Η εκλογική επικράτηση της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν προκάλεσε μόνο πολιτικό σοκ, αλλά έφερε τον Φρίντριχ Μερτς αντιμέτωπο με ένα διπλό αδιέξοδο: αμφισβήτηση στο CDU και αυξανόμενες ενδοκυβερνητικές αντιστάσεις από το SPD, ενώ πλησιάζουν δύο κρίσιμες κάλπες σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία την ερχόμενη Κυριακή.
Η άνοδος της AfD αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του κυβερνητικού συνασπισμού καθώς πυροδοτεί εσωκομματικές πιέσεις και μπλοκάρει τη μεταρρυθμιστική ατζέντα, μετατρέποντας τις εκλογές στα δύο κρατίδια στις 20 Σεπτεμβρίου σε κρίσιμο τεστ για την πολιτική επιβίωση του καγκελαρίου.
Η Σαξονία-Άνχαλτ ανοίγει ρήγμα στο CDU
Το σκηνικό στην Καγκελαρία έμοιαζε αρχικά καθησυχαστικό. Τα 30 μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Κοινοβουλευτικού Κύκλου Μεσαίων Επιχειρήσεων (PKM) της CDU/CSU είχαν συγκεντρωθεί την περασμένη Τετάρτη για να συζητήσουν με τον καγκελάριο την κατάσταση του κυβερνητικού συνασπισμού και τις μεταρρυθμίσεις που υποτίθεται ότι θα έδιναν νέα ώθηση στη γερμανική οικονομία μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, μεταδίδει η Handelsblatt.
Το PKM υπήρξε επί χρόνια μία από τις σημαντικότερες βάσεις στήριξης του Μερτς. Η εκλογική κατάρρευση όμως του CDU στη Σαξονία-Άνχαλτ, σε συνδυασμό με το 43,8% της AfD, έχει αλλάξει το κλίμα. Ακόμη και οι πιο πιστοί υποστηρικτές του καγκελαρίου εμφανίζονται πλέον νευρικοί.
Στη συνάντηση τέθηκαν όλα τα δύσκολα ζητήματα: το αυξανόμενο δημόσιο χρέος, η ανάγκη επιστροφής στη δημοσιονομική πειθαρχία, η φορολογική μεταρρύθμιση και το μέλλον της συνταξιοδοτικής πολιτικής. Το ερώτημα για το CDU είναι πλέον διπλό: να επιμείνει στις φορολογικές ελαφρύνσεις και στις περικοπές που είχε υποσχεθεί ή να κάνει πίσω ώστε να περιορίσει τις πολιτικές απώλειες;
Ο Μερτς έμεινε για ώρες στη συζήτηση και απάντησε σε περισσότερες από δώδεκα ερωτήσεις. Όμως, σύμφωνα με συμμετέχοντες, απέφυγε να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις για τον προϋπολογισμό, τις φορολογικές ελαφρύνσεις ή τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση. Επικαλέστηκε τη διεθνή συγκυρία, τις παγκόσμιες κρίσεις και τις δυσκολίες που δημιουργεί ο κυβερνητικός εταίρος, το SPD. Το συμπέρασμα ενός από τους παρευρισκόμενους ήταν χαρακτηριστικό: «Το καλύτερο ήταν το φαγητό».
Πίσω από αυτή την ειρωνική αποτίμηση βρίσκεται ένα πολύ σοβαρότερο πρόβλημα. Ο συνασπισμός είχε σχεδιάσει ένα φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, όμως πλέον δυσκολεύεται ακόμη και να διατηρήσει την εσωτερική του συνοχή. Και αυτό συμβαίνει σε μια οικονομία που χρειάζεται επειγόντως μεταρρυθμίσεις, όπως λένε οι υποστηρικτές της γραμμής λιτότητας.
Η ενέργεια παραμένει ακριβή, ο κινεζικός ανταγωνισμός πιέζει τη γερμανική βιομηχανία, ενώ οι δασμοί περιορίζουν τις προοπτικές στις ΗΠΑ. Η οικονομία εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης, αλλά μεγάλο μέρος της στηρίζεται στις αυξημένες κρατικές δαπάνες. Η πραγματική πρόκληση είναι να δημιουργηθούν συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Ο οικονομολόγος Γκάμπριελ Φέλμπερμαϊρ ζητά «περισσότερο θάρρος και όχι λιγότερο», υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει τις αλλαγές, κυρίως στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και στην αύξηση της συμμετοχής στην απασχόληση. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε νέα μεταρρύθμιση έχει πλέον άμεσο πολιτικό κόστος.

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/RONALD WITTEK
Μερτς: Πίεση από το CDU, αντίσταση από το SPD
Το αδιέξοδο δεν περιορίζεται στο εσωτερικό της Χρημαστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Ο Μερτς βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπος με έναν κυβερνητικό εταίρο που, μετά το αποτέλεσμα της Σαξονίας-Άνχαλτ, αισθάνεται ότι έχει κάθε λόγο να επανεξετάσει τη μεταρρυθμιστική ατζέντα.
Στο SPD ενισχύονται οι φωνές που ζητούν αλλαγή πορείας. Η πρωθυπουργός του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας Μανουέλα Σβέσιγκ ζήτησε από τον καγκελάριο και την κυβέρνηση να αλλάξουν άμεσα κατεύθυνση, ενώ ο πρωθυπουργός της Ρηνανίας-Παλατινάτου Αλεξάντερ Σβάιτσερ υποστήριξε ότι η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού πρέπει να επανεξεταστεί.
Ο συμπρόεδρος του SPD και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ εμφανίζεται πιο προσεκτικός, αλλά και αυτός αναγνωρίζει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα απαιτεί επανεξέταση της κυβερνητικής πολιτικής, με μεγαλύτερη έμφαση στη δικαιοσύνη. Το πρόβλημα για τον Μερτς είναι ότι ο ίδιος ο Κλίνγκμπαϊλ είχε προηγουμένως στηρίξει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων.
Η αντίφαση είναι βαθύτερη. CDU/CSU και SPD διαφωνούν για την κατεύθυνση των αλλαγών, αλλά από αντίθετες αφετηρίες. Η Ένωση θεωρεί ότι το κράτος δανείζεται υπερβολικά, ότι οι περικοπές είναι ανεπαρκείς και ότι η φορολογία παραμένει υψηλή. Στο SPD, αντίθετα, θεωρούν ότι οι περικοπές είναι υπερβολικές, ότι πρέπει να γίνουν περισσότερες δημόσιες δαπάνες και ότι σε ορισμένους τομείς απαιτούνται υψηλότερα φορολογικά έσοδα.
Το αποτέλεσμα είναι ένας κυβερνητικός συμβιβασμός που απειλεί να αδειάσει από περιεχόμενο την αρχική μεταρρυθμιστική ατζέντα. Η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63 δεν αναμένεται πλέον να προχωρήσει, όπως και η υποχρέωση ιατρικής βεβαίωσης από την πρώτη ημέρα ασθένειας ή οι σχεδιαζόμενες περικοπές στον τομέα της φροντίδας. Αντίθετα, εξετάζεται η μεγαλύτερη συμμετοχή των ιδιωτικών ασφαλιστικών, ενώ βουλευτές του SPD ζητούν να ανακληθούν περικοπές σε επιδόματα στέγασης, γονικής άδειας και προκαταβολής διατροφής.
Παράλληλα, η ίδια η Ένωση παρουσιάζει εσωτερικές αντιστάσεις. Περίπου 20 βουλευτές της CDU/CSU θεωρούν ότι ο προϋπολογισμός του 2027, στην παρούσα μορφή του, δεν μπορεί να ψηφιστεί. Η κυβερνητική πλειοψηφία είναι οριακή, μόλις 12 ψήφοι, και οι αντιδράσεις αφορούν τόσο τις περιορισμένες φοροελαφρύνσεις όσο και το αυξανόμενο χρέος και ζητήματα όπως ο φόρος ζάχαρης.
Εάν ο προϋπολογισμός καταψηφιστεί, η κυβέρνηση θα βρεθεί χωρίς ουσιαστική βάση εργασίας και η πολιτική κρίση θα μετατραπεί σε θεσμικό πρόβλημα για τον καγκελάριο.

Η Γερμανία πουλά 10ετή ομόλογα με την υψηλότερη απόδοση από το 2009 ©Bloomberg
Το χρέος βαραίνει την κυβέρνηση Μερτς
Η δημοσιονομική πίεση κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο σύνθετο. Ο Κλίνγκμπαϊλ σχεδιάζει συνολικό νέο δανεισμό περίπου 1 τρισ. ευρώ έως το 2030, κυρίως για την άμυνα και την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών των ασφαλιστικών ταμείων. Παρά το πρωτοφανές ύψος των δανείων, οι δημοσιονομικοί πόροι παραμένουν ανεπαρκείς.
Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι ο πιο καθαρός δείκτης. Για το επόμενο έτος προβλέπονται σχεδόν 42 δισ. ευρώ μόνο για τόκους, ενώ έως το 2030 το ποσό αναμένεται να ξεπεράσει τα 80 δισ. ευρώ. Τότε το γερμανικό κράτος θα δαπανά για τόκους περισσότερα από όσα διαθέτει σήμερα συνολικά για Παιδεία και Οικογένεια, Στέγαση, Ψηφιακή Πολιτική, Υγεία και Μεταφορές.
Αυτό εξηγεί γιατί η δημοσιονομική συζήτηση έχει αποκτήσει τέτοια πολιτική ένταση. Ο Μερτς βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντιφατικές απαιτήσεις: πρέπει να χρηματοδοτήσει την άμυνα και να στηρίξει την οικονομία, χωρίς ταυτόχρονα να εγκαταλείψει τη δημοσιονομική αξιοπιστία που αποτέλεσε βασικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη από την οικονομική συγκυρία. Η KfW εκτιμά ότι η Γερμανία χρειάζεται μεταρρυθμίσεις σε 12 τομείς για να ανακτήσει αναπτυξιακή δυναμική. Η δυνητική ανάπτυξη έχει διολισθήσει προς το μηδέν, ενώ μεταξύ 2030 και 2040 θα μπορούσε, με τις κατάλληλες αλλαγές, να ξεπεράσει το 1% ετησίως.
Οι βασικοί παράγοντες είναι γνωστοί: προσφορά εργασίας, επενδύσεις και τεχνολογική πρόοδος. Η KfW προτείνει αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στο 3,5% του ΑΕΠ, χαμηλότερο φόρο ηλεκτρικής ενέργειας και περιορισμό του φόρου μεταβίβασης για νεόδμητες κατοικίες.
Η οικονομολόγος Βερόνικα Γκριμ προειδοποιεί ότι οι μεταρρυθμίσεις που συζητούνται υπολείπονται σημαντικά όσων απαιτούνται για πραγματική αλλαγή πορείας. Κατά την άποψή της, οι κυβερνητικοί εταίροι αλληλοεξουδετερώνονται επειδή φοβούνται ότι οι δύσκολες αποφάσεις θα στείλουν ψηφοφόρους στα πολιτικά άκρα. Και ακριβώς αυτή η αδυναμία, υποστηρίζει, απομακρύνει τους μεταρρυθμιστικά προσανατολισμένους ψηφοφόρους από το πολιτικό κέντρο.

Φρίντριχ Μερτς και Λαρς Κλινγκμπάιλ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Δύο κάλπες, μία δοκιμασία για τον Μερτς
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια συνηθισμένη περιφερειακή αναμέτρηση.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το CDU βρίσκεται ήδη σε οριακή θέση. Δημοσκόπηση της INSA, που πραγματοποιήθηκε από 1 έως 8 Σεπτεμβρίου, δίνει στην AfD 36%, έναντι 33% για το SPD της Μανουέλα Σβέσιγκ. Το CDU περιορίζεται μόλις στο 7%, ενώ οι Πράσινοι βρίσκονται στο 5% και το BSW στο 4%.
Μια τέτοια επίδοση θα ήταν ιστορικά καταστροφική για τους Χριστιανοδημοκράτες, καθώς θα αποτελούσε τη χειρότερη περιφερειακή επίδοσή τους από την ίδρυσή τους το 1946. Και η σημασία της γίνεται μεγαλύτερη επειδή το κρατίδιο βρίσκεται στην Ανατολική Γερμανία, όπου η AfD έχει πλέον δημιουργήσει ισχυρό εκλογικό αποτύπωμα.
Στο Βερολίνο η εικόνα είναι διαφορετική αλλά εξίσου αβέβαιη. Η INSA καταγράφει το CDU στο 20%, το Die Linke στο 19% και την AfD στο 18%, ενώ SPD και Πράσινοι βρίσκονται στο 15%. FDP και BSW παραμένουν κάτω από το όριο εισόδου.
Για το CDU, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα ποσοστά. Είναι η αίσθηση ότι το κόμμα δυσκολεύεται να υπερασπιστεί το πολιτικό του έργο και να εμφανίσει σαφή κατεύθυνση. Η νέα γενική γραμματέας του, Φραντσίσκα Χόπερμαν, έχει ήδη διαπιστώσει σε εσωκομματικές συζητήσεις ότι οι οργανώσεις των κρατιδίων δυσκολεύονται να οργανώσουν αποτελεσματική προεκλογική εκστρατεία.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, μάλιστα, το CDU δεν θεωρεί δεδομένη ούτε την είσοδό του στο κρατιδιακό κοινοβούλιο. Και αυτό συμβαίνει στην εκλογική περιφέρεια της πρώην καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ.
Η πίεση προς τον Μερτς έχει πλέον γίνει ανοιχτή, αναφέρουν αναλυτές στο Politico. Σε επιστολή τους, 33 μέλη του CDU από το Γκρόσμπεερεν, κοντά στο Βερολίνο, ζήτησαν από την ηγεσία να εξετάσει γιατί το κόμμα χάνει ψηφοφόρους αντί να προσπαθεί απλώς να τους πείσει ότι η πολιτική του είναι σωστή. Την ίδια στιγμή, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία ο αντιπρόεδρος του CDU Τίνο Σόμαν ζήτησε ανοιχτά την αποχώρηση του Μερτς από την καγκελαρία.
Ο ίδιος ο Μερτς έχει αποκλείσει την παραίτηση. Όμως στο εσωτερικό της Ένωσης συζητείται πλέον ακόμη και ένα διαφορετικό σενάριο: να διατηρήσει την καγκελαρία, αλλά να παραδώσει την προεδρία του CDU, ώστε κάποιος άλλος να αναλάβει την κομματική ανασυγκρότηση. Ονόματα όπως του πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας Χέντρικ Βουστ ακούγονται ως πιθανές λύσεις, αν και κανείς δεν εμφανίζεται πρόθυμος να αναλάβει το ρίσκο μιας ανοιχτής αναμέτρησης.
Ο μεγαλύτερος φόβος είναι ότι μια πρόωρη κυβερνητική κρίση θα οδηγούσε τελικά σε εκλογές και θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο την AfD.
Η AfD περιμένει το CDU να διαλυθεί από τις αντιφάσεις του
Η AfD βρίσκεται έτσι στην παράδοξη θέση να μην χρειάζεται να κάνει πολλά για να αυξήσει την πίεση στην κυβέρνηση. Η ίδια η εσωτερική σύγκρουση των κυβερνητικών κομμάτων λειτουργεί υπέρ της, αναφέρουν αναλυτές στην Handelsblatt.
Η Αλίς Βάιντελ έχει ήδη περάσει στην επίθεση, υποστηρίζοντας ότι το CDU οδηγείται σε περιθωριοποίηση. Ο Τίνο Κρουπάλα, από την άλλη, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συμβιβασμών με άλλα κόμματα, ενώ ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο μεγάλος νικητής της Σαξονίας-Άνχαλτ, κινείται ανάμεσα σε εκκλήσεις προς στελέχη του CDU να αποστατήσουν και σε τόσο υψηλές απαιτήσεις ώστε να καθίσταται δύσκολη η συγκρότηση κυβέρνησης.
Το AfD βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με το δικό του τεστ κυβερνησιμότητας. Η εφαρμογή του προγράμματός του θα είχε σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Η Βάιντελ ζητά κατάργηση πολιτικών για το κλίμα, επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια, φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, χαμηλότερους φόρους ενέργειας και CO₂, ενώ το κόμμα αμφισβητεί τη συμμετοχή της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και δεν αποκλείει ακόμη και το Dexit.
Μελέτη του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου εκτιμά ότι μια έξοδος της Γερμανίας από την ΕΕ θα προκαλούσε απώλεια περίπου 5,6% του πραγματικού ΑΕΠ, ή 690 δισ. ευρώ, μέσα σε πέντε χρόνια, και θα οδηγούσε σε απώλεια περίπου 2,5 εκατ. θέσεων εργασίας. Οι επιπτώσεις μιας παράλληλης εξόδου από το ευρώ δεν έχουν καν υπολογιστεί και θα ήταν ακόμη σοβαρότερες.
Παράλληλα, οι φορολογικές προτάσεις του AfD έχουν υπολογιστεί ότι θα στερούσαν περίπου 181 δισ. ευρώ ετησίως από τα δημόσια έσοδα, ενώ το κόμμα προτείνει ταυτόχρονα νέες παροχές και αλλαγές στο συνταξιοδοτικό.

Oύλριχ Ζίγκμουντ, επικεφαλής του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ © EPA/CLEMENS BILAN
Αυτό δημιουργεί έναν κρίσιμο πολιτικό γρίφο, σύμφωνα με την Handelsblatt. Η AfD μπορεί να κερδίζει ψήφους υποσχόμενη φθηνότερη ενέργεια, λιγότερους φόρους και διατήρηση παροχών, όμως η άσκηση πραγματικής οικονομικής πολιτικής απαιτεί χρηματοδότηση, συμβιβασμούς και συνέπεια.
Η Σαξονία-Άνχαλτ θα αποτελέσει επομένως εργαστήριο. Εάν ο Ζίγκμουντ καταφέρει να παρουσιάσει μια λειτουργική οικονομική και διοικητική διακυβέρνηση, η Βάιντελ θα αποκτήσει το ισχυρότερο επιχείρημά της για την ομοσπονδιακή πορεία του κόμματος. Εάν όμως οι υποσχέσεις συγκρουστούν με τη δημοσιονομική πραγματικότητα, η στρατηγική του «καθαρού AfD» μπορεί να αποδειχθεί αδύναμη όταν μετατραπεί από αντιπολιτευτικό σύνθημα σε κυβερνητική ευθύνη.
Έτσι, η επόμενη δοκιμασία δεν θα κριθεί μόνο στην κάλπη. Θα κριθεί στο εσωτερικό της ίδιας της κυβέρνησης. Αν οι δύο εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου προκαλέσουν νέα απώλεια για το CDU, η αμφισβήτηση του Μερτς θα περάσει από το επίπεδο της γκρίνιας στο επίπεδο της ηγεσίας. Αν, αντίθετα, ο συνασπισμός καταφέρει να διατηρήσει τη συνοχή του και να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις, θα έχει την ευκαιρία να ανακόψει την πολιτική δυναμική της AfD.
Το παράδοξο είναι ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Μερτς μπορεί να μην είναι μια άμεση εκλογική ήττα. Είναι η παρατεταμένη αδυναμία λήψης αποφάσεων. Γιατί όσο το CDU και το SPD αλληλοεξουδετερώνονται, όσο οι μεταρρυθμίσεις καθυστερούν και όσο η οικονομία παραμένει ευάλωτη, τόσο η AfD μπορεί να παρουσιάζει τον εαυτό της ως τη μοναδική δύναμη που δεν φοβάται να συγκρουστεί με το πολιτικό κατεστημένο.
Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό αδιέξοδο του Μερτς: να πρέπει να μεταρρυθμίσει τη Γερμανία την ίδια στιγμή που η προσπάθεια μεταρρύθμισης απειλεί να διαλύσει την πολιτική συμμαχία που χρειάζεται για να κυβερνήσει.
