Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν αποτέλεσε για τις Ηνωμένες Πολιτείες την πρώτη γεύση μιας νέας εποχής πολέμου.
Παρότι ο αμερικανικός στρατός κυριάρχησε στους αιθέρες με περισσότερα από 13.000 πλήγματα, το Ιράν αντεπιτέθηκε εκτοξεύοντας πάνω από 2.200 πυραύλους και 4.400 drones εναντίον στόχων στην περιοχή.
Τουλάχιστον οκτώ αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές, πλήθος ραντάρ επλήγησαν και επτά Αμερικανοί στρατιωτικοί έχασαν τη ζωή τους. Eπίσης καταρρίφθηκαν πολλά πανάκριβα αμερικανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Το ιρανικό καθεστώς παρέμεινε στη θέση του και διατήρησε τον ασφυκτικό έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ. Οι ΗΠΑ δεν πέτυχαν τους στόχους τους, αν και υπερτερούν του Ιράν με κάθε δείκτη ισχύος.
Σε αυτή τη μεταβολή εστιάζει ο Paul Scharre, αντιπρόεδρος του CNAS (Center for a New American Security), στην ανάλυσή του «Losing the War of the Future» στο Foreign Affairs.
Drones και ΑΙ μεταμορφώνουν τον σύγχρονο πόλεμο
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η τεχνολογική υπεροχή, στην οποία στηρίχθηκε επί δεκαετίες ο αμερικανικός στρατός, φθίνει. Σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές, όταν η Ουάσιγκτον διατηρούσε μεγάλο προβάδισμα στα stealth συστήματα και στα όπλα ακριβείας, στη νέα εποχή δεν πρόκειται να αποκτήσει ανάλογο πλεονέκτημα στις τεχνολογίες που μεταμορφώνουν σήμερα τον πόλεμο, δηλαδή στα drones και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η διάχυση φθηνών μη επανδρωμένων και δυνατοτήτων τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπει σε μικρότερα κράτη και μη κρατικούς δρώντες να δρουν πάνω από το μέγεθός τους, πλήττοντας ακόμη και βάσεις στα μετόπισθεν.
Το κόστος της νέας πραγματικότητας αποτυπώνεται στα αριθμητικά δεδομένα. Ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους σε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο κατέστρεψαν ένα αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης E-3 Sentry, αξίας 300 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αεροσκάφος Βoeing E-3 Sentry (AWACS) © Wikimedia
Η απώλεια είναι βαρύτερη από το κόστος του, καθώς ο αμερικανικός στόλος E-3 έχει πλέον περιοριστεί σε μόλις 15 μονάδες και το πρόγραμμα αντικατάστασης απέχει χρόνια. Ιρανικοί πύραυλοι έπληξαν επίσης πέντε ιπτάμενα ανεφοδιαστικά KC-135 Stratotanker, καθώς και πολλά επίγεια ραντάρ.
Αλλάζουν τα οικονομικά του πολέμου
Τα drones δεν άλλαξαν μόνο τη δυναμική του πολέμου, αλλά και τα οικονομικά του. Φθηνά εναέρια και θαλάσσια μη επανδρωμένα, όπως και φθηνοί πύραυλοι, μπορούν να εξουδετερώσουν πολύ ακριβότερα μέσα.
Η Ουκρανία, με μη επανδρωμένα σκάφη-καμικάζι και αντιπλοϊκούς πυραύλους, βύθισε 13 πλοία του ρωσικού Στόλου της Μαύρης Θάλασσας μέσα σε δύο χρόνια πολέμου και προκάλεσε ζημιές σε δεκάδες ακόμη. Ένα μη επανδρωμένο σκάφος αξίας 300.000 δολαρίων μπορεί να αχρηστεύσει πολεμικό πλοίο που κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια.
Στην παραγωγή, ωστόσο, οι ΗΠΑ υστερούν. Το Ιράν αναδείχθηκε σε μεγάλο παραγωγό φθηνών drones και προμήθευσε χιλιάδες στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ η Ρωσία, βασισμένη σε ιρανικά σχέδια, παρήγαγε δεκάδες χιλιάδες ακόμη.

Iρανικής σχεδίασης/κατασκευής επιθετικό drone, τύπου Shahed-136, που χρησιμοποιεί ευρύτατα η Ρωσία κατά της Ουκρανίας © Χ.com
Η Ουκρανία κατασκευάζει τέσσερα εκατομμύρια drones τον χρόνο, τη στιγμή που ο αμερικανικός Στρατός αποκτά μόλις 50.000. Ο λόγος, σύμφωνα με τον Scharre, είναι δομικός, καθώς οι ΗΠΑ δεν κατασκευάζουν φθηνά, ούτε αντιδρούν και κλιμακώνουν γρήγορα την παραγωγή τους.
H κυριαρχία των μικρών και φθηνών drones
Επιπλέον, τα μικρά στρατιωτικά drones στηρίζονται σε τεχνολογία της ερασιτεχνικής αγοράς, την οποία ελέγχει η κινεζική DJI, και ο αμερικανικός στρατός, μη θέλοντας να εξαρτάται από τον βασικό του ανταγωνιστή, καταλήγει να αγοράζει πολύ ακριβότερα μοντέλα, που συχνά περιέχουν και πάλι κινεζικά εξαρτήματα.
Η προσαρμογή παραμένει αργή. Η πρωτοβουλία Replicator του 2023 στόχευε στην ταχεία παραγωγή χιλιάδων φθηνών αυτόνομων συστημάτων, αλλά απέδωσε μόνο εκατοντάδες.
Η σημερινή ηγεσία του Πενταγώνου δεσμεύει πάνω από 1 δισ. δολάρια για την παραγωγή 340.000 drones έως το 2027, ενώ ο Στρατός έθεσε τον ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο του ενός εκατομμυρίου drones έως το 2028. Η τεχνολογία, πάντως, δεν μένει στάσιμη.
Πολλά ουκρανικά drones διαθέτουν αυτόνομη τελική καθοδήγηση και πλοηγούνται μόνα τους αρκετές εκατοντάδες μέτρα προς τον στόχο, όταν οι παρεμβολές διακόπτουν τη ζεύξη με τον χειριστή.
Η Ουκρανία παράγει επίσης drones μεγάλου βεληνεκούς που φτάνουν έως τα 600 μίλια και πλοηγούνται χωρίς GPS, αντιπαραβάλλοντας εικόνες των καμερών τους με δορυφορικές λήψεις αποθηκευμένες εκ των προτέρων.
Ριζική αναθεώρηση της διοίκησης
Οι εξελίξεις αυτές, εξηγεί ο Scharre, θα μετατρέψουν τα σημερινά απλά drones στα αυριανά «έξυπνα σμήνη», χιλιάδες μηχανές που αντιδρούν σε πραγματικό χρόνο, κυνηγούν κινούμενους στόχους και κατακλύζουν τις άμυνες με ταυτόχρονες επιθέσεις.
Η αξιοποίησή τους απαιτεί ριζική αναθεώρηση της διοίκησης, με τους χειριστές να κατευθύνουν ολόκληρα σμήνη και τις ιεραρχικές δομές να δίνουν τη θέση τους σε πιο αποκεντρωμένες.
Παράλληλα, η αντιπυραυλική άμυνα έχει γίνει αποτελεσματική αλλά δαπανηρή. Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι χώρες του Κόλπου κατέρριψαν 1.700 ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους και drones από τα τέλη Φεβρουαρίου, όμως η σχέση κόστους ευνοεί σαφώς το Ιράν.
Η αναχαίτιση ενός drone Shahed αξίας 35.000 δολαρίων, ή κατά ορισμένες εκτιμήσεις 7.000 δολαρίων, με έναν πύραυλο Patriot αξίας 4 εκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί, όπως σημειώνει ο Scharre, μια Πύρρειο νίκη.
Oι Patriot λιγοστεύουν και είναι πανάκριβοι
Οι αμερικανικές αποθήκες έχουν εξαντληθεί, καθώς από την έναρξη του πολέμου οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν περίπου τους μισούς πυραύλους Patriot και μεταξύ 50% και 80% των αναχαιτιστικών THAAD. Εκτός από τη δυσκολία και την καθυστέρηση της παραγωγής τους είναι και πανάκριβοι.
Ως απάντηση, το Πεντάγωνο στρέφεται σε φθηνότερα αναχαιτιστικά, όπως τα Coyote της Raytheon, κόστους περίπου 125.000 δολαρίων και τα Merops των περίπου 15.000 δολαρίων.

Aντιαεροπορικό σύστημα Coyote της εταιρείας Raytheon, ειδικό για αναχαίτηση drones © Wikimedia
Στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, ο Scharre θεωρεί ότι η πραγματικότητα δεν είναι κούρσα αλλά ισοπαλία. Τα κινεζικά μοντέλα υπολείπονται των κορυφαίων αμερικανικών μόλις λίγους μήνες.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει τους κανόνες
Εταιρείες όπως η DeepSeek, η Moonshot και η MiniMax εκπαιδεύουν τα δικά τους μοντέλα με ελάχιστο κόστος, αξιοποιώντας τα αμερικανικά. Η Anthropic, η OpenAI και η Google έχουν εντοπίσει και καταγγείλει μεγάλης κλίμακας προσπάθειες εξαγωγής πληροφοριών από τα μοντέλα τους, κατά παράβαση των όρων χρήσης.
Η μέθοδος αυτή, γνωστή ως εχθρική απόσταξη (adversarial distillation), εξουδετερώνει το αμερικανικό προβάδισμα στις πιο προηγμένες δυνατότητες.
Η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται ήδη, καθώς μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι ενσωματωμένα στο σύστημα Maven Smart της Palantir, ενώ οι επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν αποτελούν, κατά πάσα πιθανότητα, την πρώτη σημαντική χρήση τους σε μάχη, για την ιεράρχηση στόχων και τη σύνθεση πακέτων πληγμάτων.
Ο πόλεμος των ημιαγωγών
Το πιο ισχυρό εργαλείο της Ουάσιγκτον για να επιβραδύνει το Πεκίνο, υποστηρίζει ο Scharre, παραμένουν οι έλεγχοι στις εξαγωγές προηγμένων τσιπ. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2026 η κυβέρνηση Τραμπ άλλαξε πορεία και ενέκρινε την πώληση του τσιπ H200 της Nvidia στην Κίνα.

Nvidia H200 gpu chip © Νvidia
Έως τον Απρίλιο του 2026 τα τσιπ δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί, παρότι το υπουργείο Εμπορίου είχε εκδώσει άδειες για περιορισμένες ποσότητες και η Nvidia είχε λάβει παραγγελίες από Κινέζους πελάτες.
Ο συγγραφέας της ανάλυσης εκτιμά ότι κάθε τσιπ που πωλείται στην Κίνα συνιστά απώλεια για την Ουάσιγκτον και εισηγείται την επαναφορά της απαγόρευσης, καθώς και τη συνεργασία με την Ιαπωνία και την Ολλανδία για αυστηρότερους περιορισμούς στον εξοπλισμό κατασκευής τσιπ. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι ποιος αναπτύσσει πρώτος μια δυνατότητα, αλλά ποιος στρατός την υιοθετεί πρώτος.
Σε μελέτη χερσαίων πολέμων από το 1956 έως το 1992, ο μελετητής Stephen Biddle διαπίστωσε ότι η χρονική απόσταση των αντιπάλων στη στρατιωτική τεχνολογία ήταν κατά μέσο όρο μικρότερη των τριών ετών.
Το Πεντάγωνο έχει ήδη τοποθετήσει μεγάλα γλωσσικά μοντέλα σε διαβαθμισμένα και μη διαβαθμισμένα δίκτυα, δίνοντας πρόσβαση σε τρία εκατομμύρια χρήστες, από τους οποίους πάνω από ένα εκατομμύριο τα έχουν ήδη χρησιμοποιήσει.
Η στρατηγική τεχνητής νοημοσύνης του Ιανουαρίου καθιέρωσε μηνιαίο «συμβούλιο άρσης εμποδίων» και όρισε ότι κάθε απόρριψη αιτήματος για δεδομένα πρέπει να αιτιολογείται εντός επτά ημερών.
Κίνδυνος η ρήξη με τον ιδιωτικό τομέα
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η ρήξη με τον ιδιωτικό τομέα. Η σχέση του Πενταγώνου με τη Silicon Valley έχει επιβαρυνθεί από τη διαμάχη με την Anthropic για τους όρους του συμβολαίου της με το υπουργείο Άμυνας.
Το Πεντάγωνο ζητούσε απεριόριστη πρόσβαση στην τεχνολογία της «για κάθε νόμιμη χρήση», ενώ η Anthropic ήθελε δικλείδες ασφαλείας έναντι της μαζικής εγχώριας παρακολούθησης και των πλήρως αυτόνομων όπλων.
Πάνω από 1.000 εργαζόμενοι σε Google και OpenAI υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή, ενώ τον Απρίλιο του 2026 περισσότεροι από 600 εργαζόμενοι της Google ζήτησαν να μη χρησιμοποιηθούν τα μοντέλα της για καμία διαβαθμισμένη εργασία. Το Πεντάγωνο χαρακτήρισε την Anthropic «κίνδυνο εφοδιαστικής αλυσίδας», κίνηση που, όπως σημειώνει ο Scharre, δεν ενισχύει τη συνεργασία.
Τέλος, ο Scharre προτείνει την αναθεώρηση των δεικτών με τους οποίους μετριέται η στρατιωτική ισχύς. Ο αριθμός των πλοίων και των αεροσκαφών ανήκει στη βιομηχανική εποχή, ενώ σήμερα μετράει η υπολογιστική ισχύς, τα δεδομένα, οι αλγόριθμοι και η πραγματική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.
Κλείνοντας, ανατρέχει στο έτος 1588, όταν ο αγγλικός στόλος συνέτριψε την ισπανική Αρμάδα επειδή είχε αξιοποιήσει καλύτερα τα κανόνια της εποχής. Ο πόλεμος συνεχίστηκε άλλα 16 χρόνια, όμως η κορύφωση της ισπανικής ναυτικής ισχύος είχε ήδη παρέλθει.
Οι ΗΠΑ, καταλήγει, μπορούν να παραμείνουν η κορυφαία στρατιωτική δύναμη αν προσαρμοστούν εγκαίρως, διαφορετικά θα επισκιαστούν από αντιπάλους πιο επίμονους και τολμηρούς στη νέα εποχή.
