Σε νέα, πιο επιθετική φάση εισέρχεται η οικονομική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να επιχειρεί να αποκόψει τις τελευταίες χρηματοδοτικές διόδους της Τεχεράνης και να απειλεί με κυρώσεις ακόμη και χώρες, τράπεζες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Ισλαμική Δημοκρατία.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρουσίασε τη Δευτέρα τη νέα στρατηγική, την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προαναγγείλει ως «οικονομική D-Day» για το Ιράν. Σύμφωνα με το Reuters, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε κυρώσεις σε 60 πρόσωπα, εταιρείες και πλοία, χωρίς ωστόσο στη συγκεκριμένη λίστα να περιλαμβάνονται κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θεωρείται ότι διευκολύνουν το εμπόριο ιρανικού πετρελαίου.
Το βασικό όπλο της Ουάσιγκτον, πάντως, είναι οι υπό προετοιμασία «δευτερογενείς κυρώσεις»: μέτρα που δεν θα αφορούν μόνο το ίδιο το Ιράν, αλλά και τρίτους που συνεχίζουν να το τροφοδοτούν με κεφάλαια ή να διευκολύνουν τις εμπορικές του συναλλαγές.
Όπως μεταδίδει το Γαλλικό Πρακτορείο, οι νέες κυρώσεις μπορούν να επεκταθούν σε τομείς όπως ο χρυσός, η τεχνολογία, τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, η αεροπορία και οι θαλάσσιες μεταφορές. Ο Μπέσεντ δεν αποκάλυψε ούτε πότε θα ενεργοποιηθούν οι κυρώσεις ούτε ποιες χώρες θα βρεθούν πρώτες στο στόχαστρο, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η επιλογή για την Τεχεράνη είναι, κατά την Ουάσιγκτον, ανάμεσα στην πλήρη οικονομική απομόνωση και σε μια πορεία επανένταξης στην παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με το CNBC, ο Αμερικανός υπουργός προειδοποίησε ότι κάθε οντότητα που διευκολύνει ξέπλυμα χρήματος για λογαριασμό του Ιράν κινδυνεύει να αποκλειστεί από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. «Το ρολόι άρχισε να μετρά», ήταν το μήνυμα του Μπέσεντ.
Το μεγάλο τεστ με την Κίνα
Το κρίσιμο ερώτημα είναι μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει η κυβέρνηση Τραμπ απέναντι στην Κίνα. Το Bloomberg σημειώνει ότι η Κίνα αγοράζει περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου και αποτελεί τον σημαντικότερο σύνδεσμο της Τεχεράνης με την παγκόσμια οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι μια πραγματική προσπάθεια στραγγαλισμού των ιρανικών εσόδων δύσκολα μπορεί να πετύχει χωρίς να αγγίξει κινεζικές επιχειρήσεις και, ενδεχομένως, τράπεζες.
Ερωτηθείς για αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο, ο Μπέσεντ απάντησε, σύμφωνα με το CNBC, ότι «κανείς δεν βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια των αμερικανικών κυρώσεων». Εάν κινεζικές οντότητες διευκολύνουν συναλλαγές και συμμετέχουν στο δίκτυο μέσω του οποίου το ιρανικό πετρέλαιο μετατρέπεται σε χρήμα, «θα μπουν στο στόχαστρο», είπε.
Το Reuters επισημαίνει, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον απέφυγε προς το παρόν να επιβάλει τα βαρύτερα δυνατά μέτρα. Ο Μπέσεντ δήλωσε ότι θέλει πρώτα να δώσει σε χώρες και επιχειρήσεις χρόνο ώστε να διακόψουν τις σχέσεις τους με το Ιράν. Ερωτηθείς γιατί δεν προχωρά άμεσα σε κυρώσεις κατά μεγάλων εμπορικών εταίρων της Τεχεράνης, απάντησε χαρακτηριστικά: «Γιατί να θέλω να τινάξω στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;».
Η στάση αυτή συνδέεται και με την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Ο Τραμπ και ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να συναντηθούν ξανά τον Σεπτέμβριο και, όπως αναφέρουν τα πρακτορεία Reuters και Bloomberg, στην Ουάσιγκτον υπάρχει ανησυχία ότι κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντίποινα από το Πεκίνο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο νέων κινεζικών περιορισμών στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, ενώ, σύμφωνα με το Bloomberg, θα μπορούσαν να υπάρξουν επιπτώσεις ακόμη και σε φαρμακευτικά προϊόντα στρατηγικής σημασίας για τις ΗΠΑ.
Το Πεκίνο έχει ήδη απορρίψει τη νέα αμερικανική προσέγγιση. Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιάν δήλωσε ότι «οι κυρώσεις και οι τακτικές πίεσης» δεν βοηθούν στην επίλυση των προβλημάτων και οδηγούν μόνο σε κλιμάκωση. Το Reuters προσθέτει ότι η Κίνα έχει διαμηνύσει πως θα λάβει όποια μέτρα θεωρήσει αναγκαία για να προστατεύσει τα συμφέροντά της.
Το Ιράν απειλεί με αντίποινα, υπό ασφυκτική πίεση η οικονομία του
Σύμφωνα με το Reuters η απάντηση του Ιράν δεν περιορίζεται πλέον σε πολιτικές δηλώσεις περί αντοχής στις κυρώσεις. Ο Ιρανός υπουργός Οικονομίας Αλί Μαντανιζαντέχ δήλωσε στην κρατική τηλεόραση ότι η χώρα είναι «πλήρως προετοιμασμένη» για τα νέα αμερικανικά μέτρα, χαρακτηρίζοντάς τα «οικονομική τρομοκρατική επίθεση». Πρόσθεσε μάλιστα ότι η ιρανική αντίδραση «δεν είναι πλέον τόσο αμυντική» και ότι οι αντίπαλοι της χώρας «θα πρέπει να περιμένουν επίθεση».
Παράλληλα, ο ταξίαρχος Χοσεΐν Μοχεμπί, εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης, προειδοποίησε, σύμφωνα με το Reuters που επικαλείται το Press TV, ότι το Ιράν θα μπορούσε να πλήξει ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα και κρίσιμα ενεργειακά περάσματα εάν απειληθούν οι υποδομές του.
Η Τεχεράνη θεωρεί επίσης ότι δεν θα βρεθεί πλήρως απομονωμένη. Ο Μαντανιζαντέχ υποστήριξε ότι ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία έχουν αποδεχθεί την αμερικανική στρατηγική και εξέφρασε την εκτίμηση ότι και άλλες χώρες θα αντισταθούν στις πιέσεις της Ουάσιγκτον.
Οι νέες απειλές έρχονται, πάντως, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιρανική οικονομία βρίσκεται ήδη σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Σύμφωνα με το Axios, το ριάλ υποχώρησε τη Δευτέρα στα 2,02 εκατ. ανά δολάριο, από 1,65 εκατ. λίγο πριν από την έναρξη του πολέμου. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται περίπου 22% περισσότερα ριάλ για την αγορά ενός δολαρίου σε σχέση με την προπολεμική περίοδο.
Ο πληθωρισμός «ροκανίζει» παράλληλα την αγοραστική δύναμη. Το Γαλλικό Πρακτορείο αναφέρει ότι στις 22 Ιουλίου είχε φτάσει στο 66% σε ετήσια βάση, έναντι 46% τον Φεβρουάριο. Το Axios, επικαλούμενο εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αναφέρει ότι ο πληθωρισμός μπορεί να διαμορφωθεί στο 68,9% για το 2026, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1979.
Οι συνέπειες είναι ήδη εμφανείς στην καθημερινότητα. Ιρανοί που μίλησαν στο Associated Press περιγράφουν περικοπές ακόμη και σε βασικά αγαθά, όπως φρούτα και πρωτεΐνες, καθώς το πραγματικό εισόδημα συμπιέζεται.
Οι προοπτικές για το ΑΕΠ έχουν επίσης ανατραπεί. Πριν από τον πόλεμο, το ΔΝΤ ανέμενε ανάπτυξη 1,1% το 2026. Στη νεότερη πρόβλεψή του τον Ιούλιο, την οποία επικαλείται το Axios, προβλέπει πλέον συρρίκνωση της ιρανικής οικονομίας κατά 5,4%.
Ο William Jackson, επικεφαλής οικονομολόγος αναδυόμενων αγορών στην Capital Economics, εκτιμά ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός έχει αποκόψει μια από τις βασικές χρηματοδοτικές αρτηρίες του Ιράν. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως σημειώνει, είναι πόσο οικονομικό πόνο είναι διατεθειμένη να υποστεί η Τεχεράνη προκειμένου να επιτύχει τους στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς στόχους της.
Το πετρέλαιο και τα Στενά του Ορμούζ
Η μεγαλύτερη πληγή για το Ιράν είναι η κατάρρευση των πετρελαϊκών εσόδων. Σύμφωνα με την Kpler, την οποία επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο, οι εξαγωγές ιρανικού αργού μειώθηκαν από περίπου 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως πριν από τον πόλεμο σε μόλις 400.000 βαρέλια ημερησίως στα μέσα Αυγούστου.
Το Reuters αναφέρει ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών, ο οποίος ανανεώθηκε στα μέσα Ιουλίου, έχει ήδη περιορίσει αισθητά τις ροές πετρελαίου προς την Κίνα. Το Axios, από την πλευρά του, αναφέρει ότι ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν Αμπντολνασέρ Χεματί έχει δηλώσει ότι η χώρα ουσιαστικά δεν εξάγει πλέον πετρέλαιο, αποτύπωση που υπογραμμίζει την ένταση της πίεσης, παρότι οι επιμέρους εκτιμήσεις για τις πραγματικές ροές διαφέρουν.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ταυτόχρονα στο επίκεντρο της κρίσης. Πριν από τον πόλεμο, από εκεί περνούσε περίπου το ένα πέμπτο των υδρογονανθράκων που καταναλώνονται παγκοσμίως. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας έχει αυξήσει το ενεργειακό κόστος, τα ναύλα και τα ασφάλιστρα, με επιπτώσεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η βρετανική υπηρεσία ναυτικής ασφάλειας UKMTO ανακοίνωσε μάλιστα ότι πετρελαιοφόρο δεξαμενόπλοιο χτυπήθηκε από «άγνωστο βλήμα» ανοικτά του Ομάν τη νύχτα της Δευτέρας προς Τρίτη, αναδεικνύοντας τους συνεχιζόμενους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα.
Παρά την κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης, πάντως, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν περισσότερο από 2 δολάρια το βαρέλι μετά τις ανακοινώσεις, καθώς η αγορά δεν είδε άμεσα τα πλέον επιθετικά μέτρα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέο σοκ στην προσφορά.
Συνεχίζεται ο διπλωματικός μαραθώνιος
Παράλληλα με την οικονομική και στρατιωτική πίεση, συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες για αποκλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με το Πακιστάν να εντείνει τον διαμεσολαβητικό του ρόλο.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, ολοκλήρωσε μονοήμερη επίσκεψη στην Τεχεράνη, την τρίτη του από την έναρξη της σύγκρουσης, στο πλαίσιο των προσπαθειών του Ισλαμαμπάντ να συμβάλει σε μια συμφωνία ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την ιρανική ηγεσία.
Ο Μουνίρ, τον οποίο συνόδευε ο υπουργός Εσωτερικών του Πακιστάν Μοχσίν Νακβί, συναντήθηκε με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί και άλλα ανώτερα στελέχη της ιρανικής ηγεσίας. Όπως ανακοίνωσαν οι πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης, στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και στην επίτευξη όσο το δυνατόν ταχύτερου τερματισμού της σύγκρουσης. Στην ατζέντα βρέθηκαν επίσης η περιφερειακή σταθερότητα και οι προοπτικές μιας λύσης μέσω διαπραγματεύσεων.
Το Reuters είχε ήδη μεταδώσει ότι οι τελευταίες επαφές μεταξύ Πακιστάν και Ιράν σημείωσαν «σημαντική πρόοδο», χωρίς ωστόσο να έχει προκύψει μέχρι στιγμής οριστική διπλωματική διέξοδος. Οι δύο πλευρές είχαν υπογράψει τον Ιούνιο μια προσωρινή συμφωνία, το λεγόμενο «μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ», το οποίο στη συνέχεια περιήλθε σε αδιέξοδο.
Την ίδια στιγμή, στο διπλωματικό πεδίο παραμένει ενεργό και το Ομάν. Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, Τεχεράνη και Μουσκάτ συζητούν εδώ και μήνες τους όρους διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, που εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κρισιμότερα σημεία της σύγκρουσης.
Πόσο αντέχει το Ιράν
Το βασικό στοίχημα της Ουάσιγκτον είναι ότι η συσσώρευση οικονομικής πίεσης θα αναγκάσει τελικά την ιρανική ηγεσία να αλλάξει στάση.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Όπως σημειώνει το Axios, έχει δηλώσει ότι ίσως είναι προτιμότερο να τερματιστεί ο πόλεμος όσο το Ιράν θεωρεί ακόμη ότι βρίσκεται «σε θέση ισχύος και αξιοπρέπειας».
Ωστόσο, ανάλυση του Institute for the Study of War και του Critical Threats Project εκτιμά ότι υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις πως η Τεχεράνη βρίσκεται κοντά σε συνθηκολόγηση. Η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι ακόμη και πιθανές παραχωρήσεις δεν εγγυώνται οικονομική ανακούφιση και, επομένως, η διαδικασία λήψης αποφάσεων μπορεί να αντιδράσει με μεγάλη καθυστέρηση στην επιδείνωση της οικονομίας.
Το Bloomberg επισημαίνει παράλληλα ότι η αμερικανική στρατηγική εμπεριέχει έναν ευρύτερο κίνδυνο: όσο περισσότερο οι δευτερογενείς κυρώσεις επεκτείνονται σε τρίτες χώρες, τόσο περισσότερο η οικονομική σύγκρουση παύει να αφορά αποκλειστικά την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.
Ο Vali Nasr, καθηγητής στο Johns Hopkins School of Advanced International Studies και πρώην σύμβουλος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, προειδοποίησε στο Bloomberg ότι τα μέτρα θα μπορούσαν να πλήξουν όχι μόνο την Κίνα, αλλά και την Ινδία, την Τουρκία και χώρες του Κόλπου.
Αυτό είναι και το βασικό δίλημμα για την κυβέρνηση Τραμπ: χωρίς αποφασιστική πίεση στους μεγάλους εμπορικούς εταίρους του Ιράν, η «οικονομική ασφυξία» μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής. Αν όμως η Ουάσιγκτον χτυπήσει μεγάλες κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις, κινδυνεύει να μετατρέψει την αντιπαράθεση με την Τεχεράνη σε πολύ ευρύτερη οικονομική σύγκρουση.
