Γιατί η παγκόσμια οικονομία αντέχει στην κρίση του Ιράν: Οι τρεις λόγοι και οι κίνδυνοι

Ειδικά η Ευρώπη έδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα με πυλώνες την κατανάλωση και τη μειωμένη ενεργειακή εξάρτηση

Iρανικό πετρέλαιο © Wikimedia

Κι όμως, γυρίζει! Η παγκόσμια οικονομία δεν γνώρισε την κατάρρευση που πολλοί προέβλεπαν μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και την ένταση στο Ιράν, μιας ζωτικής αρτηρίας από την οποία διέρχεται το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών υδρογονανθράκων. Μέχρι στιγμής, ούτε το Ιράν ούτε ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν καταφέρει να κάμψουν την ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ. Οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις των οικονομολόγων και οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών δεν δείχνουν έντονη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με τη γαλλική Les Echos το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το οποίο τον Ιανουάριο προέβλεπε ανάπτυξη 3,3% για το 2026, αναμένει πλέον αύξηση της τάξης του 3%, εξέλιξη που απέχει πάντως πολύ από το να θεωρηθεί καταστροφική. Η Ευρώπη δεν μένει πίσω. Παρότι υπήρχαν φόβοι για έντονη επιβράδυνση, η ανάπτυξη κατά 0,4% το δεύτερο τρίμηνο αποτέλεσε θετική έκπληξη. Πώς εξηγείται όμως αυτή η ανθεκτικότητα;

Τα τρία «αναχώματα» στην ύφεση

Πρώτον, η τιμή του πετρελαίου δεν εκτινάχθηκε όσο φοβούνταν οι αγορές. Το βαρέλι του «μαύρου χρυσού» άγγιξε τα 120 δολάρια στα τέλη Απριλίου, αλλά υποχώρησε κάτω από το όριο των 80 δολαρίων στα μέσα Ιουνίου, για να κινηθεί εκ νέου ανοδικά τον Ιούλιο. Ο πληθωρισμός συγκρατήθηκε και οι κεντρικές τράπεζες δεν χρειάστηκε να αυξήσουν σημαντικά τα επιτόκιά τους, προκειμένου να περιορίσουν τη ζήτηση και να ανακόψουν το πληθωριστικό σπιράλ.

Η αποκλιμάκωση περιόρισε τις πληθωριστικές πιέσεις και επέτρεψε στις κεντρικές τράπεζες να αποφύγουν μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων, οι οποίες θα επιβάρυναν περαιτέρω την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Καθοριστική θεωρείται επίσης η δυνατότητα πετρελαιοπαραγωγών χωρών, κυρίως της Σαουδικής Αραβίας, να χρησιμοποιήσουν εναλλακτικές διαδρομές για τη μεταφορά μέρους των εξαγωγών τους, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Στη συγκράτηση των τιμών συνέβαλαν και οι χαμηλότερες αγορές υδρογονανθράκων από την Κίνα.

Οι επιχειρήσεις εμφανίστηκαν, παράλληλα, περισσότερο προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Mathilde Lemoine, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Edmond de Rothschild, αποδίδει αυτήν την αυξημένη προσαρμοστικότητα στη διαφοροποίηση προμηθευτών και δικτύων που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Τρίτο στήριγμα αποτελούν οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Η αυξημένη ζήτηση για εξοπλισμό και υποδομές έχει ενισχύσει οικονομίες που εξάγουν προϊόντα συνδεδεμένα με την ΤΝ, όπως η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα και η Μαλαισία. Σύμφωνα με οικονομολόγους της Goldman Sachs, οι σχετικές επενδύσεις στις ΗΠΑ ανέρχονται σε 600 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1,8% του αμερικανικού ΑΕΠ. Από το 2022, οι σωρευτικές επενδύσεις εκτιμάται ότι έχουν φτάσει τα 1,8 τρισ. δολάρια.

Η απρόσμενη ανθεκτικότητα της Ευρώπης

Στην Ευρώπη, η εγχώρια ζήτηση και η κατανάλωση των νοικοκυριών αποδείχθηκαν ισχυρότερες από τις προβλέψεις. Ο Sylvain Broyer, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική στην S&P Global Ratings, χαρακτηρίζει την εξέλιξη αξιοσημείωτη, καθώς αυτήν τη φορά δεν εφαρμόστηκε μια γενικευμένη ενεργειακή ασπίδα αντίστοιχη με εκείνη του 2022.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τον Christophe Boucher, διευθυντή επενδύσεων στην ABN Amro Investment Solutions, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις απέφυγαν τις μαζικές απολύσεις, καθώς γνωρίζουν πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί η έρευση προσωπικού όταν η οικονομία ανακάμψει.

Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε και κατά το δεύτερο τρίμηνο, ενώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2023 τέσσερα εκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι έχουν εργασία. Θετικά μηνύματα έστειλαν και οι προκαταρκτικοί δείκτες PMI της S&P Global για τον Αύγουστο, ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Η Les Echos υπογραμμίζουν, επίσης, τη συμβολή του ψηφιακού μετασχηματισμού. Από το 2022, περίπου το ένα τέταρτο της σωρευτικής ευρωπαϊκής ανάπτυξης αποδίδεται στον κλάδο της τεχνολογίας, στον οποίο δημιουργήθηκαν 1,4 εκατ. θέσεις εργασίας. Ο συγκεκριμένος τομέας αντιπροσωπεύει μόλις το 6% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, αλλά έχει τη μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ. Πρόσθετη προστασία προσέφερε η ενεργειακή μετάβαση. Σύμφωνα με το think tank Ember, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026 η ηλιακή ενέργεια αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πηγή ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρώπη, ξεπερνώντας την πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο. Η μειωμένη εξάρτηση από το αέριο περιόρισε την ένταση του φετινού ενεργειακού σοκ σε σύγκριση με εκείνο του 2022.

Οι απειλές  για την ανάπτυξη

Η ανθεκτικότητα της διεθνούς οικονομίας δεν σημαίνει ωστόσο ότι οι κίνδυνοι έχουν υποχωρήσει. Η πρώτη μεγάλη αβεβαιότητα αφορά τη γεωπολιτική. Η σύγκρουση με το Ιράν δεν έχει επιλυθεί και μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να ωθήσει ξανά τις τιμές της ενέργειας σε υψηλότερα επίπεδα.

Δεύτερος κίνδυνος είναι η άνοδος του κόστους δανεισμού. Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου έχει αυξηθεί κατά περίπου 75 μονάδες βάσης, ενώ στη Γαλλία η άνοδος προσεγγίζει τις 90 μονάδες βάσης. Οι επενδυτές παρακολουθούν στενά και τις εξελίξεις στην Ιαπωνία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι υψηλότερες αποδόσεις ασκούν ιδιαίτερη πίεση στα υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις στην άμυνα, την τεχνολογία, την υγεία και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ο τρίτος κίνδυνος προέρχεται από την ίδια την τεχνητή νοημοσύνη. Οι επενδύσεις έχουν πλέον αποκτήσει τέτοιο μέγεθος, ώστε ενδεχόμενη απογοήτευση από τις αποδόσεις και τα οικονομικά αποτελέσματα της νέας τεχνολογίας θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες μακροοικονομικές επιπτώσεις. Η παγκόσμια ανάπτυξη έχει αντέξει το πρώτο σοκ, αλλά η ισορροπία παραμένει εύθραυστη.