Ο Τραμπ μηνύθηκε λίγες ώρες μετά την έναρξη ισχύος των νέων δασμών, ενώ ειδικοί αμφισβητούν τη νομιμότητά τους. Η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε νέους δασμούς σε εισαγόμενα προϊόντα από περισσότερες από 80 χώρες, για τις οποίες υποστήριξε ότι δεν έχουν λάβει επαρκή μέτρα για την καταπολέμηση της καταναγκαστικής εργασίας στις αλυσίδες παραγωγής τους.
Οι νέοι δασμοί, που αφορούν εμπορικούς εταίρους που αντιπροσωπεύουν περίπου το 99,4% του συνολικού εμπορίου των ΗΠΑ, επιβλήθηκαν βάσει του Άρθρου 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974 (Trade Act of 1974), διάταξης που έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από διάφορες αμερικανικές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη χρήση του νόμου από τον Τραμπ ενδέχεται να μην αντέξει στον δικαστικό έλεγχο.
Μόλις λίγες ώρες μετά την έναρξη ισχύος των νέων δασμών, δύο μικρές επιχειρήσεις κατέθεσαν αγωγή κατά του προέδρου και της κυβέρνησής του.
Οι λεγόμενοι παγκόσμιοι δασμοί της «Ημέρας Απελευθέρωσης» (Liberation Day) που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ, εξάλλου, έχουν ήδη ακυρωθεί από τα δικαστήρια, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στη βασική εμπορική στρατηγική της κυβέρνησής του.
Το Άρθρο 301 επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να επιβάλλει δασμούς όταν διαπιστώνει ότι μια ξένη χώρα εφαρμόζει αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που ζημιώνουν το αμερικανικό εμπόριο.
Η διάταξη έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στο παρελθόν, ακόμη και κατά της Κίνας κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Peter Harrell, επισκέπτη ερευνητή στο Georgetown University Law Center, ο Τραμπ χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη διάταξη με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Όπως δήλωσε στο CNBC: «Το Άρθρο 301 δεν σχεδιάστηκε ποτέ ώστε ο πρόεδρος να μπορεί να αναδιαμορφώνει συνολικά το δασμολόγιο των ΗΠΑ και να επιβάλλει μόνιμους δασμούς».
Κατά την εκτίμησή του, η νέα πολιτική «θα μπορούσε άνετα να ακυρωθεί από τα δικαστήρια».
Νέοι δασμοί και κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Την Παρασκευή ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα ξεκινήσουν άμεσα νέα έρευνα κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του ίδιου νόμου, ως αντίποινα για τα υψηλά πρόστιμα που έχει επιβάλει η ΕΕ σε αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Παράλληλα, επέβαλε δασμούς 25% στις εισαγωγές από τη Βραζιλία και απείλησε με δασμούς 50% σε ορισμένα προϊόντα από τον Καναδά.
Η πρώτη αγωγή
Η πρώτη δικαστική προσφυγή κατατέθηκε στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ (U.S. Court of International Trade). Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το Άρθρο 301 μόνο ως πρόσχημα, ενώ επιχειρεί να επαναφέρει ουσιαστικά το ίδιο παγκόσμιο καθεστώς δασμών που είχε ήδη κριθεί παράνομο από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ πριν από πέντε μήνες.
Η αγωγή επισημαίνει ότι οι νέοι δασμοί τέθηκαν σε ισχύ ακριβώς τη στιγμή που έληγαν άλλοι προσωρινοί δασμοί που είχαν επιβληθεί βάσει του Άρθρου 122 του ίδιου νόμου.
Εκείνοι οι δασμοί είχαν ανακοινωθεί αμέσως μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου, η οποία είχε ακυρώσει το προηγούμενο παγκόσμιο πρόγραμμα δασμών του Τραμπ.
Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ο νόμος που είχε χρησιμοποιήσει τότε η κυβέρνηση (IEEPA) δεν παρείχε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση για την επιβολή τόσο εκτεταμένων δασμών.
Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, οι νέοι δασμοί παρουσιάζονται ως μέτρο κατά της καταναγκαστικής εργασίας, αλλά στην πραγματικότητα «έχουν σχεδιαστεί ώστε να διατηρήσουν ουσιαστικά το ίδιο ευρύ καθεστώς δασμών που έχουν ήδη κρίνει τα δικαστήρια ότι δεν έχει εγκριθεί από το Κογκρέσο».
Η αγωγή υποστηρίζει ακόμη ότι: «Το Άρθρο 301 δεν αποτελεί γενική εξουσιοδότηση για τη φορολόγηση σχεδόν όλων των εισαγωγών από σχεδόν όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ».
Η άποψη Τραμπ
Η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι απλώς προσπαθεί να επαναφέρει το προηγούμενο πρόγραμμα δασμών. Ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος δήλωσε ότι: «Η αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας αποτελεί προτεραιότητα του προέδρου Τραμπ εδώ και πολλά χρόνια».
Για τον χρόνο εφαρμογής των μέτρων πρόσθεσε: «Τα εφαρμόζουμε τώρα κυρίως για να αποφύγουμε μεγαλύτερη πολυπλοκότητα».
Οι απόψεις των ειδικών
Η αγωγή κατατέθηκε από το Liberty Justice Center, τον ίδιο οργανισμό που είχε πετύχει τη δικαστική ακύρωση των προηγούμενων δασμών του Τραμπ.
Το Κέντρο υποστηρίζει ότι: «Η κυβέρνηση δεν μπορεί να διατηρήσει μια προκαθορισμένη παγκόσμια πολιτική δασμών απλώς αλλάζοντας το νομικό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται.»
Η καθηγήτρια φορολογικού δικαίου Kimberly Clausing, δήλωσε: «Κατά την άποψή μου, οι δασμοί βάσει του Section 301 είναι ξεκάθαρα παράνομοι».
Κατά την ίδια, η επίκληση της καταναγκαστικής εργασίας αποτελεί απλώς πρόσχημα για την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος δασμών.
Επισήμανε ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι αυτού του είδους οι εμπορικοί περιορισμοί συμβάλλουν πραγματικά στην αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας».
Ωστόσο, τόνισε ότι είναι αδύνατο να προβλεφθεί με βεβαιότητα η τελική απόφαση των δικαστηρίων και ότι η διαδικασία ενδέχεται να διαρκέσει αρκετό χρόνο.
Ο Alan Wolff, ανώτερος ερευνητής του Peterson Institute for International Economics (PIIE), εκτίμησε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο πιθανότατα θα ακυρώσει και αυτούς τους δασμούς.
Αντίθετα, η Greta Peisch, πρώην νομική σύμβουλος του USTR, εμφανίστηκε πιο επιφυλακτική.
Όπως δήλωσε στο CNBC, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει ακολουθήσει όλες τις διαδικασίες που απαιτεί ο νόμος, ενώ το ίδιο το κείμενο του Άρθρου 301 παρέχει μεγάλη ευελιξία στην εκτελεστική εξουσία.
Ο Andrew Siciliano, επικεφαλής του τμήματος εμπορίου και τελωνείων της KPMG στις ΗΠΑ, εκτίμησε ότι, ακριβώς επειδή το Section 301 έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στο παρελθόν, οι νέοι δασμοί ενδέχεται να είναι δυσκολότερο να ανατραπούν.
«Από επιχειρηματική σκοπιά, οι εταιρείες θα πρέπει να σχεδιάζουν τις δραστηριότητές τους με βάση τους δασμούς που ισχύουν σήμερα και όχι με την υπόθεση ότι θα ακυρωθούν ή θα τροποποιηθούν σύντομα», συμβουλεύει.
