμερικανική έγκριση για την εξαγωγή των κινητήρων F110, το πρόγραμμα KAAN δεν μπορεί να προχωρήσει στους ρυθμούς που επιθυμεί η τουρκική αμυντική βιομηχανία. Οι κινητήρες δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη εξάρτημα, αλλά τον πυρήνα του αεροσκάφους, μέχρι να κατασκευαστεί εγχώρια λύση που θα προσφέρει ένα σημαντικό βαθμό απεξάρτησης από εισαγόμενα κρίσιμα συστήματα.

Για τον λόγο αυτό η Άγκυρα πιέζει έντονα την Ουάσιγκτον να εγκρίνει την εξαγωγή τους, θεωρώντας ότι χωρίς αυτή την άδεια κινδυνεύει να καθυστερήσει σημαντικά το εθνικό πρόγραμμα μαχητικού πέμπτης γενιάς. Άλλωστε ποντάρει και σε εξαγωγές και ήδη έχει κλείσει τους πρώτους πελάτες.

Οι ενδείξεις πριν από τη Σύνοδο είναι περισσότερο αισιόδοξες για την Τουρκία από ό,τι ήταν πριν από έναν χρόνο. Η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται πιο θετική στην προοπτική αδειοδότησης των κινητήρων, καθώς το συγκεκριμένο ζήτημα δεν συνδέεται άμεσα με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν μετά την αγορά των S-400.

Επιπλέον, η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η διατήρηση της Τουρκίας εντός του δυτικού τεχνολογικού οικοσυστήματος εξυπηρετεί καλύτερα τα στρατηγικά της συμφέροντα από μια περαιτέρω στροφή της Άγκυρας προς εναλλακτικούς προμηθευτές, όπως Ευρώπη, Ρωσία ή Κίνα.

Για την Ελλάδα, όμως, μία τέτοια εξέλιξη μόνο αδιάφορη δεν είναι. Η απόκτηση των κινητήρων δεν σημαίνει ότι το KAAN θα μπει άμεσα σε επιχειρησιακή υπηρεσία, ούτε ότι η Τουρκία θα αποκτήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα έναν αξιόπιστο στόλο μαχητικών πέμπτης γενιάς.

Ωστόσο, θα αποτελέσει ένα σημαντικό πολιτικό και τεχνολογικό βήμα που θα επιτρέψει στην τουρκική αεροπορική βιομηχανία να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάπτυξη του προγράμματος.

Το πρόγραμμα των F-35 και πιθανή επιστροφή της Τουρκίας

Αντίθετα, πολύ πιο δύσκολη αποδεικνύεται η δεύτερη τουρκική επιδίωξη: η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35. Παρά τη βελτίωση των προσωπικών σχέσεων μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν, εξακολουθεί να υπάρχει ένα θεμελιώδες εμπόδιο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί εύκολα.

f-35-raf

F-35 (σε πρώτο πλάνο) και Eurofighter Typhoon. H Toυρκία -μένοντας εκτός του προγράμματος F-35- επέλεξε το Eurofighter για να ισορροπήσει τη δύναμη των ελληνικών Rafale © RAF

Οι S-400 παραμένουν εγκατεστημένοι στην Τουρκία. Το αμερικανικό Κογκρέσο, το Πεντάγωνο και μεγάλο μέρος του αμερικανικού πολιτικού συστήματος θεωρούν ότι δεν μπορεί να συνυπάρχει στο ίδιο κράτος το πιο προηγμένο δυτικό μαχητικό αεροσκάφος με ένα ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα που θα μπορούσε να συλλέξει κρίσιμα ηλεκτρονικά δεδομένα για τις δυνατότητες του F-35.

Αυτός είναι και ο λόγος που, παρά τις κατά καιρούς διαρροές περί επανένταξης της Τουρκίας, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία επίσημη ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να ανατρέψει την απόφαση αποκλεισμού της Άγκυρας. Αντιθέτως, οι περισσότεροι Αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και αν ο Τραμπ επιθυμούσε μια τέτοια κίνηση, θα συναντούσε ισχυρές αντιδράσεις τόσο στο Κογκρέσο όσο και στους θεσμούς ασφαλείας των ΗΠΑ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο ηγέτες δεν θα επιχειρήσουν έναν πολιτικό συμβιβασμό. Το πιθανότερο σενάριο είναι να αναζητηθούν ενδιάμεσες λύσεις, όπως η περαιτέρω ενίσχυση και αναβάθμιση του στόλου των τουρκικών F-16, η επιτάχυνση της προμήθειας ανταλλακτικών και οπλικών συστημάτων, αλλά και η θετική αντιμετώπιση του ζητήματος των αμερικανικών κινητήρων για το KAAN.

Με αυτόν τον τρόπο ο Ερντογάν θα μπορούσε να εμφανίσει μία σημαντική επιτυχία στο εσωτερικό της χώρας του, χωρίς η Ουάσιγκτον να χρειαστεί να λάβει τη δύσκολη πολιτική απόφαση της επιστροφής στα F-35.

Οι συνέπειες για την Ελλάδα και τι ανταλλάγματα θα ζητήσει ο Τραμπ από τον Ερντογάν

Η πραγματική σημασία της συνάντησης Τραμπ – Ερντογάν, ωστόσο, ξεπερνά κατά πολύ τα εξοπλιστικά προγράμματα. Στην Άγκυρα θα επιχειρηθεί να επανακαθοριστεί συνολικά ο ρόλος της Τουρκίας μέσα στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας του ΝΑΤΟ.

Η Συμμαχία επί Τραμπ εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να περιορίσουν σταδιακά το βάρος που αναλαμβάνουν για την άμυνα της Ευρώπης, μεταφέροντας μεγαλύτερες ευθύνες στους Ευρωπαίους συμμάχους τους, ώστε η Ουάσιγκτον να επικεντρωθεί στον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό.

Μέσα σε αυτό το νέο δόγμα, η Τουρκία προσπαθεί να αποδείξει ότι αποτελεί τον βασικό πυλώνα ασφαλείας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ο απαραίτητος ενδιάμεσος μεταξύ Δύσης, Μέσης Ανατολής και Μαύρης Θάλασσας.

Η Άγκυρα διαθέτει αναμφισβήτητα σημαντικά πλεονεκτήματα. Ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, διατηρεί τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια ισχυρή αμυντική βιομηχανία και διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο.

Αυτή η δυνατότητα ισορροπίας μεταξύ αντιμαχόμενων πλευρών αποτελεί για τον Ερντογάν σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στον Τραμπ.

Υπόβαθρο δυσπιστίας Συμμάχων έναντι της Τουρκίας

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας έναντι αρκετών συμμάχων της. Η αγορά των S-400, οι στενές οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία, οι διαφωνίες με την Ουάσιγκτον για τη Συρία και οι κατά καιρούς συγκρούσεις με ευρωπαϊκές χώρες δημιουργούν ένα υπόβαθρο δυσπιστίας, που δύσκολα εξαφανίζεται με μία μόνο συνάντηση κορυφής. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε και την κλιμακούμενη ένταση μεταξύ Τουρκίας με το Ισραήλ.

Παρά τη στενή προσωπική σχέση των δύο ηγετών, η έντονα αντιισραηλινή ρητορική του Τούρκου προέδρου και η φιλοδοξία της Άγκυρας να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου δημιουργούν σοβαρές επιφυλάξεις στην Ουάσιγκτον.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να θεωρεί το Ισραήλ τον βασικό στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και δύσκολα θα προχωρήσει σε κινήσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν αυτή την ισορροπία. Αυτό εξηγεί γιατί η πιθανή έγκριση των κινητήρων F110 θεωρείται πολιτικά πολύ πιο εύκολη από μια επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Για τον λόγο αυτό, η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει τη Σύνοδο σε μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία. Μια πιθανή αμερικανική έγκριση για τους κινητήρες F110 θα μπορούσε να παρουσιαστεί από τον Ερντογάν ως απόδειξη ότι οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον επανέρχονται σε τροχιά ομαλοποίησης.

Θα ήταν επίσης ένα ισχυρό μήνυμα προς την τουρκική κοινή γνώμη ότι η αμυντική βιομηχανία της χώρας συνεχίζει να εξελίσσεται παρά τις δυτικές κυρώσεις των προηγούμενων ετών.

Το μεγάλο ερώτημα είναι ποιά ανταλλάγματα θα ζητήσει ο Τραμπ για να δώσει αυτά που θέλει ο Ερντογάν. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική υπό τη σημερινή ηγεσία βασίζεται περισσότερο από ποτέ στη λογική της συναλλαγής. Καμία παραχώρηση δεν γίνεται χωρίς αντίκρισμα.

Είναι λοιπόν πιθανό η Ουάσιγκτον να απαιτήσει από την Άγκυρα μεγαλύτερη συνεργασία σε ζητήματα της Μέσης Ανατολής, στενότερο συντονισμό στη Μαύρη Θάλασσα, περιορισμό της στρατιωτικής συνεργασίας με τη Ρωσία – ή ακόμη και συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με τη λειτουργία των S-400.

Η ενίσχυση της ελληνικής άμυνας

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα. Η Ελλάδα παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς εφησυχασμό. Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν ήδη εισέλθει σε μια περίοδο εκτεταμένου εκσυγχρονισμού, με την ένταξη των Rafale, τον εκσυγχρονισμό των F-16 σε επίπεδο Viper, την αναμενόμενη απόκτηση των F-35 και τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, που περιλαμβάνει και στενή συνεργασία με το Ισραήλ.

Η πιθανή έγκριση των κινητήρων για το KAAN δεν ανατρέπει αυτή την εικόνα. Αντίθετα, υπενθυμίζει ότι η Τουρκία διαθέτει πλέον ισχυρή αμυντική βιομηχανία, η οποία παράγει αποτελέσματα και δεν μπορεί να υποτιμάται.

Το KAAN βρίσκεται ακόμη αρκετά χρόνια μακριά από την πλήρη επιχειρησιακή του αξιοποίηση, καθώς απαιτούνται δοκιμές, πιστοποιήσεις, ανάπτυξη ηλεκτρονικών συστημάτων και, κυρίως, η ολοκλήρωση ενός αξιόπιστου εγχώριου κινητήρα. Μέχρι τότε, η ελληνική Πολεμική Αεροπορία αναμένεται να έχει ήδη εντάξει σε υπηρεσία τα πρώτα F-35, δημιουργώντας σημαντικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

Αντίθετα, μια ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα άλλαζε ουσιαστικά τα δεδομένα στο Αιγαίο. Ένα τέτοιο σενάριο, όμως, παραμένει σήμερα περισσότερο πολιτική επιδίωξη της Άγκυρας παρά ρεαλιστική προοπτική.

Το ζήτημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον Λευκό Οίκο. Απαιτείται η άρση των κυρώσεων CAATSA, η αντιμετώπιση του προβλήματος των S-400 και η υπέρβαση των αντιδράσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν στο αμερικανικό Κογκρέσο. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία που δύσκολα μπορεί να ολοκληρωθεί στο άμεσο μέλλον.

Τα πλεονεκτήματα Σούδας και Αλεξανδρούπολης

Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ορισμένα στρατηγικά πλεονεκτήματα, που ενισχύονται ακριβώς λόγω των αλλαγών που συντελούνται στο ΝΑΤΟ. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και οι υπόλοιπες στρατιωτικές υποδομές έχουν αποκτήσει αυξημένη σημασία για τις αμερικανικές και νατοϊκές επιχειρήσεις.

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο κρίσιμους και στρατηγικούς κόμβους μεταφοράς αμερικανικού και ΝΑΤΟϊκού στρατιωτικού υλικού προς την Ανατολική Ευρώπη.

Η σημασία του λιμανιού αναβαθμίστηκε κατακόρυφα στο πλαίσιο της Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, και ο ρόλος του ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Στρατιωτικά οχήματα κάθε είδους περιμένουν για να προωθηθούν προς Ανατολική Ευρώπη και Ουκρανία. © FB/Screenshot

Τα αμερικανικά οχηματαγωγά και μεταγωγικά πλοία ξεφορτώνουν τακτικά στην Αλεξανδρούπολη βαρέα οχήματα (όπως τανκς Abrams και οχήματα μάχης Bradley), ελικόπτερα, κοντέινερ και πυρομαχικά. Από εκεί, μέσω σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου, το υλικό προωθείται όχι μόνο προς Ουκρανία αλλά και προς Ρουμανία, Βουλγαρία και Πολωνία.

Η Eλλάδα επίσης αποτελεί ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμμετέχει ενεργά στις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και θεωρείται από την Ουάσιγκτον ένας ιδιαίτερα αξιόπιστος σύμμαχος.

uss-harry-s-trueman-

To αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS Harry Truman (CVN75) στο λιμάνι της Σούδας σε παλαιότερη λήψη © Χ.com

Η σημασία της Ελλάδας ως πυλώνας ασφάλειας

Η Αθήνα, από την πλευρά της, καλείται να συνεχίσει να ενισχύει τη δική της στρατηγική αξία, αναδεικνύοντας τον ρόλο της ως σταθερού πυλώνα ασφάλειας στην περιοχή.

Η Σύνοδος της Άγκυρας δύσκολα θα οδηγήσει σε θεαματικές ανακοινώσεις. Οι πραγματικές αποφάσεις συνήθως λαμβάνονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και αποτυπώνονται αργότερα στις δομές διοίκησης, στα εξοπλιστικά προγράμματα και στις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται εντός της Συμμαχίας.

Το πιθανότερο αποτέλεσμα της συνάντησης Τραμπ – Ερντογάν είναι μια σταδιακή προσπάθεια επαναπροσέγγισης των δύο χωρών. Η Τουρκία ενδέχεται να αποσπάσει επιμέρους επιτυχίες, με σημαντικότερη την προώθηση της συνεργασίας για τους κινητήρες General Electric F110 που θα επιτρέψουν στο πρόγραμμα KAAN να συνεχίσει χωρίς σοβαρές καθυστερήσεις.

Αντίθετα, η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 εξακολουθεί να παραμένει δύσκολη υπόθεση, καθώς απαιτεί πολιτικές αποφάσεις και θεσμικές αλλαγές που ξεπερνούν τις προσωπικές σχέσεις των δύο ηγετών.

Η σύνοδος κορυφής ίσως δεν ξεκαθαρίσει την εικόνα στο ΝΑΤΟ

Το ποιος θα βγει τελικά κερδισμένος από αυτό το γεωπολιτικό παζάρι δεν θα φανεί απαραίτητα στο κοινό ανακοινωθέν της Συνόδου.

Θα αποτυπωθεί στις αποφάσεις που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες, στις άδειες εξαγωγής αμερικανικής τεχνολογίας, στις νέες αμυντικές συμφωνίες και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα επιλέξει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κρίσιμους συμμάχους της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα παρακολουθεί τις εξελίξεις γνωρίζοντας ότι η στρατηγική της αξία για τις ΗΠΑ δεν προκύπτει μόνο από τις στρατιωτικές υποδομές ή τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα.

Προκύπτει και από τον ρόλο της ως αξιόπιστου εταίρου του τριγώνου ΗΠΑ – Ισραήλ – Ανατολικής Μεσογείου, σε μια περίοδο που οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας παραμένουν σύνθετες και γεμάτες αμοιβαία καχυποψία.