Ο λογαριασμός του Ορμούζ: Οι τέσσερις χώρες της ΕΕ που επιβαρύνθηκαν περισσότερο

Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή εκτόξευσε το κόστος ορυκτών καυσίμων, χωρίς να αυξηθούν οι ποσότητες εισαγωγών στην Ευρώπη

Στενά του Ορμούζ, ©EPA/IRANIAN ARMY OFFICE HANDOUT

Σχεδόν 41 δισ. ευρώ επιπλέον πλήρωσαν τέσσερις ευρωπαϊκές οικονομίες για την εισαγωγή ορυκτών καυσίμων, καθώς η κρίση στα Στενά του Ορμούζ και η αναταραχή στη Μέση Ανατολή εκτόξευσαν τις διεθνείς τιμές της ενέργειας.

Η Ολλανδία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία συγκαταλέγονται στις δέκα χώρες που επιβαρύνθηκαν περισσότερο από την άνοδο του κόστους, σύμφωνα με έκθεση του Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), την οποία επικαλείται το Euronews.

Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ο πρόσθετος λογαριασμός δεν συνοδεύτηκε από αύξηση των εισαγόμενων ποσοτήτων. Οι τέσσερις χώρες κατέβαλαν περισσότερα χρήματα για την ίδια ουσιαστικά ποσότητα ενέργειας, αποτυπώνοντας το μέγεθος της έκθεσης της Ευρώπης στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται όμως μόνο στην Ευρώπη, καθώς από τις 170 χώρες που εξετάστηκαν, οι 134 πλήρωσαν για το ντίζελ περισσότερα από όσα προέβλεπαν οι αγορές πριν από την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κρίση πρόσθεσε περισσότερα από 282 δισ. ευρώ στους λογαριασμούς εισαγωγής ορυκτών καυσίμων. Από αυτά, περίπου 140 δισ. ευρώ αφορούν αποκλειστικά το πετρέλαιο. Οι τιμές του υγροποιημένου φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 60% στις αγορές του Ατλαντικού και κατά 75% στον Ειρηνικό. Παράλληλα, το ντίζελ και η βενζίνη έχουν ανατιμηθεί κατά 59% μετά την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.

Για να περιορίσει τις απώλειες προμηθειών από τη Μέση Ανατολή, η Ευρωπαϊκή Ένωση στράφηκε περισσότερο στις ΗΠΑ και στη Νορβηγία. Οι δύο χώρες αναδείχθηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο στους μεγαλύτερους προμηθευτές της ΕΕ τόσο σε πετρελαιοειδή όσο και σε LNG.

Η άνοδος του ντίζελ αποτελεί ιδιαίτερο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς το συγκεκριμένο καύσιμο χρησιμοποιείται ευρέως στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία και στη βιομηχανία. Το αυξημένο κόστος μπορεί επομένως να μεταφερθεί σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά στις τιμές των προϊόντων.

Η «ασπίδα» των καθαρών πηγών ενέργειας

Στον αντίποδα, η έκθεση υποστηρίζει ότι οι επενδύσεις της Ευρώπης στην καθαρή ενέργεια λειτούργησαν ως ανάχωμα απέναντι στο σοκ. Η νέα παραγωγική δυναμικότητα καθαρής ενέργειας που εγκαταστάθηκε στην ΕΕ από το 2020 περιόρισε κατά 36 δισ. ευρώ τις ανάγκες για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά τους πρώτους πέντε μήνες της κρίσης.

Κάθε ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από καθαρές πηγές υποκατέστησε αντίστοιχες εισαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άνθρακα στις ιδιαίτερα αυξημένες τιμές της περιόδου.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ισπανίας, όπου οι ανανεώσιμες πηγές περιόρισαν την επιβάρυνση κατά αρκετά δισ. ευρώ. Ωστόσο, η εξάρτηση των μεταφορών, της αεροπορίας και της βιομηχανίας από το πετρέλαιο άφησε πρόσθετο κόστος εισαγωγών 181 ευρώ ανά κάτοικο.

Περισσότερες από 100 ευρωπαϊκές και διεθνείς οργανώσεις ζητούν πλέον από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να παρουσιάσει σχέδιο σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης στις 16 Σεπτεμβρίου.

Οι οργανώσεις προτείνουν την εκπόνηση ανεξάρτητης έκθεσης, στα πρότυπα της έκθεσης Ντράγκι, η οποία θα περιγράφει πώς μπορεί η ΕΕ να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση, προστατεύοντας ταυτόχρονα καταναλωτές, εργαζομένους και βιομηχανία.