Volkswagen: Κόβει 50.000 θέσεις εργασίας και τα μισά μοντέλα έως το 2035

Η Volkswagen προχωρά στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση της ιστορίας της, εγκρίθηκε η περικοπή άλλων 50.000 θέσεων εργασίας και η μείωση των μοντέλων

O CEO της Volkswagen Όλιβερ Μπλουμ ©EPA/ANDREU DALMAU

Στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση της σύγχρονης ιστορίας της προχωρά η Volkswagen, μετά την έγκριση, αργά χθες βράδυ, από το εποπτικό συμβούλιο του ομίλου ενός σχεδίου που προβλέπει την κατάργηση άλλων 50.000 θέσεων εργασίας, τη δραστική μείωση των παραγόμενων μοντέλων και τον περιορισμό του βιομηχανικού αποτυπώματος της εταιρείας.

Η απόφαση ελήφθη ομόφωνα και προσφέρει στον διευθύνοντα σύμβουλο Όλιβερ Μπλουμ την ισχυρότερη μέχρι σήμερα εντολή για να προχωρήσει στην αναδιάρθρωση της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Οι υπό κατάργηση 50.000 θέσεις εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο αντιπροσωπεύουν διπλάσιο νούμερο σε σχέση με τις προβλέψεις του προηγούμενου σχεδίου αναδιάρθρωσης που είχε παρουσιαστεί το 2024 και αντιστοιχούν στο 8% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού που διέθετε η Volkswagen στο τέλος της 2025.

Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος να μειωθούν τα μοντέλα που παράγει ο όμιλος έως και κατά 50% μέχρι το 2035. Η διοίκηση επιδιώκει να επικεντρώσει τους διαθέσιμους πόρους στις ισχυρότερες μάρκες και στα μοντέλα με τις υψηλότερες αποδόσεις, αποφεύγοντας τη διατήρηση εργοστασίων και γραμμών παραγωγής με χαμηλή αξιοποίηση.

Μείωση επενδύσεων 16%

Το σχέδιο αποτελεί απάντηση στις πιέσεις που δέχεται η Volkswagen από την πτώση των πωλήσεών της στην Κίνα, το υψηλό κόστος παραγωγής στη Γερμανία και την υπολειτουργία των ευρωπαϊκών της εργοστασίων. Την ίδια στιγμή, κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες, με επικεφαλής την BYD, διευρύνουν την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά.

Στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, η Volkswagen σχεδιάζει να διαθέσει συνολικά 135 δισ. ευρώ για επενδύσεις και έρευνα και ανάπτυξη την περίοδο 2027-2031, με μείωση κατά 16% σε σχέση με τα τις προβλέψεις του 2024.

Η Citigroup χαρακτήρισε το σχέδιο τολμηρό αλλά και ρεαλιστικό. Σε ανάλυσή τους τόνισαν ότι οι αποφάσεις που ελήφθησαν έχουν υπαρξιακή σημασία για την γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία και ότι η αναδιάρθρωση θα επιτρέψει στη Volkswagen να κατευθύνει περισσότερα κεφάλαια στις μάρκες και στα μοντέλα που προσφέρουν τις υψηλότερες αποδόσεις.

Δεν πάρθηκαν αποφάσεις για τα λουκέτα

Το συμβούλιο εργαζομένων επιχείρησε, πάντως, να περιορίσει τις ανησυχίες για μαζικές απολύσεις. Όπως διευκρίνισε, οι 50.000 θέσεις αποτελούν παραδοχή σχεδιασμού, η οποία συνδέεται με τον στόχο της Volkswagen να επιτύχει λειτουργικό περιθώριο κέρδους 9% έως το 2030. Δεν πρόκειται, επομένως, για έναν οριστικό αριθμό εργαζομένων που θα αποχωρήσουν.

Παράλληλα, βάσει των προηγούμενων  συμφωνιών, οι υποχρεωτικές απολύσεις αποκλείονται ως το τέλος του 2030. Η διοίκηση έχει θέσει ως στόχο, μέσω του σχεδίου «Future Plan 2030», την επίτευξη περιθωρίου 9% με ετήσιες πωλήσεις περίπου 9 εκατ. οχημάτων.

Ο συμβιβασμός με τους εκπροσώπους των εργαζομένων δεν προβλέπει λουκέτο σε κανένα εργοστάσια. Η Volkswagen αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι διαθέτει στην Ευρώπη πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 500.000 οχήματα ετησίως.

Ιδιαίτερα αβέβαιο σε κάθε περίπτωση εμφανίζεται το μέλλον των εργοστασίων σε Έμντεν, Ανόβερο, Νέκαρσουλμ και Τσβικάου. Σύμφωνα με την εταιρεία, οι συγκεκριμένες μονάδες δεν διαθέτουν σήμερα ανταγωνιστικό παραγωγικό σχέδιο μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής των υφιστάμενων μοντέλων και τους επόμενους μήνες θα εξεταστούν εναλλακτικές χρήσεις τους.

Η επικεφαλής του συνδικάτου IG Metall, Κριστιάνε Μπένερ, και η πρόεδρος του συμβουλίου εργαζομένων, Ντανιέλα Καβάλο, υποστήριξαν ότι ο συμβιβασμός απέτρεψε μια επικίνδυνη κλιμάκωση. Τόνισαν, όμως, ότι οι εργαζόμενοι δεν πρόκειται να αποδεχθούν να επωμιστούν μονομερώς το κόστος της αναδιάρθρωσης.

Υπέρ της ταχύτερης εφαρμογής των αλλαγών έχει ταχθεί και η οικογένεια Porsche-Piëch, η οποία ελέγχει την πλειονότητα των δικαιωμάτων ψήφου της Volkswagen μέσω της Porsche SE. Ο Μπλουμ έχει προειδοποιήσει ότι ο όμιλος δεν μπορεί πλέον να συντηρεί το ίδιο εκτεταμένο κόστος και παραγωγικό δίκτυο, ενώ παράλληλα χρηματοδοτεί μεγάλες επενδύσεις στα ηλεκτρικά οχήματα, στις μπαταρίες και στο λογισμικό.