Μία άγνωστη παράμετρο που σχετίζεται με την υπόθεση του ιστορικού κινηματογράφου Παλάς στο Παγκράτι φέρνει σήμερα στο προσκήνιο το Powergame.gr, μετά την πρόσφατη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων να μην χαρακτηρίσει ως μνημείο το κτίριο του χειμερινού κινηματογράφου. Η εξέλιξη αυτή άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για το μέλλον του ακινήτου, το οποίο έχει περάσει στην ιδιοκτησία της Lidl Ελλάς, ωστόσο δεν σημαίνει ότι η κινηματογραφική χρήση αποσυνδέεται πλήρως από το ακίνητο. Αντιθέτως, υπάρχει μία κομβική λεπτομέρεια, που διαφοροποιεί την εικόνα. Ο θερινός κινηματογράφος στην ταράτσα του κτιρίου είναι διατηρητέος ως προς τη χρήση του.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά το γεγονός πως ο χειμερινός κινηματογράφος δεν κρίθηκε διατηρητέος, η χρήση του θερινού κινηματογράφου παραμένει προστατευμένη. Το Παλάς, άλλωστε, λειτουργούσε ιστορικά με διπλή μορφή, ως χειμερινή αίθουσα και ως θερινός κινηματογράφος στην οροφή του κτιρίου. Η απόφαση για τον μη χαρακτηρισμό του χειμερινού τμήματος δεν αναιρεί το καθεστώς που ισχύει για τον θερινό, ο οποίος είχε ενταχθεί στο ΦΕΚ 648/Δ της 25ης Ιουλίου 1997, μαζί με ακόμη 46 θερινούς κινηματογράφους και δύο κτίρια θερινών κινηματογράφων.
Ο ρόλος της Lidl Ελλάς ως προς την αξιοποίηση του ακινήτου
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Lidl Ελλάς, η οποία έχει αποκτήσει το ακίνητο, καλείται πλέον να κινηθεί σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, να ανακαινίσει και να διαμορφώσει το κτίριο ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει κατάστημα σούπερ μάρκετ, με τις απαιτούμενες υποδομές και χώρο στάθμευσης. Οι ίδιες πληροφορίες αναμένουν ότι θα δημιουργηθεί διώροφο κατάστημα. Από την άλλη, να αποκαταστήσει και να καταστήσει ξανά λειτουργικό τον θερινό κινηματογράφο, που βρίσκεται στην ταράτσα. Αυτή ακριβώς είναι και η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης, καθώς η μελλοντική αξιοποίηση του ακινήτου δεν φαίνεται να οδηγεί κατ’ ανάγκη στην πλήρη διαγραφή του κινηματογραφικού χαρακτήρα του Παλάς, αλλά σε ένα μοντέλο συνύπαρξης εμπορικής χρήσης και πολιτιστικής λειτουργίας.
Πηγές με γνώση του θέματος αναφέρουν ότι το έργο δεν αναμένεται να ξεκινήσει εντός του 2026, αλλά μετατίθεται, κατά πάσα πιθανότητα, για το 2027. Πρόκειται για μία σύνθετη διαδικασία, καθώς το ακίνητο έχει παλαιότητα και ζητήματα που απαιτούν τεχνική αντιμετώπιση. Η ανακαίνιση του θερινού κινηματογράφου εντάσσεται στο συνολικό σχέδιο αποκατάστασης και αξιοποίησης του κτιρίου, ακόμη κι αν η Lidl δεν έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τον χώρο των θεαμάτων.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα επαναλειτουργήσει ο θερινός κινηματογράφος, αλλά υπό ποιο καθεστώς. Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, θα μπορούσε να είναι η μίσθωση του χώρου σε εταιρεία που δραστηριοποιείται στην προβολή κινηματογραφικών ταινιών και θα μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση του θερινού Παλάς. Ένα τέτοιο μοντέλο θα επέτρεπε στη Lidl να αξιοποιήσει το ακίνητο για τη βασική εμπορική της δραστηριότητα, διατηρώντας παράλληλα την προστατευμένη χρήση του θερινού κινηματογράφου μέσα από συνεργασία με εξειδικευμένο φορέα.
Πρώτη χρονιά λειτουργίας του κινηματογράφου
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και λόγω της ιστορικής διαδρομής του Παλάς. Ο κινηματογράφος λειτούργησε για πρώτη φορά το 1925, όταν ο πατέρας του μετέπειτα ιδιοκτήτη και αιθουσάρχη, Ματθαίου Πόταγα και τα δύο αδέλφια του προχώρησαν στη δημιουργία της κινηματογραφικής αίθουσας. Το 1935, ο αρχιτέκτονας του Μεσοπολέμου Βασίλειος Κασσάνδρας ανέλαβε την ανακατασκευή της αίθουσας, προσδίδοντάς της στοιχεία art deco διακόσμησης. Ο Ματθαίος Πόταγας, γεννημένος το 1928, ανέλαβε τη λειτουργία του κινηματογράφου το 1953 και παρέμεινε συνδεδεμένος με το Παλάς έως τον θάνατό του, το 2021, έχοντας χαρακτηριστεί ως ένας από τους μακροβιότερους ιδιοκτήτες κινηματογραφικής αίθουσας στην Αθήνα.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η λειτουργία του χειμερινού κινηματογράφου είχε διακοπεί, καθώς το κτίριο αντιμετώπιζε ζητήματα στατικότητας και παλαιότητας. Αντιθέτως, ο θερινός κινηματογράφος στην ταράτσα λειτούργησε πιο πρόσφατα, υπό τη διαχείριση της White Screen του Μιχάλη Ζέη, επικεφαλής και του ιστορικού κινηματογράφου Τριανόν στην οδό Κοδριγκτώνος. Η εταιρεία του λειτούργησε τον χώρο τις περιόδους 2021 και 2022, ενώ το 2023 ο θερινός παρέμεινε κλειστός, λόγω της παλαιότητας του κτιρίου και των πολεοδομικών ζητημάτων που εκκρεμούσαν.
Η προοπτική αξιοποίησης υπό νέα ιδιοκτησία και με νέα χρήση
Η ιδιοκτησιακή αλλαγή που ακολούθησε τον θάνατο του Ματθαίου Πόταγα άνοιξε το δρόμο για την αξιοποίηση του ακινήτου υπό νέο καθεστώς. Το ακίνητο περιήλθε στους κληρονόμους του, οι οποίοι προχώρησαν στη συμφωνία με τη Lidl Ελλάς. Η είσοδος ενός μεγάλου λιανεμπορικού ομίλου σε ένα ακίνητο με τόσο έντονη τοπική και ιστορική φόρτιση δημιούργησε εύλογες αντιδράσεις και ερωτήματα για το μέλλον του Παλάς. Ωστόσο, το καθεστώς του θερινού κινηματογράφου λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, καθώς επιβάλλει τη διατήρηση της συγκεκριμένης χρήσης.
Η πρόσφατη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων να μην χαρακτηρίσει το ακίνητο του Παλάς ως διατηρητέο, αφορά στον χειμερινό κινηματογράφο και όχι στη διατηρητέα χρήση του θερινού, η οποία όπως προειπώθηκε βρίσκεται σε ισχύ από το 1997. Το ΚΣΝΜ γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ του μη χαρακτηρισμού του κτιρίου ως νεώτερου μνημείου, κρίνοντας ότι πρόκειται για κοινό κτιριακό τύπο κλειστής κινηματογραφικής αίθουσας συνοικιακού χαρακτήρα, χωρίς αξιόλογα στοιχεία από αρχιτεκτονική, τυπολογική, μορφολογική, καλλιτεχνική και ιστορική άποψη, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου.
Από εδώ και πέρα, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο πρακτικό σκέλος της επόμενης ημέρας. Η Lidl θα πρέπει να σχεδιάσει μία παρέμβαση που θα εξυπηρετεί τη λειτουργία καταστήματος, αλλά ταυτόχρονα θα σέβεται και θα αποκαθιστά τη διατηρητέα χρήση του θερινού κινηματογράφου. Εάν αυτό προχωρήσει, το Παλάς μπορεί να αποτελέσει μία ιδιαίτερη περίπτωση συνύπαρξης λιανεμπορίου και πολιτισμού στον αστικό ιστό του Παγκρατίου.
Το μοντέλο αυτό, εφόσον υλοποιηθεί, θα έχει και συμβολικό βάρος. Σε μία περίοδο κατά την οποία πολλοί ιστορικοί κινηματογράφοι της Αθήνας είτε κλείνουν είτε αλλάζουν χρήση, η διατήρηση του θερινού Παλάς στην ταράτσα του κτιρίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σολομώντεια λύση ανάμεσα στην ανάγκη αξιοποίησης ενός παλαιού ακινήτου και στη διατήρηση ενός κομματιού της κινηματογραφικής μνήμης της πόλης.
