Παπασταύρου: Η Κρήτη εθνικός ενεργειακός κόμβος – Γκάζι στις έρευνες υδρογονανθράκων

Ο Σταύρος Παπασταύρου βλέπει τον Κάθετο Διάδρομο ως καταλύτη για την ενοποίηση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και την ενεργειακή ασφάλεια

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου © ECONOMIST IMPACT

Η δυναμική επανεκκίνηση του ελληνικού προγράμματος υδρογονανθράκων, η προοπτική της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης στο Ιόνιο μετά από μισό αιώνα και η ανάδειξη της Κρήτης σε νέο ενεργειακό κόμβο της χώρας βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος παρουσίασε τη στρατηγική της Ελλάδας για τον ρόλο του φυσικού αερίου και των υδρογονανθράκων στο νέο ευρωπαϊκό ενεργειακό τοπίο.

Σύμφωνα με τον υπουργό, η παρουσία δύο από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές πετρελαϊκές εταιρείες παγκοσμίως στις ελληνικές παραχωρήσεις δεν αποτελεί μια συγκυριακή εξέλιξη ούτε μια απλή αντανάκλαση της αλλαγής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Αντίθετα, όπως υποστήριξε, είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας και συστηματικής προσπάθειας που ξεκίνησε αρκετά χρόνια νωρίτερα, με την Ελλάδα να επενδύει σταθερά σε ενεργειακές υποδομές και στη συλλογή κρίσιμων γεωλογικών δεδομένων.

Ο κ. Παπασταύρου απέρριψε ευθέως την άποψη ότι η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες αποτελεί άμεση συνέπεια του δόγματος «drill, baby, drill» της αμερικανικής κυβέρνησης. Όπως τόνισε, η χώρα είχε ήδη χαράξει αυτή τη στρατηγική πολύ πριν από τις αμερικανικές εκλογές του 2024. «Δεν λειτουργεί έτσι ο κλάδος των υδρογονανθράκων», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι από το 2019 και μετά η Ελλάδα επένδυσε συστηματικά τόσο στις ενεργειακές υποδομές όσο και στη δημιουργία των απαραίτητων γεωλογικών πληροφοριών που απαιτούνται για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον διεθνείς επενδυτές.

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε τις επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές φυσικού αερίου, όπως οι τερματικοί σταθμοί LNG και οι σταθμοί συμπίεσης, ενώ σημείωσε ότι κατά την περίοδο 2022-2024 πραγματοποιήθηκε σημαντική πρόοδος στις σεισμικές έρευνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, τα διαθέσιμα δισδιάστατα σεισμικά δεδομένα υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ τα τρισδιάστατα δεδομένα αυξήθηκαν περισσότερο από πέντε φορές σε σχέση με το παρελθόν. Αυτή ακριβώς η συσσώρευση γνώσης και πληροφοριών ήταν, όπως είπε, εκείνη που δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε κολοσσοί του κλάδου να στραφούν προς την Ελλάδα.

Η πρώτη γεώτρηση στο Ιόνιο μετά από 50 χρόνια

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο υπουργός στις εξελίξεις στο Ιόνιο, όπου, όπως ανέφερε, η κοινοπραξία των ExxonMobil, HELLENiQ Energy και Energean προετοιμάζει την πρώτη ερευνητική γεώτρηση στην περιοχή έπειτα από περίπου πέντε δεκαετίες. Η γεώτρηση προγραμματίζεται για τον Φεβρουάριο του 2027 στο Βόρειο Ιόνιο και αναμένεται να αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό τεστ για το κατά πόσο υπάρχουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα στην περιοχή.

Ο ίδιος συνέδεσε μάλιστα τη σημερινή προσπάθεια με μια ιστορική αναφορά στον ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος πριν από πενήντα χρόνια είχε επισημάνει ότι για να μπορέσει η χώρα να σχεδιάσει το μέλλον της, θα πρέπει πρώτα να γνωρίζει τι κρύβεται κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα της. Σήμερα, όπως είπε, η Ελλάδα επιχειρεί ακριβώς αυτό: να διαπιστώσει αν οι περιοχές του Ιονίου διαθέτουν αξιοποιήσιμο ενεργειακό πλούτο.

Παράλληλα, τόνισε ότι οι έρευνες προχωρούν με ταχύτητα και νοτίως της Κρήτης, όπου αναμένεται να ξεκινήσει νέα φάση σεισμικών ερευνών μέχρι το τέλος του έτους. Κατά τον υπουργό, το γεγονός ότι τόσο η Chevron όσο και η ExxonMobil έχουν επιδείξει έντονο ενδιαφέρον για τις ελληνικές θαλάσσιες περιοχές αποτελεί σαφή ένδειξη ότι τα διαθέσιμα γεωλογικά στοιχεία παρουσιάζουν σημαντικές προοπτικές. Ωστόσο, έσπευσε να επισημάνει ότι στον συγκεκριμένο κλάδο δεν χωρούν βεβαιότητες. Υπενθύμισε μάλιστα ότι η Νορβηγία χρειάστηκε να πραγματοποιήσει 16 έως 17 γεωτρήσεις προτού εντοπίσει το πρώτο μεγάλο εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα.

Ο «Ασωπός» και το πρώτο μεγάλο τεστ

Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσίασε και η αναφορά του στον στόχο «Ασωπός», ο οποίος θεωρείται το πρώτο μεγάλο ορόσημο της νέας ερευνητικής περιόδου. Όπως υπογράμμισε, σε λιγότερο από έναν χρόνο η χώρα θα έχει μια πρώτη ουσιαστική εικόνα για το εάν η συγκεκριμένη δομή διαθέτει εμπορικά αξιοποιήσιμο κοίτασμα.

Ο υπουργός εξήγησε ότι οι πιθανότητες επιτυχίας μιας τέτοιας ερευνητικής γεώτρησης κυμαίνονται συνήθως στο 16%-17%, ποσοστό που θεωρείται ικανοποιητικό για τα δεδομένα της βιομηχανίας. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, τότε η παραγωγή θα μπορούσε να ξεκινήσει στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, πιθανότατα την περίοδο 2031-2032.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι η αξία μιας επιτυχούς ανακάλυψης δεν περιορίζεται στα μελλοντικά έσοδα από την παραγωγή. Όπως σημείωσε, από τη στιγμή που θα επιβεβαιωθεί η ύπαρξη εμπορικά αξιοποιήσιμου κοιτάσματος, θα αναβαθμιστεί άμεσα η συνολική αξία και το επενδυτικό ενδιαφέρον για ολόκληρο το ελληνικό χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων, ακόμη και πριν από την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας.

Η Κρήτη από ενεργειακή «νησίδα» σε εθνικό κόμβο

Ξεχωριστό κεφάλαιο στην τοποθέτηση του υπουργού αποτέλεσε η Κρήτη, την οποία χαρακτήρισε κεντρικό πυλώνα του νέου ενεργειακού χάρτη της χώρας. Όπως ανέφερε, η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Αττικής έβαλε οριστικό τέλος σε μια ενεργειακή απομόνωση που χαρακτήριζε το νησί επί δεκαετίες.

Ο κ. Παπασταύρου περιέγραψε το έργο ως ιστορικής σημασίας, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για τη βαθύτερη και τεχνικά πιο σύνθετη ηλεκτρική διασύνδεση που έχει υλοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα και μία από τις πιο απαιτητικές παγκοσμίως. Τόνισε επίσης ότι το έργο υλοποιήθηκε από την εταιρεία Αριάδνη, θυγατρική του ΑΔΜΗΕ, με τη συμβολή Ελλήνων μηχανικών που επέστρεψαν από το εξωτερικό, στοιχείο που, όπως είπε, αποτυπώνει και μια μορφή επαναπατρισμού εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.

Κατά τον υπουργό, η σημασία της διασύνδεσης δεν περιορίζεται στην ενεργειακή ασφάλεια. Η σύνδεση της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα δημιουργεί πλέον τις προϋποθέσεις για νέες επενδύσεις, για μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για τη στήριξη νέας επιχειρηματικής δραστηριότητας στο νησί. Με άλλα λόγια, η Κρήτη παύει να αποτελεί μια ενεργειακά απομονωμένη περιοχή και μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς κόμβους της χώρας, με ρόλο που εκτείνεται από τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις έως τις έρευνες υδρογονανθράκων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Ο Κάθετος Διάδρομος ως εργαλείο μετασχηματισμού της περιοχής

Πέρα από τους υδρογονάνθρακες, ο υπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, τον οποίο περιέγραψε ως ένα έργο με πολύ ευρύτερη γεωπολιτική σημασία από μια απλή διασύνδεση αγωγών. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σερβία, η Βόρεια Μακεδονία και η ευρύτερη περιοχή εξακολουθούν να λειτουργούν ως ένα κατακερματισμένο σύνολο, παρά τη γεωγραφική τους εγγύτητα.

Κατά την εκτίμησή του, ο Κάθετος Διάδρομος μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης οικονομικής και ενεργειακής ενοποίησης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δημιουργώντας μια αγορά περίπου 100 εκατομμυρίων κατοίκων. Στο πλαίσιο αυτό, συνέδεσε την πρωτοβουλία και με τον διάδρομο IMEC, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει πύλη εισόδου εμπορίου από την Ινδία και τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, εφόσον προχωρήσουν τα μεγάλα έργα διασυνδεσιμότητας που σχεδιάζονται.

Η αβεβαιότητα για το ρωσικό αέριο «μπλοκάρει» τον Κάθετο Διάδρομο

Σύμφωνα με τον υπουργό, το μεγαλύτερο εμπόδιο για την πλήρη ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου δεν είναι πλέον οι υποδομές αλλά η αβεβαιότητα της αγοράς σχετικά με το μέλλον του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη.

Όπως σημείωσε, οι επενδυτές και οι traders δεν φαίνεται να έχουν πειστεί πλήρως ότι από την 1η Ιανουαρίου 2028 θα σταματήσει οριστικά κάθε εισαγωγή ρωσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν υπήρχε αυτή η βεβαιότητα, υποστήριξε, η αγορά θα έσπευδε να δεσμεύσει νέες ποσότητες και νέα συμβόλαια. Αντίθετα, εξακολουθεί να υπάρχει η προσδοκία ότι οι ροές μέσω του TurkStream θα μπορούσαν να συνεχιστούν και μετά το 2027, γεγονός που επηρεάζει τις εμπορικές αποφάσεις των συμμετεχόντων στην αγορά.

Ο ίδιος υπογράμμισε πάντως ότι ο Κάθετος Διάδρομος δεν σχεδιάζεται αποκλειστικά για το αμερικανικό LNG. Όπως ανέφερε, στο μέλλον θα μπορούσε να μεταφέρει και φυσικό αέριο από την Κύπρο και το κοίτασμα Αφροδίτη, καθώς και ποσότητες από άλλες πηγές προμήθειας, ενισχύοντας την ευελιξία και την ασφάλεια εφοδιασμού της περιοχής.

Επόμενο στοίχημα η αποθήκευση ενέργειας

Κλείνοντας, ο υπουργός παρουσίασε τα τελευταία στοιχεία για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Όπως ανέφερε, η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ αυξήθηκε από περίπου 6,2 GW το 2019 σε 18 GW σήμερα, ενώ μόνο τον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν περίπου 3 GW νέας ισχύος.

Παρότι χαρακτήρισε εντυπωσιακή την πρόοδο των ΑΠΕ, αναγνώρισε ότι η Ελλάδα έχει καθυστερήσει σημαντικά στον τομέα της αποθήκευσης. Όπως είπε, μέχρι τον Μάρτιο του 2026 δεν υπήρχε καμία μπαταρία συνδεδεμένη στο ηλεκτρικό σύστημα. Η πρώτη εγκατάσταση ισχύος 32 MW τέθηκε σε λειτουργία τον Απρίλιο, ενώ σήμερα η ισχύς έχει φθάσει τα 210 MW. Ο στόχος είναι να ανέλθει στα 800 MW μέχρι το τέλος του έτους και στα 1,5 GW μέσα στο 2027.

Τέλος,  μίλησε για μία πιο οργανωμένη ανάπτυξη των ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια, με αυστηρότερους χωροταξικούς κανόνες και σαφέστερα όρια για την εγκατάσταση έργων σε περιοχές Natura, δασικές εκτάσεις και ορεινούς όγκους. Όπως κατέληξε, το ενεργειακό μείγμα της χώρας θα συνεχίσει να στηρίζεται σε έναν συνδυασμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, φυσικού αερίου και υδροηλεκτρικών έργων, με στόχο τη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.