Τα υψηλά επιτόκια ήρθαν για να μείνουν – Και δεν φταίει μόνο ο Τραμπ ή ο πόλεμος

Η εποχή του φθηνού χρήματος τελειώνει, καθώς η αποταμίευση μειώνεται, το δημόσιο χρέος εκτοξεύεται και οι επενδύσεις αυξάνονται

Αποταμίευση © pixabay

Τα αμερικανικά επιτόκια φαίνεται πως έχουν μπει σε μια νέα εποχή. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων πλησιάζουν επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2008, ενώ οι αγορές έχουν αρχίσει ακόμη και να προεξοφλούν νέα αύξηση επιτοκίων από τη Fed.

Και όμως, πίσω από την άνοδο του κόστους χρήματος δεν βρίσκεται μόνο ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν, ούτε η πιο «σκληρή» στάση της Fed.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι δομικό: οι δυνάμεις που επί δεκαετίες κρατούσαν το χρήμα φθηνό έχουν αντιστραφεί, καταγράφει σε ανάλυσή του το Bloomberg.

Για περισσότερα από 30 χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010, το λεγόμενο «φυσικό» επιτόκιο —το επίπεδο επιτοκίων που ισορροπεί αποταμίευση, επενδύσεις, ανάπτυξη και πληθωρισμό— υποχωρούσε σταθερά.

Από περίπου 5% στις αρχές της δεκαετίας του 1980 έφτασε σε περίπου 1,6% την περίοδο 2010-2015.

Τώρα η κατεύθυνση έχει αλλάξει

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Bloomberg Economics, το πραγματικό φυσικό επιτόκιο έφτασε σχεδόν στο 2,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Αυτό αντιστοιχεί σε απόδοση περίπου 4,7% για το 10ετές αμερικανικό ομόλογο σε ονομαστικούς όρους, εφόσον ο πληθωρισμός παραμένει σταθερός.

Με την απόδοση του 10ετούς να κινείται γύρω από το 4,8%, το μήνυμα είναι σαφές: τα υψηλά επιτόκια δεν αποτελούν πλέον μια προσωρινή ανωμαλία. Μπορεί να είναι η νέα κανονικότητα.

Τέλος η εποχή της υπερβολικής αποταμίευσης

Η προηγούμενη εποχή του φθηνού χρήματος στηρίχθηκε σε έναν εξαιρετικά ευνοϊκό συνδυασμό.

Η γενιά των baby boomers αποταμίευε μαζικά για τη συνταξιοδότησή της, διογκώνοντας την προσφορά κεφαλαίων. Η Κίνα συσσώρευε τεράστια πλεονάσματα από τις εξαγωγές της και τα επένδυε σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, ενώ το ίδιο έκαναν και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου με τα έσοδα από το πετρέλαιο.

Παράλληλα, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου περιόρισε τις αμυντικές δαπάνες, ενώ η χαμηλότερη ανάπτυξη στις ανεπτυγμένες οικονομίες περιόρισε τις ευκαιρίες για κερδοφόρες επενδύσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας κόσμος με υπερπροσφορά αποταμιεύσεων και έλλειψη επενδυτικής ζήτησης. Τα επιτόκια δεν μπορούσαν παρά να κινηθούν χαμηλότερα.

Αυτό το μοντέλο όμως έχει πλέον τελειώσει.

Aντλούν χρήματα από τα συνταξιοδοτικά κεφάλαια

Οι baby boomers δεν αυξάνουν πλέον τις αποταμιεύσεις τους, αλλά αρχίζουν να αντλούν χρήματα από τα συνταξιοδοτικά τους κεφάλαια.

Η Κίνα περιορίζει σταδιακά τον ρόλο της ως βασικού χρηματοδότη των ΗΠΑ, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις κάνουν τα κρατικά ομόλογα λιγότερο ελκυστικά ως «ασφαλές» καταφύγιο.

Το χρέος είναι ο μεγάλος ένοχος

Ο σημαντικότερος παράγοντας πίσω από την άνοδο των αποδόσεων τα τελευταία χρόνια είναι, σύμφωνα με το Bloomberg Economics, η εκτόξευση του κρατικού δανεισμού.

Το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ που βρίσκεται στα χέρια του κοινού έχει πλέον ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ, από περίπου 79% πριν από την πανδημία. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι μπορεί να φτάσει το 111% του ΑΕΠ έως το 2030.

Και όσο περισσότερα κεφάλαια ζητά το αμερικανικό Δημόσιο από τις αγορές, τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων.

Την ίδια ώρα, η Ευρώπη κινείται επίσης προς υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν θέσει υψηλότερους στόχους για τις αμυντικές δαπάνες, εξέλιξη που θα απαιτήσει επιπλέον δανεισμό και θα μπορούσε να προσθέσει τρισεκατομμύρια ευρώ στο ευρωπαϊκό χρέος μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Και η AI πιέζει τα επιτόκια

Στο νέο σκηνικό προστίθεται και η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Η μαζική ανάπτυξη data centers, δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων υποδομών απαιτεί τεράστιες επενδύσεις. Αν αυτή η επενδυτική έκρηξη συνεχιστεί, μπορεί να διατηρήσει υψηλή τη ζήτηση για κεφάλαια και να ασκήσει πρόσθετη ανοδική πίεση στο κόστος δανεισμού.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια θετική πλευρά: τα υψηλότερα επιτόκια επειδή υπάρχουν επιτέλους πραγματικές επενδυτικές ευκαιρίες είναι προτιμότερα από τα χαμηλά επιτόκια μιας οικονομίας που έχει βαλτώσει.

Ο λογαριασμός περνά σε όλους

Η νέα εποχή των επιτοκίων έχει συνέπειες πολύ πέρα από την αγορά ομολόγων.

Για το αμερικανικό Δημόσιο, σημαίνει ολοένα μεγαλύτερες δαπάνες για τόκους. Ήδη οι πληρωμές τόκων αντιστοιχούν σε περισσότερο από το μισό του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Για τους αγοραστές κατοικιών, σημαίνει ακριβότερα στεγαστικά δάνεια και μικρότερη αγοραστική δύναμη. Για τις επιχειρήσεις, σημαίνει ότι η αναχρηματοδότηση του χρέους γίνεται πολύ πιο επώδυνη, καθώς εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια εταιρικού χρέους που δημιουργήθηκε την εποχή της πανδημίας λήγουν μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

Ο πόλεμος στο Ιράν και οι κινήσεις της Fed μπορεί να επηρεάζουν τις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες. Δεν αλλάζουν όμως τη μεγάλη εικόνα.

Η εποχή που η παγκόσμια οικονομία μπορούσε να στηρίζεται σε άφθονη αποταμίευση, περιορισμένες επενδυτικές ανάγκες και αμερικανικό δανεισμό με χαμηλό κόστος έχει παρέλθει.

Και αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: τα επιτόκια του 4%-5% μπορεί να μην είναι πλέον μια προσωρινή επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η νέα κανονικότητα.