Σε data centers, ενέργεια και ψηφιακές υποδομές μετακινούνται με ταχύτητα τα μεγάλα ιδιωτικά κεφάλαια, παγκοσμίως. Η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, η αυξανόμενη ζήτηση για ηλεκτρική ισχύ και οι τεράστιες ανάγκες εκσυγχρονισμού των υποδομών δημιουργούν ένα νέο επενδυτικό πεδίο τρισεκατομμυρίων. Δεν είναι τυχαίο ότι η McKinsey υπολογίζει σε 106 τρισ.δολ. τις συνολικές επενδύσεις που θα απαιτηθούν παγκοσμίως για υποδομές έως το 2040.
Η ίδια επενδυτική μετατόπιση αρχίζει να γίνεται ορατή και στην Ελλάδα, όπου νέα θεσμικά κεφάλαια χτίζουν ήδη στρατηγικές γύρω από την ενέργεια και τις υποδομές. Το EOS Atlas Infrastructure and Green Transition Fund του Απόστολου Ταμβακάκη, με first closing 209 εκατ.ευρώ και στόχο άνω των 300 εκατ.ευρώ, εξετάζει ήδη επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας, διαχείριση αποβλήτων και ευρύτερα έργα υποδομών, ενώ το Hellenic Infrastructure and Innovation Fund του Υπερταμείου έχει τοποθετήσει τις ψηφιακές υποδομές και την ενέργεια στην ατζέντα των πρώτων επενδύσεων.
Η επιστροφή των υποδομών στα ραντάρ των ιδιωτικών κεφαλαίων δεν είναι συγκυριακή. Το 2025 η άντληση κεφαλαίων από επενδυτικά ταμεία υποδομών κλειστού τύπου έφτασε παγκοσμίως σε νέο ιστορικό υψηλό, προσεγγίζοντας τα 200 δισ. δολ., από 126 δισ. δολ. το 2024 και ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ των 180 δισ. δολ. του 2022. Στην Ευρώπη το fundraising σε υποδομές αυξήθηκε κατά 65%, ενώ στη Βόρεια Αμερική σχεδόν τετραπλασιάστηκε.
Η ελληνική ευκαιρία των 60 δισ. ευρώ
Στην Ελλάδα, η διεθνής στροφή των ιδιωτικών κεφαλαίων προς την ενέργεια και τις υποδομές αρχίζει να αποκτά απτό επενδυτικό αποτύπωμα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του EOS Atlas Infrastructure and Green Transition Fund, το οποίο έχει ήδη περάσει από τη φάση της συγκέντρωσης κεφαλαίων στην αναζήτηση των πρώτων επενδύσεων. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται έργα σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών, διαχείριση απορριμμάτων και ευρύτερα έργα υποδομών, με τις τοποθετήσεις να κινούνται κατά μέσο όρο στην περιοχή των 30-40 εκατ. ευρώ ανά έργο. Το πεδίο που ανοίγεται είναι μεγάλο. Σύμφωνα με την EOS Global Investors, οι ανάγκες για ιδιωτικές επενδύσεις και έργα μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στις ελληνικές υποδομές και την ενεργειακή μετάβαση υπερβαίνουν τα 60 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια.
Όπως έχει αποκαλύψει στο powergame.gr ο επικεφαλής του EOS Atlas και Founding Partner της EOS Global Investors, Γιάννης Παπαδόπουλος, στόχος είναι να ολοκληρωθούν συνολικά τρεις έως τέσσερις επενδύσεις μέσα στο 2026. Το επόμενο ορόσημο είναι η ολοκλήρωση της άντλησης κεφαλαίων, η οποία τοποθετείται στις αρχές του 2027 και αναμένεται να ανεβάσει το μέγεθος του επενδυτικού σχήματος πάνω από τα 300 εκατ. ευρώ. Η στρατηγική του EOS Atlas δεν περιορίζεται, πάντως, σε αυτόνομες επενδύσεις. Το fund δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε συμπράξεις με ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους, αλλά και στη συμμετοχή σε μεγαλύτερα επενδυτικά σχήματα και έργα ΣΔΙΤ, επιδιώκοντας να λειτουργήσει ως στρατηγικός συνεπενδυτής σε μεγάλα έργα υποδομών και ενεργειακής μετάβασης.
Επενδυτική μετατόπιση και στην Ελλάδα
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι πρώτες επενδυτικές κινήσεις του Hellenic Infrastructure and Innovation Fund (HIIF), του νέου επενδυτικού οχήματος του Υπερταμείου. Το Ελληνικό Ταμείο Καινοτομίας και Υποδομών βρίσκεται ήδη σε πλήρη λειτουργία και προωθεί τουλάχιστον τρεις επενδύσεις, μία εκ των οποίων, όπως έχει δηλώσει ο διευθύνων σύμβουλος του HIIF, Στέλιος Φράγκος, αναμένεται να ανακοινωθεί το επόμενο διάστημα και αφορά τον τομέα των ψηφιακών υποδομών.
Κατά τον ίδιο, δύο είναι οι τομείς από τους οποίους αναμένεται να προκύψουν ορισμένες από τις μεγαλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες των επόμενων ετών: η ενέργεια και οι ψηφιακές υποδομές. «Εκεί σχεδιάζουμε και τις πρώτες μας επενδύσεις», έχει αναφέρει χαρακτηριστικά. Το HIIF σχεδιάζει τοποθετήσεις από 10 έως 45 εκατ. ευρώ ανά έργο ή εταιρεία, συμμετέχοντας ως μέτοχος μειοψηφίας και επιδιώκοντας συνεπενδύσεις με εγχώριους και διεθνείς επενδυτές.
Οι κινήσεις των δύο επενδυτικών σχημάτων αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον μέσα στο διεθνές επενδυτικό κάδρο. EOS Atlas και HIIF κατευθύνουν κεφάλαια ακριβώς στους δύο άξονες που συγκεντρώνουν σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος για υποδομές: την ενεργειακή μετάβαση και τις ψηφιακές υποδομές. Πρόκειται για τους ίδιους τομείς στους οποίους, σύμφωνα με τη McKinsey, κατευθύνεται ήδη δυσανάλογα μεγάλο μέρος των παγκόσμιων ιδιωτικών κεφαλαίων.
Το comeback των υποδομών
Η δυναμική δεν περιορίζεται στην άντληση νέων κεφαλαίων. Σε έρευνα της McKinsey μεταξύ περίπου 300 διεθνών θεσμικών επενδυτών, το 51% δηλώνει ότι σχεδιάζει να αυξήσει τις τοποθετήσεις του σε υποδομές μέσα στην επόμενη τριετία. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις εξαγορές επιχειρήσεων διαμορφώνεται στο 35% και για τα ακίνητα στο 30%, γεγονός που φέρνει τις υποδομές στην πρώτη θέση μεταξύ των επενδυτικών κατηγοριών στις οποίες οι θεσμικοί επενδυτές σχεδιάζουν να αυξήσουν την έκθεσή τους.
Παράλληλα, αλλάζει και το μέγεθος των συναλλαγών. Η συνολική αξία των συμφωνιών στον τομέα των υποδομών αυξήθηκε κατά 23% το 2025, παρότι ο αριθμός τους μειώθηκε κατά περίπου 24%, με τη μέση αξία ανά συναλλαγή να ενισχύεται κατά 78%. Η εικόνα παραπέμπει σε λιγότερες αλλά σημαντικά μεγαλύτερες συμφωνίες, καθώς τα κεφάλαια συγκεντρώνονται ολοένα περισσότερο σε μεγάλα και σύνθετα έργα και σε επενδυτικά σχήματα που διαθέτουν το μέγεθος και την κεφαλαιακή ισχύ για να τα χρηματοδοτήσουν.

McKinsey, Global Private Markets Report 2026
Το AI αλλάζει τον χάρτη των υποδομών
Στον πυρήνα της μετατόπισης του επενδυτικού ενδιαφέροντος βρίσκεται η Τεχνητή Νοημοσύνη. Η επενδυτική ιστορία της AI δεν περιορίζεται πλέον στους ημιαγωγούς, στο λογισμικό ή στα ίδια τα μοντέλα. Η λειτουργία της νέας ψηφιακής οικονομίας απαιτεί ένα ολόκληρο φυσικό οικοσύστημα: κέντρα δεδομένων, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δίκτυα μεταφοράς, συστήματα αποθήκευσης και οπτικές ίνες.
Η McKinsey εκτιμά ότι έως το 2040 θα απαιτηθούν συνολικά 106 τρισ. δολ. επενδύσεων σε υποδομές παγκοσμίως. Από αυτά, περίπου 23 τρισ. δολ. αφορούν την ενέργεια και την ηλεκτρική ισχύ, ενώ σχεδόν 7 τρισ. δολ. εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν μόνο για κέντρα δεδομένων έως το 2030, προκειμένου να καλυφθεί η εκρηκτική ζήτηση για υπολογιστική ισχύ.
Το ενδιαφέρον είναι ότι τα όρια μεταξύ των διαφορετικών επενδυτικών κατηγοριών αρχίζουν να γίνονται λιγότερο διακριτά. Κέντρα δεδομένων, υποδομές δεδομένων και εγκαταστάσεις εφοδιαστικής αλυσίδας βρίσκονται όλο και περισσότερο στο σημείο όπου συναντώνται οι επενδύσεις σε ακίνητα και υποδομές. Οι συγκεκριμένοι «υβριδικοί» κλάδοι αντιστοιχούσαν ήδη στο 25% της παγκόσμιας δραστηριότητας συμφωνιών υποδομών το 2025.
Όπως παρατηρούν οι αναλυτές της McKinsey στην έκθεση «Global Private Markets Report 2026» η μεγάλη μετατόπιση των ιδιωτικών κεφαλαίων είναι, τελικά, περισσότερο δομική παρά κυκλική. Η AI δεν αυξάνει απλώς τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών. Δημιουργεί τεράστιες ανάγκες για φυσικές υποδομές και ηλεκτρική ισχύ, ενώ η ενεργειακή μετάβαση προσθέτει ένα δεύτερο κύμα κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Η σύγκλιση αυτή εξηγεί γιατί οι υποδομές επιστρέφουν τόσο δυναμικά στο ραντάρ των μεγάλων επενδυτών. Η έκρηξη της AI δεν δημιουργεί μόνο ζήτηση για περισσότερους ημιαγωγούς και ισχυρότερα μοντέλα. Δημιουργεί ταυτόχρονα ανάγκη για περισσότερα κέντρα δεδομένων, ηλεκτρική ισχύ, δίκτυα, αποθήκευση και συνδεσιμότητα, ενώ η ενεργειακή μετάβαση προσθέτει ένα δεύτερο, εξίσου κεφαλαιοβόρο κύμα επενδύσεων.

McKinsey, Global Private Markets Report 2026
