Κάμψη πωλήσεων και κερδοφορίας, παρά τη διατήρηση ιδιαίτερα υψηλών περιθωρίων, παρουσίασε το 2025 η Louis Vuitton στην ελληνική αγορά. Η εταιρεία απέδωσε την υποχώρηση των επιδόσεών της στις αλλαγές που καταγράφηκαν στη σύνθεση της τουριστικής κίνησης, καθώς και στη μειωμένη αγοραστική δαπάνη επισκεπτών υψηλού εισοδήματος, οι οποίοι αποτελούν βασικό κοινό για την αγορά ειδών πολυτελείας.
Ο κύκλος εργασιών της Louis Vuitton Ελλάδος διαμορφώθηκε σε 72,79 εκατ. ευρώ, έναντι 77,81 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση 6,46%. Σε απόλυτους αριθμούς, οι πωλήσεις περιορίστηκαν κατά περίπου 5 εκατ. ευρώ μέσα σε μία χρονιά, σηματοδοτώντας μια διαφοροποίηση σε σχέση με τη δυναμική που είχε αποκτήσει τα προηγούμενα χρόνια η αγορά πολυτελών ειδών στην Ελλάδα.
Η εικόνα αυτή εμφανίστηκε παρά το γεγονός ότι η εταιρεία διαθέτει παρουσία σε ορισμένα από τα σημαντικότερα σημεία κατανάλωσης πολυτελείας στη χώρα. Διατηρεί κατάστημα στη Βουκουρεστίου 19, στο κέντρο της Αθήνας, καθώς και δύο σημεία στη Μύκονο, στην Ψαρρού και στα Τρία Πηγάδια. Το δίκτυό της συμπληρώνεται από κατάστημα στη μαρίνα του Αστέρα Βουλιαγμένης.
Η γεωγραφική κατανομή των καταστημάτων δείχνει και τον βαθμό σύνδεσης της δραστηριότητας με την τουριστική κίνηση υψηλών εισοδημάτων. Αθήνα, Μύκονος και Αθηναϊκή Ριβιέρα αποτελούν βασικούς προορισμούς για επισκέπτες με αυξημένη καταναλωτική δυνατότητα. Επομένως, ακόμη και μικρές μεταβολές στην προέλευση των ταξιδιωτών, στη διάρκεια της παραμονής τους ή στο ύψος της κατά κεφαλήν δαπάνης μπορούν να επηρεάσουν αισθητά τις επιδόσεις της εταιρείας.
Πίεση στο μεικτό περιθώριο και αύξηση δαπανών
Το μεικτό αποτέλεσμα υποχώρησε στα 30,28 εκατ. ευρώ, από 33,09 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 8,5%. Το μεικτό περιθώριο κέρδους περιορίστηκε στο 41,60%, έναντι 42,53% το 2024, γεγονός που δείχνει ότι η κάμψη δεν περιορίστηκε μόνο στο επίπεδο των πωλήσεων, αλλά επηρέασε και την αποδοτικότητα της εμπορικής δραστηριότητας.
Το κόστος πωλήσεων διαμορφώθηκε στα 42,51 εκατ. ευρώ, από 44,72 εκατ. ευρώ το 2024. Η μείωσή του ήταν μικρότερη αναλογικά από την πτώση των μεικτών κερδών, με αποτέλεσμα να ασκηθεί πίεση στο σχετικό περιθώριο.
Την ίδια στιγμή, αυξημένα κατά 14,83% εμφανίζονται συνολικά τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας και διάθεσης, τα οποία ανήλθαν σε 14,32 εκατ. ευρώ, έναντι 12,47 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται από την εταιρεία στις επιπλέον δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν και στην αυξημένη λειτουργική κίνηση.
Ειδικότερα, τα έξοδα διοίκησης αυξήθηκαν στα 3,54 εκατ. ευρώ, από 3,26 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος τους, ποσό περίπου 3,02 εκατ. ευρώ, αφορούσε αμοιβές και έξοδα τρίτων.
Πιο έντονη ήταν η αύξηση των εξόδων διάθεσης, τα οποία έφτασαν τα 10,78 εκατ. ευρώ, από 9,21 εκατ. ευρώ το 2024. Οι αμοιβές και τα έξοδα προσωπικού ανήλθαν σε 4,83 εκατ. ευρώ, έναντι 4,42 εκατ. ευρώ, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν σημαντικά στα 1,79 εκατ. ευρώ, από 1,21 εκατ. ευρώ. Οι αποσβέσεις διαμορφώθηκαν σε 1,47 εκατ. ευρώ, από 930.326 ευρώ.
Κέρδη προ φόρων 18,6 εκατ. ευρώ
Η υποχώρηση των πωλήσεων και η αύξηση των λειτουργικών δαπανών περιόρισαν τα αποτελέσματα προ τόκων και φόρων στα 18,50 εκατ. ευρώ, από 23 εκατ. ευρώ το 2024. Το αντίστοιχο περιθώριο συρρικνώθηκε στο 25,42%, από 29,56%. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 18,58 εκατ. ευρώ, έναντι 23,30 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 20,3%. Το περιθώριο κέρδους προ φόρων υποχώρησε στο 25,52%, από 29,94%, παραμένοντας πάντως σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο για εμπορική επιχείρηση.
Έπειτα από φόρο εισοδήματος 4,22 εκατ. ευρώ που κλήθηκε να καταβάλει, η Louis Vuitton Ελλάδος εμφάνισε καθαρά κέρδη 14,36 εκατ. ευρώ, έναντι 17,62 εκατ. ευρώ το 2024. Η μείωση ανήλθε σε περίπου 18,5%, με την καθαρή κερδοφορία να περιορίζεται κατά 3,26 εκατ. ευρώ.
Παρά την πτώση, τα καθαρά κέρδη αντιστοιχούν σχεδόν στο 19,7% των πωλήσεων, αποτυπώνοντας την υψηλή κερδοφορία που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα του γαλλικού οίκου στην Ελλάδα.
Αυξημένα έσοδα από τις αγορές tax free
Θετικά κινήθηκαν τα λοιπά συνήθη έσοδα, τα οποία αυξήθηκαν στα 2,51 εκατ. ευρώ, από 2,18 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος προήλθε από προμήθειες και μεσιτείες tax free, ύψους 2,28 εκατ. ευρώ, έναντι 2,02 εκατ. ευρώ το 2024.
Η αύξηση κατά περίπου 12,6% των συγκεκριμένων εσόδων δείχνει ότι οι αγορές από επισκέπτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολούθησαν να αποτελούν σημαντικό κομμάτι της δραστηριότητας. Δεν ήταν όμως αρκετές για να αντισταθμίσουν τη συνολική κάμψη των πωλήσεων, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι μεταβλήθηκε το καταναλωτικό μείγμα των ξένων επισκεπτών.
Οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών από τη συνδεδεμένη Louis Vuitton Malletier ανήλθαν σε 43,29 εκατ. ευρώ, από 46,53 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, οι πωλήσεις υπηρεσιών και εμπορευμάτων προς τη μητρική αυξήθηκαν σε 6,98 εκατ. ευρώ, από 6,26 εκατ. ευρώ.
Μέρισμα ίσο με τα κέρδη του 2024
Οι λειτουργικές ταμειακές ροές παρέμειναν θετικές, αλλά περιορίστηκαν αισθητά. Οι καθαρές χρηματοροές από λειτουργικές δραστηριότητες ανήλθαν σε 11,24 εκατ. ευρώ, από 22,25 εκατ. ευρώ το 2024. Η εταιρεία πραγματοποίησε πληρωμές περίπου 2 εκατ. ευρώ για την απόκτηση παγίων, έναντι 4,19 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Καθοριστική επίδραση στα διαθέσιμα είχε η καταβολή μερισμάτων ύψους 17,62 εκατ. ευρώ, ποσό ίσο με τα καθαρά κέρδη της χρήσης του 2024. Ως αποτέλεσμα, τα ταμειακά διαθέσιμα υποχώρησαν στα 12,78 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 21,08 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Η Louis Vuitton Ελλάδος σημειώνει ότι παρακολουθεί στενά τις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με έμφαση στην προστασία της ρευστότητας, στη συνέχιση των λειτουργικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων και στη διατήρηση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων. Το στοίχημα για την επόμενη περίοδο θα είναι η ανάκτηση των πωλήσεων, σε μία αγορά που εξαρτάται όχι μόνο από τον αριθμό των τουριστικών αφίξεων, αλλά κυρίως από την ποιότητα και τη δαπάνη των επισκεπτών.
