Ε.Ε: Η επίθεση των “έξω” και η αδράνεια εντός των τειχών

Μια πικρή αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο εσωτερικό της ίδιας της Ένωσης.

Σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κτίριο του Συμβουλίου της ΕΕ © EPA/OLIVIER HOSLET

Η Ευρώπη εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με εξωτερικές απειλές που δοκιμάζουν τις αντοχές της. Μήπως όμως οι εσωτερικές της αδυναμίες ενδέχεται να αποδειχθούν ακόμη πιο επικίνδυνες; Μήπως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών ή αν ήδη προελαύνει εντός των τειχών;

Στο εξωτερικό μέτωπο, οι προκλήσεις παραμένουν εξαιρετικά πιεστικές. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν σταματά να χρησιμοποιεί μια ολοένα και πιο επιθετική ρητορική απέναντι στην Ευρώπη. Ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει συχνά την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως στρατηγικό εταίρο, αλλά ως οικονομικό ανταγωνιστή. Οι απειλές για δασμούς, οι αφόρητες πιέσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών κρατών, οι αμφιβολίες που διατυπώνονται για τον ρόλο του ΝΑΤΟ, οι ορέξεις για το «φιλέτο» της Γροιλανδίας δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας και διαρκούς έντασης. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική προστασία και αναγκάζεται να αναζητήσει δρόμους μεγαλύτερης στρατηγικής αυτονομίας. Και αυτή η εικόνα δεν φαίνεται να αλλάζει.

Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος που εξαπέλυσε ο Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία -βαδίζουμε προς το πέμπτο χειμώνα των συγκρούσεων- εμφανίζει το εξής παράδοξο: η Ε.Ε. να επιβάλλει πακέτα κυρώσεων στη Ρωσία αλλά η ίδια να υφίσταται τις συνέπειες του πολέμου -και όχι μόνο στον ενεργειακό τομέα. Πλέον είναι κοινή παραδοχή ότι η ρωσική εισβολή δεν αποτελεί μόνο μια στρατιωτική ή γεωπολιτική κρίση. Πρόκειται για μια σύγκρουση που έχει βαθύ οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η ενεργειακή εξάρτηση πολλών χωρών από τη Ρωσία αποδείχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά λάθη των τελευταίων δεκαετιών. Η απότομη διακοπή των παραδοσιακών ενεργειακών ροών προκάλεσε εκτίναξη του κόστους ενέργειας, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας, οι συνέπειες παραμένουν εμφανείς, πλήττοντας ιδιαίτερα την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Ήδη στις Βρυξέλλες υπάρχει προβληματισμός για την επάρκεια των αποθεμάτων φυσικού αερίου για τον προσεχή χειμώνα.

Την ίδια ώρα, η Κίνα -αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά- ροκανίζει τον ευρωπαϊκό οικονομικό ιστό. Ιδιαίτερα στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι ευρωπαϊκοί κολοσσοί βλέπουν τη θέση τους να απειλείται. Τι να πει κανείς για μια αυτοκρατορία όπως η Volkswagen, σύμβολο της γερμανικής βιομηχανικής ισχύος, που αντιμετωπίζει πρωτοφανείς πιέσεις από τους Κινέζους ανταγωνιστές στα ηλεκτρικά οχήματα καθώς και από την απώλεια πρόσβασης σε αγορές που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλείς; Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο μία εταιρεία ή έναν κλάδο. Αφορά συνολικά το παραγωγικό μοντέλο της Ευρώπης, το οποίο εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο ανταγωνιστικό απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Αν όμως ρίχνουμε το «ανάθεμα» στους «έξω», ίσως να εθελοτυφλούμε για μια πικρή αλήθεια: το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο εσωτερικό της ίδιας της Ένωσης. Πλέον αυτό βρίσκει δυναμική πολιτική έκφραση. Πολιτικά, η Γηραιά Ήπειρος υπέστη σοκ από το αποτέλεσμα των εκλογών στην Σαξονία-Ανχαλτ, που έφερε το AfD προ των πυλών της εξουσίας στο γερμανικό κρατίδιο. Αποτέλεσμα που ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη τάση στη Γερμανία, αλλά και στη Γαλλία με την ενίσχυση της Λεπέν, την Ισπανία με την ενδυνάμωση του ακροδεξιού VOX- και πάει λέγοντας.

Η άνοδος αυτών των πολιτικών δυνάμεων δεν είναι τυχαία. Αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνικής ανασφάλειας, της οικονομικής πίεσης και της αίσθησης ότι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η ενίσχυση των ευρωσκεπτικιστικών φωνών, αλλά η αδυναμία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα των Ευρωπαίων. Κάπως έτσι φτάσαμε να μαυρίζει η ψυχή της κυρίας Μέρκελ για την άνοδο του AfD, αλλά αυτό δεν μας κάνει σοφότερους. Κι αυτό γιατί οι Ευρωπαίοι ηγέτες δείχνουν να αντιλαμβάνονται τις προκλήσεις χωρίς να προχωρούν με την απαιτούμενη ταχύτητα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έκθεση του Μάριο Ντράγκι για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Η έκθεση προειδοποιεί ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει πίσω οικονομικά και τεχνολογικά εάν δεν υπάρξουν μεγάλες κοινές επενδύσεις, βαθύτερη ενοποίηση των αγορών και μια πιο αποφασιστική βιομηχανική πολιτική. Παρά τη σοβαρότητα των επισημάνσεων, οι κυβερνήσεις της ΕΕ περιορίζονται κυρίως σε διακηρύξεις και όχι σε τολμηρές αποφάσεις.

Η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι γεμάτη κρίσεις που τελικά λειτούργησαν ως καταλύτες για μεγαλύτερη ενοποίηση. Όμως η σημερινή συγκυρία διαφέρει. Οι πιέσεις προέρχονται ταυτόχρονα από πολλές κατευθύνσεις και δοκιμάζουν τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική συνοχή της Ένωσης. Ο Τραμπ, ο Πούτιν και η Κίνα αποτελούν αναμφίβολα ισχυρούς εξωτερικούς παράγοντες πίεσης. Ωστόσο, η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη ίσως να μην βρίσκεται έξω από τα σύνορά της. Βρίσκεται στην αδυναμία των ίδιων των ευρωπαϊκών ηγεσιών να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, να απαντήσουν στις ανησυχίες των πολιτών και να προχωρήσουν στις αναγκαίες αλλαγές πριν οι εξελίξεις τους ξεπεράσουν.