Πως η ρύθμιση μονιμοποίησης συμβασιούχων στους ΟΤΑ ανοίγει την πόρτα σε όλο το Δημόσιο

Τα σημεία κλειδιά της ρύθμισης Λιβάνιου που ήλθε στη Βουλή για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που εργάζονται στους παιδικούς σταθμούς

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας της ΑΔΕΔΥ στο Σύνταγμα, © ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ / EUROKINISSI

«Πασπαρτού» για την μονιμοποίηση και άλλων συμβασιούχων ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο στο μέλλον αποτελεί η ρύθμιση του Υπουργού Εσωτερικών, κ. Θεόδωρου Λιβάνιου για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου στους παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Όλη η έκθεση της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης του σχετικού νομοσχεδίου («Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»), το οποίο βρίσκεται ήδη στο στάδιο της επεξεργασίας από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή επιβεβαιώνει πως οι διατάξεις περί «καθιέρωσης πλαισίου προσλήψεων προσωπικού δημοτικών παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών» με προϋπηρεσία τουλάχιστον 2 ετών στις θέσεις αυτές, δεν αποτελούν απλά κάποια νέα «εξαίρεση» στο μέχρι τώρα καθεστώς μόνιμων προσλήψεων, αλλά μία απόπειρα μεταμόρφωσης του.

Αυτό σημαίνει πως αν αυτή η απόπειρα δεν κριθεί αντισυνταγματική, θα αναπροσαρμόσει όλο το καθεστώς μόνιμων προσλήψεων σύμφωνα με τους όρους που αυτή θέτει, ανοίγοντας έτσι το δρόμο σε μόνιμες προσλήψεις στο ευρύτερο Δημόσιο σύμφωνα με το μοντέλο των μόνιμων προσλήψεων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στους παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Από αυτήν την άποψη, έχει εξαιρετική σημασία να διαβάσει κανείς ακριβώς πώς τοποθετείται το Υπουργείο Εσωτερικών, προκειμένου να υποστηρίξει τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητα της διάταξης που αφορά τους εν λόγω εργαζόμενους.

Με κριτήριο τη «φύση των παρεχομένων υπηρεσιών»

Πρώτα – πρώτα, το ΥΠΕΣ, στην έκθεση ανάλυσης των συνεπειών ρύθμισης που συνοδεύει το σχετικό νομοσχέδιο, αναφέρει πως «η φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι οποίες σχετίζονται με την προσχολική εκπαίδευση αλλά και την πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας παιδιών προσχολικής ηλικίας και βρεφών, δικαιολογεί απόλυτα τη νομοθετική επιλογή, να προβλέπεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τον διορισμό, η ύπαρξη εμπειρίας στο αντικείμενο των θέσεων, που θα συσταθούν για την κάλυψη των αναγκών των παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών».

Το ΥΠΕΣ, συνεχίζει επισημαίνοντας πως « η εν λόγω δυνατότητα (σ.σ. δηλαδή η μόνιμη πρόσληψη υπαλλήλων με «εμπειρία») αναγνωρίζεται πλήρως και από το άρθρο 29 του Νόμου 4765/2021, το οποίο ρητώς προβλέπει, ότι η εμπειρία μπορεί να ορίζεται ως προϋπόθεση διορισμού ή πρόσληψης, με ειδική διάταξη νόμου ή σύμφωνα με τον οργανισμό ή τον κανονισμό του οικείου φορέα.

ΣτΕ: «Η εμπειρία αποτελεί γενικό και αντικειμενικό κριτήριο επιλογής»

Το ΥΠΕΣ «επιστρατεύει» (προληπτικά) και το Συμβούλιο της Επικρατείας και αναφέρει πως «η δυνατότητα, που αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη να αξιοποιήσει την εμπειρία ως βασικό κριτήριο πρόσληψης, αποτυπώνεται στην νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ)».

Πιο συγκεκριμένα, από το ΣτΕ έχει κριθεί πως «η εμπειρία αποτελεί γενικό και αντικειμενικό κριτήριο επιλογής».

Και αυτό γιατί «συνάπτεται άμεσα με την ικανότητα των υποψηφίων να ασκήσουν με επιτυχία τα καθήκοντα και συνάδει με τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.

Από καμία, εξάλλου, συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν συνάγεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να επιφυλάσσει υπέρ των υποψηφίων με μικρή ή μηδαμινή προϋπηρεσία ποσοστό από τις προκηρυσσόμενες θέσεις στη δημόσια διοίκηση».

Σύνταγμα: «Δεν ορίζει ευθέως τα κριτήρια, βάσει των οποίων λαμβάνουν χώρα οι προσλήψεις στο Δημόσιο»

Παραπέρα, το ΥΠΕΣ ρίχνει στη «μάχη» το βαρύ πυροβολικό, δηλαδή το ίδιο το Σύνταγμα. Στην ανάλυση ρυθμίσεων του νομοσχεδίου του αναφέρει πως «το άρθρο 103 του Συντάγματος, δεν ορίζει ευθέως τα κριτήρια, βάσει των οποίων λαμβάνουν χώρα οι προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ούτε τη μοριοδότηση εκάστου εξ αυτών».

«Αντιθέτως», επισημαίνει το ΥΠΕΣ, «εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να προβεί στον καθορισμό αυτών, κατά τρόπο αντικειμενικό και εκ των προτέρων ορισμένο, σεβόμενος την αρχή της ισότητας, της αξιοκρατίας και τη διαφάνεια στη δράση της δημόσιας διοίκησης.

Στη συνέχεια, το ΥΠΕΣ, τονίζει πως «οι αρχές της ισότητας και της ίσης πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις (…) αποτελούν συνταγματικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες.

Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και τη διοίκηση όταν θεσπίζει κανονιστικές ρυθμίσεις.

Κατά τον δικαστικό αυτόν έλεγχο των νομοθετικών επιλογών, που είναι έλεγχος ορίων και όχι της ορθότητας αυτών, αναγνωρίζεται στον νομοθέτη (κοινό ή κανονιστικό) η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της σχετικής ρύθμισης.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια».

«Περαιτέρω» καταλήγει το ΥΠΕΣ, «η αρχή της αξιοκρατίας (…) υπαγορεύει, η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα να γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους.

Ο νομοθέτης, μολαταύτα, είναι ελεύθερος να καθορίζει το ειδικότερο ουσιαστικό περιεχόμενο των ανωτέρω κριτηρίων, έχοντας την ευχέρεια, εφόσον κατά την κρίση του εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, ακόμη και να μεταβάλλει προϊσχύοντες κανόνες δικαίου, αδιαφόρως αν θίγονται δικαιώματα, συμφέροντα ή προσδοκίες στηριζόμενα σε αυτούς, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο απρόσωπο και αντικειμενικό».

Το σύστημα προσλήψεων προσωπικού, που προτείνεται με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις έχει λάβει υπόψη του τη νομολογία του ΣτΕ, η οποία διαμορφώθηκε αναφορικά με το ζήτημα της εμπειρίας και της ειδικής εμπειρίας.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου μοντέλου

Ωστόσο, το ΥΠΕΣ, δεν «κρύβει» τον προβληματισμό του σε σχέση με παλιότερες διατάξεις που κρίθηκαν αντισυνταγματικές.

«Στο υπό εξέταση ζήτημα», ξεκαθαρίζει πως «δεν εγείρονται τέτοιου είδους συνταγματικής φύσεως ανησυχίες, καθώς:

  • Εισάγεται πάγιο σύστημα προσλήψεων του προσωπικού όλων των ειδικοτήτων των παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών για λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, που συνδέονται με τη λειτουργία των παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών για την παροχή προσχολικής εκπαίδευσης και την εκπλήρωση συνταγματικών υποχρεώσεων του κράτους, όπως η προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας.

Το σύστημα προσλήψεων είναι συνεκτικό, εκ των προτέρων νομοθετημένο, βάσει κριτηρίων, που είναι αντικειμενικά και πρόσφορα να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή τη στελέχωση των παιδικών, βρεφικών και βρεφονηπιακών σταθμών με έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό.

Η εμπειρία ορίζεται ως αναγκαίο προσόν μονίμου διορισμού, λαμβανομένης υπόψη της δομής των εν λόγω υπηρεσιών, του ρόλου, που επιτελούν και των αναγκών των δήμων.

  • Παρέχεται η δυνατότητα εγγραφής στους πίνακες όλων ανεξαιρέτως των υποψηφίων (ακόμα και αυτών που δεν διαθέτουν εμπειρία στο αντικείμενο των θέσεων) διασφαλίζοντας, έτσι τη δυνατότητα και στους υποψήφιους αυτούς να αποκτήσουν εμπειρία μέσω της κάλυψης εκτάκτων αναγκών των δήμων, στοιχείο απαραίτητο, προκειμένου να διοριστούν ως τακτικό προσωπικό.

Με τον τρόπο αυτό, παράλληλα, επιτυγχάνεται η κάλυψη των έκτακτων αναγκών όλων των δήμων (ακόμα και ακριτικών, νησιωτικών, δυσπρόσιτων) αφού η απόκτηση εμπειρίας σε παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον διορισμό των υποψηφίων.

  • Οι υποψήφιοι κατά την επιλογή του φορέα στον οποίο επιθυμούν να απασχοληθούν, είτε θα λάβουν την προσαύξηση εμπειρίας ανεξαρτήτως αν έχουν εργαστεί σε άλλο δήμο ή στον ιδιωτικό τομέα σε παρεμφερή καθήκοντα ή, εφόσον έχουν εργαστεί σε συναφές με τις προκηρυσσόμενες θέσεις αντικείμενο στον φορέα στον οποίο δηλώνουν, λαμβάνουν επιπλέον προσαύξηση, αλλά με την απαραίτητη δέσμευση παραμονής στον φορέα επί δέκα έτη, περιορισμός που δεν ισχύει αν δεν κάνουν χρήση της αυξημένης μοριοδότησης.

Επισημαίνεται ότι το κριτήριο αυτό είναι σαφές και πλήρως διατυπωμένο, ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Η διάταξη αυτή είναι κατ’ αντιστοιχία ανάλογη με την προσαύξηση λόγω εντοπιότητας, η οποία επανακαθορίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια με τον ν. 5149/2024.

  • Η προσχολική εκπαίδευση και η παροχή φροντίδας σε βρέφη και παιδιά, αντιμετωπίζεται συνεκτικά με τις λοιπές βαθμίδες εκπαίδευσης και προσδίδεται η ίδια σημασία στην εμπειρία των απασχολούμενων σε παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς με αυτήν, που η πολιτεία έχει προσδώσει για την πρόσληψη εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο ενός ενιαίου συστήματος, που οι παιδικοί, βρεφικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί αποτελούν το προστάδιο για την ομαλή ένταξη των παιδιών και βρεφών στην υποχρεωτική εκπαίδευση, αποτελεί τουλάχιστον ανακολουθία η διαφοροποίηση στην τηρούμενη διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού.

Με τον τρόπο αυτό, ικανοποιείται μεταξύ άλλων και η σύσταση της (ΕΕ) 2021/1004 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2021 για τη θέσπιση ευρωπαϊκής εγγύησης για τα παιδιά (L223/14/22-6-2021).

Έτσι το σύστημα προσλήψεων, που εισάγεται με το παρόν συνδυάζεται απόλυτα με αντίστοιχο μοντέλο, που εισήχθη με τις διατάξεις των άρθρων 53 και επόμενα του ν. 4589/2019.

Με τον νόμο αυτό καθιερώνεται πάγιο σύστημα προσλήψεων μονίμων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στο οποίο η εμπειρία προτάσσεται ως κύριο προσόν για τον διορισμό.

Παράλληλα, καθιερώνεται η δυνατότητα κάλυψης των έκτακτων αναγκών των σχολικών μονάδων με ορισμένου χρόνου προσωπικό.

Το σύστημα αυτό έχει κατ’ επανάληψη κριθεί συνταγματικό με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας», καταλήγει το ΥΠΕΣ.