Η Ευρώπη αναζητά απάντηση στην ολοένα μεγαλύτερη εμπορική πίεση από την Κίνα, καθώς το έλλειμμα διευρύνεται και η βιομηχανία δοκιμάζεται από τον κινεζικό ανταγωνισμό. Οι Βρυξέλλες εξετάζουν νέα μέτρα, ενώ οι κυβερνήσεις σταθμίζουν τον κίνδυνο αντιποίνων.
Η ΕΕ επιχειρεί να θωρακίσει τη βιομηχανική της βάση απέναντι στην αυξανόμενη ισχύ της Κίνας. Με τον Industrial Accelerator Act εισάγει κίνητρα για ευρωπαϊκή παραγωγή. Το σχέδιο, όμως, δοκιμάζει τις ισορροπίες μεταξύ προστασίας, ανταγωνιστικότητας και ελεύθερου εμπορίου.
Παράληλα η Ευρώπη δείχνει να αναζητά νέο μοντέλο ανάπτυξης. Το εξαγωγικό μοντέλο που στήριξε την ευρωζώνη επί δεκαετίες χάνει τη δυναμική του, ανοίγοντας τον δρόμο για μια οικονομία που θα στηρίζεται περισσότερο στην εσωτερική ζήτηση. Η Κίνα, η ενεργειακή κρίση και ο πιο αβέβαιος κόσμος αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού και πιέζουν την Ευρώπη να βρει νέες πηγές ανάπτυξης.
Ένα νέο βιομηχανικό σχέδιο στις Βρυξέλλες απέναντι στην Κίνα
Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωρίζουν ότι ακόμη και μια λέξη μπορεί να αποκτήσει πολιτικό βάρος όταν πρόκειται για έναν νέο ευρωπαϊκό νόμο. Αυτό αποτυπώθηκε και στην πορεία του Industrial Accelerator Act, γνωστού ως IAA, ο οποίος αρχικά είχε έναν σαφέστερο περιβαλλοντικό προσανατολισμό.
Όταν η Επιτροπή υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε την πρωτοβουλία, ονομαζόταν Industrial Decarbonisation Accelerator Act. Η αναφορά στην «απανθρακοποίηση» δεν ήταν τυχαία: παρέπεμπε στην επιτάχυνση της μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών.
Η ονομασία, όμως, άλλαξε. Η πολιτική συγκυρία στην Ευρώπη είχε μετατοπιστεί και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικής βάσης είχε αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα. Έτσι, η πρωτοβουλία εισέρχεται τώρα στην κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων με έναν ευρύτερο στόχο: να καταστήσει την Ευρώπη ισχυρότερη στις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας και να μειώσει την εξάρτησή της από προμηθευτές εκτός ΕΕ, αναφέρουν αναλυτές στη Die Welt.
Η Κίνα και οι προδιαγραφές «Made in Europe»
Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται η επιτάχυνση των επενδύσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει οι επιχειρήσεις να μπορούν να κατασκευάζουν ή να μετασχηματίζουν εργοστάσια σε μικρότερο χρονικό διάστημα, με τις διαδικασίες αδειοδότησης να περιορίζονται έως και στους 18 μήνες.
Παράλληλα, προωθείται η αρχή του «Made in Europe». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα: κρατικά κίνητρα θα μπορούσαν να συνδέονται με την ευρωπαϊκή προέλευση των οχημάτων, ώστε αυτά να συναρμολογούνται στην ΕΕ και να διαθέτουν τουλάχιστον 70% ευρωπαϊκά εξαρτήματα, με βάση την εργοστασιακή αξία και χωρίς να υπολογίζεται η μπαταρία.
Ανάλογη λογική προβλέπεται για δημόσια έργα, από γέφυρες έως λιμενικές υποδομές, σύμφωνα με τη Die Welt. Το σχέδιο περιλαμβάνει ποσοστώσεις για προϊόντα χαμηλών εκπομπών, όπως τσιμέντο και αλουμίνιο, ενώ στόχος είναι και τα ευρωπαϊκά κονδύλια να κατευθύνονται σε μεγαλύτερο βαθμό προς την ευρωπαϊκή παραγωγή.
Οι κανόνες για τον χάλυβα εμφανίζονται ηπιότεροι, σε μια ένδειξη ότι οι Βρυξέλλες δεν θέλουν να αγνοήσουν τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Κίνα αλλάζει τους όρους του ανταγωνισμού
Πίσω από τη νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό η ταχεία άνοδος της Κίνας σε τομείς που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας. Ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ηλιακά πάνελ και μπαταρίες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα προϊόντων στα οποία οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει ισχυρή διεθνή παρουσία.
Η εξέλιξη έχει προκαλέσει ανησυχία και στη Γερμανία. Έρευνα του Γερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου δείχνει ότι περίπου τα δύο τρίτα των γερμανικών επιχειρήσεων αισθάνονται εντονότερα την πίεση από κινεζικούς ανταγωνιστές, ενώ στη βιομηχανία το ποσοστό ξεπερνά το 80%.
Οι επιχειρήσεις αναφέρουν αυξημένες πιέσεις στις τιμές και στα περιθώρια κέρδους, αλλά και το πλεονέκτημα που προσφέρει στους Κινέζους ανταγωνιστές η κρατική στήριξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, νέα μηχανήματα κινεζικής κατασκευής φέρονται να κοστίζουν λιγότερο από την επισκευή υφιστάμενου εξοπλισμού στη Γερμανία.
Το φαινόμενο δεν αφορά πλέον μόνο το κόστος. Όπως επισημαίνει στη Die Welt ο Φόλκερ Τράιερ του DIHK, οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν εξελιχθεί τεχνολογικά, επενδύουν στην καινοτομία και διευρύνουν γρήγορα τη διεθνή παρουσία τους.

Αεροφωτογραφία του τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων για το εξωτερικό εμπόριο στο λιμάνι του Τσινγκτάο της Κίνας © EPA/XINHUA / YU FANGPING
Κίνα-ΕΕ και προστασία χωρίς νέο εμπορικό πόλεμο
Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, είναι πόσο προστατευτικός θα είναι τελικά ο IAA. Στο Βερολίνο υπάρχει στήριξη για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, καθώς θεωρείται απαραίτητο να επιστρέψουν στην Ευρώπη στρατηγικής σημασίας παραγωγικές δραστηριότητες και να περιοριστούν οι επιπτώσεις από το ντάμπινγκ και την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.
Ωστόσο, δεν υπάρχει ομοφωνία για το πόσο αυστηροί πρέπει να είναι οι κανόνες. Τμήματα της γερμανικής κυβέρνησης φοβούνται ότι μια επιθετική πολιτική «Made in Europe» θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από την Κίνα ή τις ΗΠΑ, πλήττοντας τελικά τις ίδιες τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που ο νόμος επιχειρεί να προστατεύσει.
Η ευρωβουλευτής των Πρασίνων Άννα Καβάτσινι απορρίπτει την περιγραφή του IAA ως προστατευτικού μέτρου, υποστηρίζοντας ότι δεν κλείνει τις ευρωπαϊκές αγορές. Το επιχείρημα είναι ότι οι επιχειρήσεις παραμένουν ελεύθερες να προμηθεύονται από όπου επιθυμούν, ενώ οι αυστηρότερες προϋποθέσεις αφορούν τη χρήση δημόσιου χρήματος.
Παράλληλα, η δεξαμενή σκέψης Bruegel προειδοποιεί για την αντίστροφη πλευρά της πολιτικής. Υπερβολικά αυστηρές προδιαγραφές θα μπορούσαν να υποχρεώσουν τις ευρωπαϊκές εταιρείες να εγκαταλείψουν φθηνότερα ή καλύτερα προϊόντα από το εξωτερικό, αυξάνοντας το κόστος και περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητά τους.
Η πρόκληση για τις Βρυξέλλες είναι επομένως διπλή: να περιορίσουν την εξάρτηση από την Κίνα και να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή παραγωγή, χωρίς όμως να δημιουργήσουν ένα προστατευμένο περιβάλλον που θα αποδυναμώσει μακροπρόθεσμα τις ίδιες τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ο Industrial Accelerator Act θα αποτελέσει έτσι ένα κρίσιμο τεστ για το εάν η Ευρώπη μπορεί να συνδυάσει βιομηχανική ισχύ, πράσινη μετάβαση και διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με την εξαγωγική ισχύ της Κίνας
Την ίδια ώρα η Κίνα εμφανίζεται έτοιμη να αντέξει ακόμη και μια περαιτέρω επιδείνωση των εμπορικών σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένου, εάν χρειαστεί, ακόμη και ενός ουσιαστικού «παγώματος» των συναλλαγών. Κινεζικός λογαριασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που συνδέεται με κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το Πεκίνο δεν επιθυμεί να φτάσει σε αυτό το σημείο, αλλά δεν το φοβάται, αναφέρει το Bloomberg.
Το μήνυμα αυτό έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις των δύο πλευρών. Οι 27 ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζήτησαν μέσα στο καλοκαίρι εκτενώς την πρόκληση που δημιουργεί η Κίνα, με την υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, την εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από το Πεκίνο και τις αυξανόμενες εμπορικές ανισορροπίες να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, υπήρξε περιορισμένη αμφισβήτηση της εκτίμησης της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για το μέγεθος του προβλήματος. Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ετήσιο εμπορικό έλλειμμα περίπου 360 δισ. ευρώ έναντι της Κίνας, γεγονός που δείχνει ότι, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών-μελών, διαμορφώνεται μεγαλύτερη σύγκλιση ως προς την ανάγκη αντιμετώπισης του ζητήματος.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τα μεγέθη του εμπορίου. Αφορά πλέον την ίδια τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης.

Αντόνιο Κόστα, Σι Τζινπινγκ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/XINHUA / Xie Huanchi CHINA OUT / UK AND IRELAND OUT / MANDATORY CREDIT EDITORIAL USE ONLY
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία στο στόχαστρο
Η κατάσταση στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg. Η προειδοποίηση της Volkswagen για πιθανές περικοπές έως και 100.000 θέσεων εργασίας ανέδειξε με τον πιο ηχηρό τρόπο τις πιέσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος, με τον κινεζικό ανταγωνισμό να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επιβαρύνουν το περιβάλλον.
Οι ανησυχίες, όμως, εκτείνονται πολύ πέρα από τα αυτοκίνητα. Χημικά προϊόντα, χάλυβας, αλουμίνιο και logistics επηρεάζονται επίσης από την εξάρτηση από την Κίνα και από την αυξημένη παρουσία κινεζικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έδωσαν έτσι εντολή στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να εξετάσει την περαιτέρω ενίσχυση και συμπλήρωση της εργαλειοθήκης εμπορικής άμυνας της ΕΕ. Νεότερες προτάσεις αναμένονται το φθινόπωρο, καθώς οι Βρυξέλλες επιχειρούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη προστασία για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις χωρίς να οδηγήσουν τις σχέσεις με το Πεκίνο σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Αυτό ακριβώς είναι και το δύσκολο σημείο της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Οι κυβερνήσεις συμφωνούν ολοένα περισσότερο ως προς το μέγεθος της πρόκλησης, αλλά εξακολουθούν να διαφωνούν για το πόσο μακριά πρέπει να φτάσει η αντίδραση.
Χώρες όπως η Ισπανία εξακολουθούν να επιδιώκουν την προσέλκυση κινεζικών επενδύσεων, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Γερμανίας. Η υπουργός Οικονομίας της χώρας, Καταρίνα Ράιχε, συναντήθηκε πρόσφατα στις Βρυξέλλες με τον Κινέζο υπουργό Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο.
Μετά τη συνάντηση, η Ράιχε υπογράμμισε ότι το Βερολίνο επιθυμεί βαθύτερη συνεργασία και μεγαλύτερη δικαιοσύνη στις οικονομικές σχέσεις. Παράλληλα, τόνισε ότι οι ανοιχτές αγορές προϋποθέτουν ισότιμους όρους ανταγωνισμού, αξιόπιστες εφοδιαστικές αλυσίδες και ισορροπημένες εμπορικές σχέσεις.

Το εμπορικό έλλειμμα ΕΕ-Κίνας ανά βιομηχανικό κλάδο ©Bloomberg
Κίνα: Το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν, πάντως, ότι η ανισορροπία δεν περιορίζεται. Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έναντι της ΕΕ αυξήθηκε κατά 27% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 32,9 δισ. δολάρια τον Ιούνιο, σύμφωνα με τα κινεζικά τελωνειακά στοιχεία.
Την ίδια περίοδο, το πλεόνασμα της Κίνας έναντι της Γερμανίας υπερδιπλασιάστηκε, ενώ εκείνο έναντι της Γαλλίας μειώθηκε κατά 81%. Οι διαφορετικές επιδόσεις καταδεικνύουν και τις αποκλίσεις μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών ως προς τη σχέση τους με το Πεκίνο.
Για το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι κινεζικές εισαγωγές προϊόντων από την ΕΕ ανήλθαν σε 135,6 δισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 9% σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα. Αντίθετα, οι εξαγωγές της Κίνας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασαν τα 312,3 δισ. δολάρια, αυξημένες κατά 17%.
Οικονομολόγοι της Macquarie εκτιμούν ότι η συνεχιζόμενη διεύρυνση του πλεονάσματος διατηρεί αυξημένο τον κίνδυνο μιας νέας εμπορικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο πλευρών. Η ανθεκτικότητα των κινεζικών εξαγωγών είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η εγχώρια ζήτηση παραμένει ασθενής. Οι εξαγωγές στηρίζουν έτσι την οικονομική δραστηριότητα στο εσωτερικό, την ίδια στιγμή που ενισχύουν τις ευρωπαϊκές καταγγελίες για υπερπροσφορά φθηνότερων προϊόντων.
Το Πεκίνο, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι η λύση βρίσκεται στην ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας και όχι στην επιβολή νέων περιορισμών. Ο υπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο και ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι έχουν ταχθεί υπέρ μιας πιο ισορροπημένης εμπορικής σχέσης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι πρέπει να διευρυνθεί η πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά.
Οι δύο πλευρές έχουν θέσει ως ορόσημο τον Οκτώβριο για την επίτευξη προόδου στις εμπορικές διαφωνίες, όμως οι διαφορές παραμένουν σημαντικές.
Από την οικονομία στη στρατηγική αντιπαράθεση
Για την Ευρώπη, το ζήτημα έχει πλέον μετατραπεί από καθαρά οικονομικό σε στρατηγικό, σημειώνουν αναλυτές της ING. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πιέζουν την Κίνα να περιορίσει την πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγή και τις επιδοτήσεις που, όπως υποστηρίζουν, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.
Το Πεκίνο, αντίθετα, δεν δείχνει διάθεση να περιορίσει τις εξαγωγές ενός τομέα που έχει εξελιχθεί σε σημαντικό μοχλό ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση ζήτημα «ζωής ή θανάτου» για την ευρωπαϊκή βιομηχανία μετά την επίσκεψή του στο Πεκίνο. Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ζήτησε πολιτικό διάλογο με την Κίνα για το νόμισμα, επαναφέροντας στο προσκήνιο την ισοτιμία του γουάν ως παράγοντα που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα.
Σύμφωνα με ανάλυση της Deutsche Bank, το κινεζικό νόμισμα βρίσκεται περίπου 15% κάτω από την εκτιμώμενη δίκαιη αξία του έναντι του ευρώ, έναντι 20% πριν από έναν χρόνο. Παρά το γεγονός ότι το γουάν έχει ενισχυθεί περισσότερο από 6% έναντι του ευρώ από την αρχή του έτους, εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 13% χαμηλότερα από το υψηλό του 2022.
Η ίδια ανάλυση καταλήγει σε ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα για τη Γερμανία: η ανταγωνιστική της θέση απέναντι στην Κίνα εμφανίζεται πιο αδύναμη από εκείνη της ευρύτερης ευρωζώνης. Με βάση υποθετική ισοτιμία ενός αναβιωμένου γερμανικού μάρκου, η υποτίμηση του γουάν θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί το Βερολίνο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες ανάγκες: από τη μία, να προστατεύσει τη γερμανική και ευρωπαϊκή παραγωγή από τις κινεζικές πιέσεις και, από την άλλη, να διατηρήσει ανοιχτή μια αγορά ζωτικής σημασίας για τις γερμανικές εξαγωγές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή. Η ανάγκη για ισχυρότερη εμπορική άμυνα απέναντι στην Κίνα γίνεται ολοένα πιο εμφανής, όμως η υιοθέτηση σκληρότερων μέτρων ενέχει τον κίνδυνο κινεζικών αντιποίνων. Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν οι 27 μπορούν να μετατρέψουν τη μεγαλύτερη πολιτική σύγκλιση που καταγράφεται σήμερα σε μια κοινή και αποτελεσματική στρατηγική.

Η συμβολή των εξαγωγών στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ υποχωρεί ©Eurostat, ING
Η Ευρώπη αναζητά νέο μοντέλο ανάπτυξης
Αναλυτές της ING υποστηρίζουν ότι το οικονομικό περιβάλλον που στήριξε επί δεκαετίες την εξαγωγική ανάπτυξη της Ευρώπης έχει αλλάξει. Η ευρωζώνη καλείται πλέον να αναζητήσει νέες πηγές δυναμικής, είτε ενισχύοντας την εσωτερική ζήτηση είτε ανακτώντας το χαμένο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα.
Το εξαγωγικό μοντέλο που στήριξε την ευρωζώνη επί δεκαετίες χάνει τη δυναμική του, ανοίγοντας τον δρόμο για μια οικονομία που θα στηρίζεται περισσότερο στην εσωτερική ζήτηση
Η Κίνα, η ενεργειακή κρίση και ο πιο αβέβαιος κόσμος αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού και πιέζουν την Ευρώπη να βρει νέες πηγές ανάπτυξης.
Για χρόνια, η ευρωπαϊκή οικονομία είχε ελάχιστους λόγους να αμφισβητήσει το μοντέλο που την είχε οδηγήσει σε ισχυρή ανάπτυξη. Η παγκοσμιοποίηση άνοιξε νέες αγορές για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι εξαγωγές απέκτησαν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα και οι καταναλωτές επωφελήθηκαν από φθηνά εισαγόμενα προϊόντα.
Οι εκκλήσεις για περισσότερη καινοτομία, υψηλότερη παραγωγικότητα και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας δεν έλειψαν ποτέ. Ωστόσο, συχνά παρέμεναν σε επίπεδο στρατηγικών σχεδίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Στρατηγική της Λισαβόνας του 2000, η οποία είχε θέσει ως στόχο να καταστεί η Ευρώπη η πιο ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης έως το 2010. Δύο δεκαετίες αργότερα, πολλά από τα ίδια ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.
Στο μεταξύ, οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά, εξηγούν οι αναλυτές της ING. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση αύξησαν το κόστος παραγωγής, ενώ η Κίνα απέκτησε ισχυρότερη θέση σε κλάδους που θεωρούνταν παραδοσιακά ευρωπαϊκά πλεονεκτήματα. Παράλληλα, το διεθνές εμπόριο έγινε περισσότερο απρόβλεπτο και πολιτικοποιημένο.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν αυτή τη μεταβολή. Από το 2019, οι εισαγωγές της ευρωζώνης από την Κίνα αυξήθηκαν περίπου 50%, ενώ οι εξαγωγές προς την κινεζική αγορά μειώθηκαν. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό έλλειμμα της ευρωζώνης με την Κίνα διευρύνθηκε κατά περισσότερο από 150 δισ. ευρώ.
Το εμπορικό ισοζύγιο, βέβαια, δεν αποτελεί από μόνο του μέτρο ανταγωνιστικότητας. Ωστόσο, η εικόνα των μεριδίων αγοράς είναι επίσης ανησυχητική. Η ευρωπαϊκή θέση σε μηχανήματα και εξοπλισμό μεταφορών έχει υποχωρήσει, ενώ κινεζικές επιχειρήσεις κερδίζουν έδαφος, μεταξύ άλλων, στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Ακόμη και τα φαρμακευτικά προϊόντα, ένας από τους λίγους τομείς όπου οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αυξήθηκαν περισσότερο από 80% από το 2019, δεν μένουν ανεπηρέαστα από την άνοδο της κινεζικής παρουσίας.
Οι εξαγωγές χάνουν τη δυναμική τους
Η εξασθένηση του εξαγωγικού κινητήρα είναι πλέον εμφανής στη συνολική ανάπτυξη. Στη δεκαετία του 2010, οι ακαθάριστες εξαγωγές συνέβαλλαν κατά μέσο όρο περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση του ΑΕΠ, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μισό της δεκαετίας. Από το 2020 και μετά, η συμβολή τους έχει περιοριστεί κάτω από τη μία μονάδα.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στη Γερμανία, όπου η συμβολή των εξαγωγών στην ανάπτυξη έχει γίνει οριακά αρνητική. Ακόμη και η Ολλανδία, μία από τις πιο ανοιχτές οικονομίες της ευρωζώνης, βλέπει τη συνεισφορά των εξαγωγών να έχει περιοριστεί περίπου στο ένα τέταρτο των προ πανδημίας επιπέδων.
Την ίδια ώρα, η εσωτερική ζήτηση δείχνει να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Μετά τις χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές κρίσεις, η εγχώρια ζήτηση είχε υποχωρήσει ως ποσοστό της οικονομίας και δεν ανέκαμψε πλήρως. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρουσιάζει ενδείξεις ενίσχυσης, με τη Γερμανία να εμφανίζει ίσως την πιο χαρακτηριστική μεταβολή.
Αυτό οδηγεί στο βασικό ερώτημα: μπορεί η ευρωζώνη να στηρίξει την ανάπτυξή της περισσότερο στην εγχώρια κατανάλωση και στις επενδύσεις;
Το στοίχημα της εσωτερικής ζήτησης
Σε θεωρητικό επίπεδο, οι προϋποθέσεις υπάρχουν, σύμφωνα με την ING. Η ευρωζώνη διαθέτει σημαντικό ιδιωτικό πλούτο, υψηλές αποταμιεύσεις και σχετικά περιορισμένο δανεισμό των νοικοκυριών. Παράλληλα, οι ανάγκες για επενδύσεις σε άμυνα, υποδομές, ενέργεια και ψηφιοποίηση είναι τεράστιες.
Η αύξηση των αμυντικών και δημόσιων επενδύσεων, ιδιαίτερα στη Γερμανία, μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση. Παράλληλα, η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων επιχειρεί να διοχετεύσει μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις, ενώ οι Βρυξέλλες εξετάζουν τρόπους περιορισμού των εμποδίων στην ενιαία αγορά.
Η μετάβαση, ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη. Η ιστορία προσφέρει ελάχιστα παραδείγματα οικονομιών που πέρασαν επιτυχημένα από ένα εξαγωγικό μοντέλο σε ένα μοντέλο που βασίζεται περισσότερο στην εσωτερική ζήτηση.

Ο ρόλος των εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ μετριάζεται ©Eurostat, ING
Χωρίς έτοιμο σχέδιο
Οι ΗΠΑ αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά η περίπτωσή τους είναι δύσκολο να αναπαραχθεί. Η θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος επέτρεψε στην αμερικανική οικονομία να χρηματοδοτεί επί μακρόν μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα με ευνοϊκούς όρους.
Άλλες περιπτώσεις είναι λιγότερο ενθαρρυντικές. Η Φινλανδία, για παράδειγμα, είδε το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της να περιορίζεται μετά το 2008, κυρίως εξαιτίας της κατάρρευσης της Nokia και της εξασθένησης των εξαγωγών. Η ανάπτυξη υποχώρησε σχεδόν στο μηδέν. Δεν επρόκειτο για αναπροσαρμογή που προήλθε από ισχυρότερη εγχώρια οικονομία, αλλά από απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισαν η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα μετά την ένταξή τους στη νομισματική ένωση, σύμφωνα με την ING. Η φθηνή χρηματοδότηση τροφοδότησε την κατανάλωση και την οικοδομική δραστηριότητα, αλλά μεγάλο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνθηκε σε μη παραγωγικές επενδύσεις. Όταν οι συνθήκες χρηματοδότησης επιδεινώθηκαν μετά το 2008, οι οικονομίες βρέθηκαν εκτεθειμένες.
Το συμπέρασμα της έκθεσης των αναλυτών είναι της ING είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ένα έτοιμο εγχειρίδιο για τη μετάβαση σε νέο μοντέλο ανάπτυξης. Η ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης αποτελεί πραγματική ευκαιρία, αλλά μόνο εφόσον συνοδευτεί από παραγωγικές επενδύσεις και υψηλότερη παραγωγικότητα.
Η ευρωζώνη βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια άγνωστη διαδρομή: είτε θα καταφέρει να ανανεώσει το εξαγωγικό της πλεονέκτημα είτε θα πρέπει να οικοδομήσει μια ισχυρότερη εγχώρια βάση ανάπτυξης. Σε κάθε περίπτωση, το μοντέλο που λειτούργησε επί δεκαετίες δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο.
