Πώς η Ελλάδα επιχειρεί να βάλει τέλος στο “κυκλοφοριακό” των πτήσεων

Οι τρεις κινήσεις που φιλοδοξούν να βάλουν τέλος στις καθυστερήσεις των πτήσεων. Το σχέδιο της κυβέρνησης που μπαίνει σε εφαρμογή

Πτήσεις © Freepik

Η αεροπορική κίνηση στην Ευρώπη βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών και μαζί της αυξάνονται οι πιέσεις στα συστήματα εναέριας κυκλοφορίας. Η Ελλάδα, που αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της Ανατολικής Μεσογείου, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξέλιξης, καθώς οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή έχουν οδηγήσει σε αναδρομολόγηση σημαντικού αριθμού διεθνών πτήσεων μέσω του ελληνικού FIR.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών επιχειρεί να αντιμετωπίσει το «κυκλοφοριακό» του ελληνικού ουρανού όχι με αποσπασματικές κινήσεις, αλλά με ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού και εκσυγχρονισμού των συστημάτων αεροναυτιλίας, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την επόμενη δεκαετία.

Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν νέες προσλήψεις ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, την εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας, τον μεγαλύτερο ανασχεδιασμό των διαδικασιών πτήσης που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα, αλλά και την αναβάθμιση του κεντρικού συστήματος διαχείρισης του ελληνικού εναέριου χώρου.

Η πίεση αυξάνεται στον ελληνικό ουρανό

Σύμφωνα με τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστο Δήμα, το πρόβλημα των καθυστερήσεων δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά αφορά συνολικά το ευρωπαϊκό δίκτυο αερομεταφορών. Όπως επισήμανε σε πρόσφατη συνέντευξή του,  οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή οδήγησαν σε αναδρομολόγηση πολλών διεθνών πτήσεων, γεγονός που επιβάρυνε σημαντικά τον ελληνικό εναέριο χώρο.

Την ίδια ώρα, τα στοιχεία του Eurocontrol αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης. Οι καθυστερήσεις εν πτήσει στην Ελλάδα εμφανίζονται αυξημένες κατά 63% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ κατά την τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου η χώρα συγκέντρωνε το 13% των συνολικών καθυστερήσεων του ευρωπαϊκού δικτύου. Από αυτές, το 9% αφορούσε το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και το 4% το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Μακεδονίας.

Βέβαια, ο κ. Δήμας σημείωσε ότι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οι καθυστερήσεις σε σχέση με το προηγούμενο καλοκαίρι παρουσιάζουν μείωση, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται και απαιτεί διαρθρωτικές παρεμβάσεις.

Ενίσχυση των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας

Ένα από τα πρώτα βήματα αφορά τη στελέχωση των υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας. Από το 2025 έχουν προσληφθεί 169 νέοι ελεγκτές, οι οποίοι σταδιακά εντάσσονται στο σύστημα. Ωστόσο, η πλήρης αξιοποίησή τους απαιτεί χρόνο, καθώς κάθε ελεγκτής χρειάζεται μακρά περίοδο εκπαίδευσης και πιστοποίησης προτού αναλάβει αυτόνομα επιχειρησιακά καθήκοντα.

Η ενίσχυση του προσωπικού θεωρείται κρίσιμη, καθώς η έλλειψη διαθέσιμων ελεγκτών αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη χωρητικότητα του ελληνικού εναέριου χώρου.

Τα τρία έργα που αλλάζουν την αεροναυτιλία

Κεντρικός πυλώνας του σχεδίου είναι ο εκσυγχρονισμός των τεχνολογικών υποδομών της αεροναυτιλίας. Η πρώτη σημαντική παρέμβαση αφορά το νέο σύστημα VCRS (Voice Communication and Recording System), του οποίου η σύμβαση υπεγράφη πριν από περίπου πέντε μήνες. Πρόκειται για το νέο ψηφιακό σύστημα επικοινωνίας μεταξύ ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και πιλότων, το οποίο αντικαθιστά παλαιότερο εξοπλισμό, βελτιώνει την αξιοπιστία των επικοινωνιών και ενισχύει την ασφάλεια της διαχείρισης των πτήσεων.

Ακολουθεί το έργο του Performance Based Navigation (PBN), η σύμβαση του οποίου αναμένεται να υπογραφεί άμεσα, ακόμη και μέσα στην εβδομάδα. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ανασχεδιασμό των διαδικασιών πτήσης που έχει πραγματοποιηθεί στη χώρα. Το έργο καλύπτει 31 ελληνικά αεροδρόμια και περιλαμβάνει τον σχεδιασμό και την πιστοποίηση 191 νέων διαδικασιών PBN, καθώς και την επικαιροποίηση 187 συμβατικών διαδικασιών προσέγγισης και αναχώρησης.

Με την αξιοποίηση προηγμένων δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης, τα αεροσκάφη θα ακολουθούν ακριβέστερες διαδρομές, γεγονός που επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση του εναέριου χώρου, αυξάνει τη χωρητικότητα των αεροδρομίων, περιορίζει τις καθυστερήσεις, μειώνει την κατανάλωση καυσίμων και περιορίζει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Το τρίτο μεγάλο έργο αφορά την αναβάθμιση του κεντρικού συστήματος PALAS/DPS, του πληροφοριακού «εγκεφάλου» της ελληνικής αεροναυτιλίας. Μέσω του συγκεκριμένου συστήματος οι ελεγκτές επεξεργάζονται τα σχέδια πτήσης, παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο την κυκλοφορία των αεροσκαφών και διαχειρίζονται ολόκληρο τον ελληνικό εναέριο χώρο. Η αναβάθμισή του θα επιτρέψει την ταχύτερη επεξεργασία δεδομένων και τη διαχείριση μεγαλύτερου αριθμού πτήσεων με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Το παράδειγμα του «Ελευθέριος Βενιζέλος»

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυνατοτήτων που δημιουργεί ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός αποτελεί, σύμφωνα με τον Χρίστο Δήμα, το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Όπως ανέφερε, θεωρείται «δίδυμο» αεροδρόμιο με εκείνο του Μονάχου. Ωστόσο, το γερμανικό αεροδρόμιο διαθέτει πιο σύγχρονα συστήματα αεροναυτιλίας, γεγονός που του επιτρέπει να διαχειρίζεται περισσότερες πτήσεις ανά ώρα. Η αναβάθμιση των ελληνικών συστημάτων στοχεύει ακριβώς στη μείωση αυτού του τεχνολογικού χάσματος και στην αύξηση της επιχειρησιακής δυναμικότητας των ελληνικών αεροδρομίων.

Τα όρια χωρητικότητας και η συμφωνία για το καλοκαίρι

Εν τω μεταξύ, για τη διαχείριση της θερινής αιχμής εφαρμόζεται ήδη ειδικό επιχειρησιακό σχέδιο μεταξύ της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.

Με κοινή υπουργική απόφαση καθορίστηκαν συγκεκριμένα όρια χωρητικότητας στο αεροδρόμιο της Αθήνας, με ανώτατο όριο τις 35 αναχωρήσεις και τις 31 αφίξεις ανά ώρα κατά τις ώρες αιχμής. Παράλληλα, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών εφαρμόζει νέο μηχανισμό συντονισμού, ώστε το πρόγραμμα των αεροπορικών εταιρειών να προσαρμόζεται στη διαθέσιμη επιχειρησιακή δυνατότητα του αεροδρομίου. Σύμφωνα με την αγορά, περίπου το 98% των πτήσεων πραγματοποιείται εντός των συμφωνημένων ορίων.

Παρά την εφαρμογή των μέτρων, οι καθυστερήσεις δεν έχουν εξαλειφθεί, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στους περιορισμούς χωρητικότητας και στελέχωσης, αλλά και στην αυξημένη διεθνή κυκλοφορία λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.