Λέγεται συχνά ότι η Ευρώπη έχει μείνει πίσω. Πράγματι, οι ΗΠΑ εμφανίζουν δυναμικότερη ανάπτυξη. Όμως, η εστίαση στους οικονομικούς δείκτες και μόνο συσκοτίζει τα πραγματικά πλεονεκτήματα της ΕΕ, επισημαίνει σε δημοσίευμά της η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt.
Φέτος το καλοκαίρι το προβάδισμα των ΗΠΑ έναντι της Ευρώπης δεν μετρήθηκε μάλιστα μόνο σε ευρώ και δολάρια. Λόγω των σαρωτικών κυμάτων καύσωνα που έπληξαν τη δυτική και κεντρική Ευρώπη, ακόμα και η θερμοκρασία των δωματίων έγινε αντικείμενο πολιτικής συζήτησης. Το διαδίκτυο γέμισε με αναρτήσεις Αμερικανών που κορόιδευαν την έλλειψη κλιματιστικών στη δυτική Ευρώπη.
Πίσω από τα κοροϊδευτικά αυτά σχόλια, κρύβεται όμως μια σοβαρή οικονομική αντιπαράθεση. Εδώ και μήνες, οι ειδικοί διαφωνούν για το αν, ή μάλλον πόσο, οι ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει οικονομικά τα κράτη της ΕΕ.
Η εξέλιξη του ονομαστικού κατά κεφαλήν εισοδήματος
Με μια πρώτη ματιά στην εξέλιξη του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος, τα πράγματα φαίνονται πολύ καλύτερα για τις ΗΠΑ. Ακόμη και στις συγκριτικά φτωχότερες Πολιτείες των ΗΠΑ, όπως το Μισισσίπι, το ονομαστικό κατά κεφαλήν εισόδημα είναι πλέον υψηλότερο από ό,τι στη Γαλλία. Και αυτό, παρόλο που οι αρχικές συνθήκες υπήρξαν παρόμοιες. ΗΠΑ και Ευρώπη έχουν εκατοντάδες εκατομμύρια κατοίκους – 450 εκατομμύρια είναι στην ΕΕ, 350 εκατομμύρια στις ΗΠΑ – και προσφέρουν στους κατοίκους τους υψηλό βιοτικό επίπεδο.
Στο γύρισμα της χιλιετίας, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ ήταν σχεδόν ισοδύναμες. Το 2000 το αμερικανικό ΑΕΠ ανέρχονταν σε 10,3 τρισ. δολάρια, ενώ το ευρωπαϊκό ΑΕΠ σε 7,3 τρισεκατομμύρια δολάρια, όπως δείχνουν τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Έκτοτε, το αμερικανικό ΑΕΠ ξεπέρασε τα 31 τρισ. δολάρια. Η οικονομική ισχύς της Ευρώπης αυξήθηκε επίσης, αλλά πολύ λιγότερο. Το 2025 το ευρωπαϊκό ΑΕΠ ανέρχονταν σε 21 τρισ. δολάρια.
Πώς μπόρεσαν λοιπόν οι ΗΠΑ να υπερκεράσουν την Ευρώπη σε τέτοιο βαθμό μέσα σε 25 μόλις χρόνια; Η υστέρηση της Ευρώπης οφείλεται στην ρυθμιστική μανία των Ευρωπαίων ή στο κόστος του κοινωνικού κράτους; Ή μήπως τα οικονομικά στοιχεία υπερεκτιμούν την οικονομική ισχύ της Αμερικής και υποτιμούν τα πλεονεκτήματα της ΕΕ;
Το διατλαντικό χάσμα στην παραγωγικότητα
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η οικονομία των ΗΠΑ ανέκαμψε με ταχύτερο ρυθμό από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και έκτοτε εμφανίζει δυναμικότερη ανάπτυξη. Ο σημαντικότερος παράγοντας είναι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η παραγωγικότητα της αμερικανικής οικονομίας αυξήθηκε κατά 1,7% μεταξύ 2000 και 2024, ενώ της ευρωπαϊκής κατά 1,2%.
«Οι Αμερικανοί είναι πιο μπροστά από εμάς», λέει ο Χαρμ Μπάντχολτς, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος των ΗΠΑ στη Unicredit και σήμερα καθηγητής Οικονομικών στο Κίελο. Αυτό έχει να κάνει πρωτίστως με την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. «Η επενδυτική έκρηξη σε κέντρα δεδομένων και ανάπτυξη λογισμικού τροφοδοτεί την αμερικανική οικονομική ανάπτυξη και είναι πιθανό να διευρύνει μεσοπρόθεσμα το προβάδισμα παραγωγικότητας των ΗΠΑ έναντι της Ευρώπης».
Μένει λοιπόν η Ευρώπη πίσω; Εκτός από τους βραδύτερους ρυθμούς ψηφιακής ανάπτυξης η Ευρώπη έχει πρόβλημα με την γραφειοκρατία που εξελίσσεται σε τροχοπέδη – ή τουλάχιστον αυτή είναι η εκτίμηση πολλών επιχειρηματιών. Την ίδια θέση υποστηρίζει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: Οι αυστηροί κανονισμοί στην αγορά εργασίας και τα άκαμπτα ευρωπαϊκά πρότυπα ευθύνονται για το χάσμα παραγωγικότητας, κρίνει το ΔΝΤ.
Ένα άλλο πλεονέκτημα των ΗΠΑ έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου εμπορικά εμπόδια μεταξύ των πολιτειών. Εκεί ισχύει από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό ένα ενιαίο νομικό σύστημα και η αμερικανική χρηματοπιστωτική αγορά καλύπτει ολόκληρη τη χώρα. Η ενωμένη Ευρώπη, αντίθετα, παραμένει κατακερματισμένη: Η ευρωπαϊκή ενιαία αγορά είναι ημιτελής και η ένωση κεφαλαιαγορών παραμένει δήλωση πολιτικών προθέσεων.
Ο Μάριο Ντράγκι, πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπολόγισε πόσο υψηλό θα ήταν το κόστος για την εξισορρόπηση αυτών των μειονεκτημάτων. Στην πολυσυζητημένη έκθεσή του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Μάριο Ντράγκι υποστήριξε ότι για την άρση των εμποδίων στην ενιαία αγορά και την ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσα από τη δημιουργία ενός πλήρως ολοκληρωμένου, ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου, χρειάζονται γιγαντιαίες επενδύσεις, ύψους από 750 έως 800 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Η έκθεση Ντράγκι άνοιξε μια τεράστια συζήτηση, η οποία ωστόσο δεν έχει κάνει μέχρι στιγμής τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναλάβουν δράση προς την κατεύθυνση των προτάσεών του πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ.
Ντάιμον προς Ευρωπαίους: Χάνετε
Ο κορυφαίος Αμερικανός τραπεζίτης Τζέιμι Ντάιμον της JP Morgan απηύθυνε πέρυσι ένα απροκάλυπτο μήνυμα προς τους Ευρωπαίους: «Χάνετε». Έκτοτε, η αυτοπεποίθηση των παραγόντων της αμερικανικής οικονομίας έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.
Ωστόσο, δείκτες όπως το κατά κεφαλήν εισόδημα μας λένε ελάχιστα για την ευημερία του μέσου Αμερικανού ή Ευρωπαίου. Τα στατιστικά στοιχεία είναι δυνατό να παραμορφώνονται από τις ακραίες τιμές – κι ακριβώς αυτό φαίνεται να συμβαίνει στις ΗΠΑ. Κατά κεφαλήν εισόδημα, παραγωγικότητα – όλοι αυτοί οι δείκτες δεν δίνουν την τελική απάντηση στο αν οι ΗΠΑ έχουν πράγματι τόσο μεγάλη υπεροχή έναντι της Ευρώπης.
Μια ματιά στον πλούτο των νοικοκυριών επιβεβαιώνει την αμερικανική υπεροχή. Σε επίπεδο μέσο όρου, οι ΗΠΑ βρίσκονται στη δεύτερη θέση παγκοσμίως, σύμφωνα με το τελευταίο Global Wealth Report της UBS. Η Ευρώπη, αντίθετα, βρίσκεται στη 14η θέση. Όμως αυτό ισχύει μόνο με μια πρώτη ματιά.
Τα στοιχεία των ΗΠΑ ενέχουν παραμορφώσεις. Η ανισότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι τεράστια και η ανισότητα μεταξύ των Αμερικανών πολιτών ακόμη μεγαλύτερη. Υπάρχουν δυσανάλογα πολλοί υπερπλούσιοι που ανεβάζουν το συνολικό πλούτο στα ύψη. Το κορυφαίο 10% των νοικοκυριών των ΗΠΑ κατέχει το 67% του συνολικού πλούτου, ενώ το κατώτερο 50% του πληθυσμού συγκεντρώνει συνολικά μόλις το 2,5%.
Επίσης τα αμερικανικά στατιστικά δεν καταγράφουν τον αριθμό των υπερχρεωμένων ατόμων, κι αυτό κάνει τις ΗΠΑ να φαίνονται και πάλι καλύτερες από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.
Αν αντί για το μέσο όρο εισοδήματος, δίναμε προσοχή στο διάμεσο (median) εισόδημα, δηλαδή το μεσαίο εισόδημα, που προκύπτει μέσω του αποκλεισμού του ακραίου πλούτου και της ακραίας φτώχειας, οι ΗΠΑ κατρακυλούν στην 28η θέση όσον αφορά τον πλούτο και βρίσκονται χαμηλότερα από αρκετά κράτη της ΕΕ.

Το επιχείρημα του Κρούγκμαν
Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας Πολ Κρούγκμαν προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Απορρίπτει τη αντίληψη ότι η Ευρώπη έχει περάσει σε παρακμή. Για να υπολογίσει την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, λαμβάνει υπόψη άλλες τιμές από τις συνήθεις: Η ευρωπαϊκή παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας είναι σταθερή εδώ και 25 χρόνια σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Η χαμηλότερη ευημερία προκύπτει απλώς από το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι επιλέγουν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο.
Η θέση του Κρούγκμαν, ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενη. Ορισμένοι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι υπολογισμοί του στερούνται σοβαρότητας. Μια ομάδα οικονομολόγων υπό τον Φιλίπ Αγκιόν, επίσης υποψήφιο για Νόμπελ, έγραψε στο περιοδικό «Wirtschaftswoche»: Ο Κρούγκμαν χρησιμοποίησε την αγοραστική δύναμη των οικονομικών χώρων για να μετρήσει την παραγωγικότητα. Όμως αυτός ο τύπος υπολογισμού δεν παράγει αξιόπιστα αποτελέσματα για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή δεν είναι σαφές αν η εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης προκύπτει από μεταβολές στις παραγόμενες ποσότητες ή από μεταβολές στις τιμές.
Ο Κρούγκμαν θέλησε να συγκρίνει την παραγωγικότητα ΗΠΑ και Ευρώπης με βάση το πόσα μπορεί να αγοράσει κανείς με το διαθέσιμο εισόδημά του. Το πρόβλημα είναι, ωστόσο, ότι η υψηλότερη αγοραστική δύναμη μπορεί να προκύπτει εξίσου ως αποτέλεσμα του ότι παράγονται περισσότερα αγαθά ή του ότι αλλάζουν οι τιμές – συνεπώς δεν γνωρίζει κανείς τι πραγματικά κρύβεται πίσω από την εξέλιξη.
Ο κίνδυνος του αμερικανικού χρέους
Και σε ένα άλλο σημείο η Ευρώπη έχει σαφές πλεονέκτημα. Το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ των κρατών μελών της ΕΕ ανέρχονταν το πρώτο τρίμηνο 2026 στο 83%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, ο δείκτης χρέους ως προς το ΑΕΠ φτάνει, σύμφωνα με το ΔΝΤ, στο 124%.
Το μεγάλο ύψος του δημόσιου χρέους εκ πρώτης όψης δεν φαίνεται προβληματικό για τις ΗΠΑ. Η οικονομία τους διαδραματίζει παγκοσμίως πολύ μεγάλο ρόλο, κι αυτό καθιστά απίθανη μια κρατική χρεοκοπία. Το χρέος των ΗΠΑ θα συνεχίσει να αυξάνεται ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, ξεπερνώντας το 140% έως το 2031.
Εξ αυτού προκύπτει ένα πολύ πραγματικό πρόβλημα. Όλο και περισσότερα από τα φορολογικά έσοδα των Αμερικανών πολιτών πρέπει να πηγαίνουν για την εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό μπορεί μακροπρόθεσμα να μειώσει δραστικά τις δημόσιες επενδύσεις.
Συν τοις άλλοις το υψηλό δημόσιο χρέος διαβρώνει την εμπιστοσύνη στη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ. Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα γίνονται ακριβότερα, επειδή οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις. Η συνθήκη αυτή δυσκολεύει την ανάληψη δράσης σε περίπτωση κρίσης, αλλά μπορεί να εμποδίσει και τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Άλλο χρήμα, άλλο ευτυχία
Όταν οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν στις ΗΠΑ, βλέπουν μια χώρα των άκρων. Ανελέητη φτώχεια και σπάταλη πολυτέλεια. Ιδιωτικός πλούτος και άθλιες υποδομές. Και μπορεί να υπάρχουν παντού κλιματιστικά, αλλά τα παράθυρα δεν είναι στεγανά. Το ρεύμα είναι φθηνό, αλλά τα καλώδια κρέμονται σε μπερδεμένα κουβάρια από ξύλινους στύλους στην άκρη του δρόμου.
Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης έγκειται στο σύστημα υγείας. Τα κράτη της ΕΕ προσφέρουν πάντα στους πολίτες τους ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας, όμως αυτό δεν συμβαίνει στις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα: Οι ΗΠΑ έχουν την υψηλότερη κατά κεφαλήν για το σύστημα υγείας από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο, ωστόσο οι Αμερικανοί ζουν λιγότερο υγιεινά και πεθαίνουν πιο γρήγορα. Το προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 78,5 έτη, έναντι 81,5 του μέσου όρου στην ΕΕ.
Αυτό εξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι φαίνονται πιο ευτυχισμένοι από τους Αμερικανούς, παρά το χάσμα ευημερίας. Τουλάχιστον τα κράτη της βόρειας Ευρώπης καταγράφουν σταθερά καλύτερες επιδόσεις στο World Happiness Report από ό,τι οι ΗΠΑ.
Μόνο η Ευρώπη αντιμετωπίζει δημογραφική παγίδα
Παρ’ όλα αυτά, η Αμερική προσελκύει παραδοσιακά περισσότερους μετανάστες από ό,τι η Ευρώπη. Και είναι ευκολότερο για τους Αμερικανούς να τους ενσωματώσουν. Κατά συνέπεια, η δημογραφική αλλαγή είναι ένα φαινόμενο που δύσκολα παίζει ρόλο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Σε αυτό λίγα πράγματα έχει αλλάξει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ακόμη και η βάναυση πολιτική απελάσεων του Ντόναλντ Τραμπ. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) αναμένει ότι ο πληθυσμός των ΗΠΑ θα αυξηθεί από περίπου 350 εκατομμύρια σήμερα σε 372 εκατομμύρια έως το 2055.
Στην ΕΕ, αντίθετα, στις μέρες μας καταγράφεται δραστική μείωση του πληθυσμού. Η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και εργαζομένων σε πολλούς τομείς αναμένεται να ενταθεί περαιτέρω. Το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής δεν βοηθά εδώ: μεταφράζεται σε μεγαλύτερο αριθμό συνταξιούχων, όχι σε περισσότερα χρόνια εργασίας. Ο εργαζόμενος πληθυσμός πρέπει να το χρηματοδοτήσει και τις πρόσθετες αυτές συντάξεις.
Συμπέρασμα: Το σπαταλημένο δυναμικό της Ευρώπης
Σε τελική ανάλυση, η θέση περί παρακμής της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ δεν στέκει σε όλους τους τομείς. Όμως καθοριστικοί παράγοντες όπως η δημογραφία και η παραγωγικότητα συνηγορούν υπέρ του ότι υπάρχει ανάλογη και μπορεί κάποια στιγμή θα επαληθευτεί.
Αυτό θα έχει επιπτώσεις που πάνε πολύ πέρα από την οικονομία. «Ειδικά στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης οι Ευρωπαίοι είμαστε εντελώς εξαρτημένοι από τις ΗΠΑ», λέει ο οικονομολόγος Χαρμ Μπάντχολτς από το Κίελο. «Η κυριαρχία των αμερικανικών κολοσσών της ΑΙ δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση των ΗΠΑ σημαντικό δυναμικό εκβιασμών – και η γενιά των πολιτικών μετά τον Τραμπ θα γνωρίζει πώς να το χρησιμοποιήσει».
Τι μπορεί λοιπόν να κάνει η Ευρώπη; «Αν θέλουμε να έχουμε οποιαδήποτε ελπίδα, πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να ξεπεράσουμε τους εθνικούς εγωισμούς». Αντί να επιμελούνται αποσπασματικά συστήματα ΑΙ, οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να δημιουργήσουν μια ενιαία ψηφιακή αγορά. Η ενωμένη Ευρώπη έχει τις προϋποθέσεις για να σταθεί στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ. Αλλά μέχρι στιγμής σπαταλά το δυναμικό της.
