Στη συμφιλίωση του τριπλού στόχου της επίτευξης των κλιματικών στόχων για το 2040, της διασφάλισης της ενεργειακής αυτονομίας και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, στοχεύουν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις για το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU ETS) που αποκαλύπτονται σήμερα.
Όπως επισημαίνουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, στόχος των αλλαγών είναι να επιβραβευτούν οι πρωτοπόροι της απανθρακοποίησης, αλλά και να υποστηριχθούν όσοι προσπαθούν να καλύψουν το χαμένο έδαφος. Η νέα προσέγγιση εισάγει τη λογική της «υπό όρους ευελιξίας», η οποία συνδέει τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων με συγκεκριμένες επενδυτικές δεσμεύσεις. Επιπλέον, προβλέπεται η επιστροφή μεγαλύτερου μέρους των εσόδων του ETS στους τομείς που επιβαρύνονται με το κόστος των εκπομπών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η μετάβασή τους.
Στο επίκεντρο της μεταρρύθμισης βρίσκεται η ανάγκη για κινητοποίηση επενδύσεων και καινοτομίας σε κλίμακα. Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι το αναθεωρημένο ETS θα λειτουργήσει ως ο βασικός μοχλός για την επίτευξη του καθαρού στόχου μείωσης των εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Αυτό θα επιτευχθεί μέσω μιας πιο διαχειρίσιμης και σταδιακής τροχιάς του ανώτατου ορίου εκπομπών (cap), η οποία θα επιτρέψει στη βιομηχανία να προσαρμοστεί χωρίς απότομους κραδασμούς, διατηρώντας ταυτόχρονα την πίεση για μείωση των ρύπων.
Επιβράδυνση στη μείωση των εκπομπών
Η διαμόρφωση του ανώτατου ορίου εκπομπών (cap) αποτελεί το κρισιμότερο εργαλείο για τον καθορισμό της τιμής του άνθρακα. Σύμφωνα με τις προτάσεις, το ανώτατο όριο θα μειώνεται πλέον πιο αργά από ό,τι σήμερα, με δικαιώματα να δημοπρατούνται πολύ πέραν του 2040. Συγκεκριμένα, προτείνεται ένας λιγότερο απότομος Γραμμικός Συντελεστής Μείωσης (LRF): 3,7% για την περίοδο 2031-2035 και 1,7% από το 2036 και μετά. Αυτή η σταδιακή προσέγγιση αποσκοπεί στην παροχή προβλεψιμότητας στις επιχειρήσεις για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό τους.
Για τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς (MSR) υφίσταται σημαντική αναθεώρηση. Η Επιτροπή πρότεινε τον τερματισμό της ακύρωσης δικαιωμάτων στο MSR, αυξάνοντας έτσι το απόθεμα για μελλοντική χρήση. Οι νέες παράμετροι του MSR θα προσαρμοστούν στο μέγεθος της αγοράς μετά το 2030, διατηρώντας τη λειτουργία βάσει όγκου και όχι βάσει τιμής.
Ένα κρίσιμο στοιχείο είναι η μείωση του ρυθμού απορρόφησης (intake rate) στο 12% αντί για 24%, ώστε περισσότερα δικαιώματα να παραμένουν στην αγορά για μεγαλύτερο διάστημα, διασφαλίζοντας ότι το σύστημα παραμένει βασισμένο σε κανόνες και ανεξάρτητο από πολιτικές επιρροές.
Η νέα λογική της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων
Η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων (Free Allocation – FA) μετατρέπεται από ένα απλό μέτρο προστασίας από τη διαρροή άνθρακα σε έναν ενεργό μηχανισμό ενθάρρυνσης επενδύσεων απανθρακοποίησης. Στο μέλλον, τα δωρεάν δικαιώματα θα λειτουργούν ως «επενδυτικά δικαιώματα». Το 80% της κατανομής θα παραχωρείται μετά τη δημοσίευση των επενδυτικών σχεδίων απανθρακοποίησης της εταιρείας, τα οποία πρέπει να έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο. Το υπόλοιπο 20% θα αποδίδεται μόνο μετά την υλοποίηση των επενδύσεων και τη δημοσίευση των σχετικών μειώσεων εκπομπών.
Η πρόταση επιδιώκει να είναι όσο το δυνατόν πιο απλή, μέσω του συν-σχεδιασμού με τους βιομηχανικούς φορείς και την αντικατάσταση τριών υφιστάμενων προϋποθέσεων. Η επαλήθευση θα γίνεται κυρίως σε επίπεδο κρατών μελών, με δειγματοληπτικούς ελέγχους από την ΕΕ. Επιπλέον, θα επιτρέπεται η συμμόρφωση σε επίπεδο ομίλου, ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης να μπορούν να επενδύουν εκεί όπου οι υποδομές (π.χ. πρόσβαση σε δίκτυα) είναι ήδη έτοιμες. Ειδικές εξαιρέσεις προβλέπονται για το 10% των κορυφαίων σε επιδόσεις επιχειρήσεων, καθώς και για έργα του Ταμείου Καινοτομίας.
Όσον αφορά τα σημεία αναφοράς (benchmarks), δηλαδή τις τιμές αναφοράς που καθορίζουν το ύψος των δωρεάν δικαιωμάτων θα λαμβάνει κάθε κλάδος, η μεταρρύθμιση αντιμετωπίζει τις ανησυχίες της βιομηχανίας με συγκεκριμένους τρόπους. Επικαιροποιούνται τα benchmarks για να καλύψουν τις έμμεσες εκπομπές από τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε 14 κατηγορίες προϊόντων, προωθώντας έτσι τον εξηλεκτρισμό της βιομηχανίας. Αυτό μεταφράζεται σε ένα πρόσθετο οικονομικό όφελος για τον κλάδο ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030. Επιπλέον, θα προταθούν λιγότερο αυστηρές επικαιροποιήσεις για τα benchmarks που αφορούν την κατανάλωση θερμότητας και καυσίμων, προσφέροντας επιπλέον ευελιξία ύψους 6 δισ. ευρώ.
Μηχανισμοί Αλληλεγγύης
Μια κεντρική επιδίωξη της μεταρρύθμισης είναι η δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών μελών και η παροχή χρηματοδοτικής στήριξης στα πλέον πληττόμενα από αυτά. Το Ταμείο Εκσυγχρονισμού (Modernisation Fund – MF) συνεχίζει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, στηρίζοντας τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών συστημάτων, την ενεργειακή απόδοση και τη βιομηχανική απανθρακοποίηση σε κράτη μέλη με χαμηλότερο εισόδημα. Συνολικά 280 εκατομμύρια δικαιώματα προορίζονται για 12 κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, με ρητή απαγόρευση επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα.
Επιπλέον, προβλέπεται ένας μηχανισμός αναδιανομής (solidarity) 10%, ο οποίος ενισχύει τη δικαιοσύνη αναδιανέμοντας δικαιώματα δημοπράτησης σε 16 κράτη μέλη με χαμηλότερο εισόδημα. Από αυτά, τα 12 κράτη μέλη που είναι δικαιούχοι του Ταμείου Εκσυγχρονισμού μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα δικαιώματα αυτά μέσω του Ταμείου, ενώ τα υπόλοιπα υποχρεούνται να δαπανήσουν τα έσοδα σε τομείς προτεραιότητας. Ένας νέος μηχανισμός, ο «Ενισχυτής Επενδύσεων» (Investment Booster – IB), θα δεσμεύσει 400 εκατομμύρια δικαιώματα ειδικά για τα 12 αυτά κράτη μέλη.
Αυτά τα 400 εκατομμύρια δικαιώματα του Investment Booster θα κατανεμηθούν με βάση το αναλογικό μερίδιο των κρατών μελών στις βιομηχανικές εκπομπές (25%), ενώ θα υπάρχει πρόσβαση και στα υπόλοιπα δικαιώματα. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι οι χώρες που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες προκλήσεις στη μετάβαση θα έχουν τους απαραίτητους πόρους για να υποστηρίξουν τις βιομηχανίες τους, αποφεύγοντας τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης ή διεύρυνσης του οικονομικού χάσματος εντός της ΕΕ.
Η Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης (IDB)
Ένα από τα πιο καινοτόμα στοιχεία της πρότασης είναι η δημιουργία της Τράπεζας Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης (Industrial Decarbonisation Bank – IDB), η οποία θα λειτουργήσει σε δύο φάσεις. Η Φάση 1 (2027-2030), γνωστή ως “Investment Booster”, στοχεύει στην ταχεία και προβλέψιμη έναρξη της βιομηχανικής απανθρακοποίησης. Με προϋπολογισμό 400 εκατομμύρια δικαιώματα (αξίας περίπου 30 δισ. ευρώ με τιμή άνθρακα 75€/t), θα λειτουργεί με διοικητικά σχήματα «σειράς προτεραιότητας» (first-in, first-served) και θα παρέχει σταθερά πριμ άνθρακα για τη δημιουργία ισχυρών επιχειρηματικών πλάνων.
Η Φάση 2 (2031-2040) της IDB θα επικεντρωθεί σε οικονομικά αποδοτικούς, μακροπρόθεσμους μηχανισμούς βασισμένους στην αγορά. Ο προϋπολογισμός αυξάνεται σε 400 εκατομμύρια δικαιώματα από τη Φάση 4, με στόχο την παροχή χρηματοδότησης ύψους 100 δισ. ευρώ. Σε αυτή τη φάση θα χρησιμοποιούνται ανταγωνιστικές διαδικασίες υποβολής προσφορών (competitive bidding) και θα υποστηρίζονται Συμβάσεις Άνθρακα επί Διαφοράς (Carbon Contracts for Difference – CCfDs), οι οποίες σταθεροποιούν τα έσοδα των επενδυτών και μειώνουν το ρίσκο των νέων τεχνολογιών.
Ο σχεδιασμός της IDB προβλέπει την έναρξη διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους φορείς τον Σεπτέμβριο του 2026. Η τράπεζα αυτή θα αποτελέσει το κεντρικό χρηματοδοτικό εργαλείο της ΕΕ, συμπληρώνοντας το Ταμείο Καινοτομίας (Innovation Fund), το οποίο θα συνεχίσει να υποστηρίζει την εισαγωγή καθαρών τεχνολογιών στην αγορά με ένα μέγεθος περίπου 530 εκατομμυρίων δικαιωμάτων συνολικά. Η συνέργεια αυτών των εργαλείων δημιουργεί μια ολοκληρωμένη «εργαλειοθήκη επενδύσεων» για την επόμενη εικοσαετία.
Βελτίωση της Χρήσης των Εσόδων του ETS
Μια από τις πιο κρίσιμες επισημάνσεις της παρουσίασης είναι ότι τα κράτη μέλη πρέπει να χρησιμοποιούν τα έσοδα του ETS με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των εσόδων από τις δημοπρασίες %, κατευθύνεται σήμερα στην απανθρακοποίηση της βιομηχανίας. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων δαπανάται σε τομείς όπως οι δημόσιες μεταφορές, η παροχή ενέργειας και η κοινωνική στήριξη.
Για να διορθωθεί αυτό, εισάγεται η αρχή ότι «τα έσοδα επιστρέφουν στους τομείς που πληρώνουν το ETS». Τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται πλέον να δαπανούν τουλάχιστον το 50% των εσόδων τους για επενδύσεις στην απανθρακοποίηση των τομέων του ETS στην ΕΕ. Αυτό περιλαμβάνει την ενέργεια (ηλεκτρισμός, δίκτυα, ΑΠΕ, αποθήκευση), τη βιομηχανία (χημικά, λιπάσματα), τις καθαρές τεχνολογίες, καθώς και τις αερομεταφορές και τη ναυτιλία.
Τέλος, εισάγονται ισχυρότερες δικλείδες ασφαλείας για να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη χρηματοδοτούν τα σωστά έργα και αποφεύγουν το greenwashing. Συγκεκριμένα, θα απαγορεύονται επενδύσεις που «κλειδώνουν» τη χρήση ορυκτών καυσίμων (fossil fuel lock-in). Η όλη διαδικασία θα διέπεται από αυξημένη διαφάνεια, διασφαλίζοντας ότι οι πόροι που καταβάλλει η βιομηχανία για τις εκπομπές της θα επιστρέφουν σε αυτήν με τη μορφή στήριξης για τον μετασχηματισμό της σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία.
