Σε μια από τις πιο επιθετικές κρατικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει ποτέ στον χώρο της τεχνολογίας αιχμής, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Tραμπ ανακοίνωσε επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 2 δισ. δολαρίων στον τομέα των κβαντικών υπολογιστών, αποκτώντας παράλληλα μετοχικές συμμετοχές (μερίδια) σε εννέα αμερικανικές εταιρείες του κλάδου.
Η κίνηση εντάσσεται στη στρατηγική της Ουάσιγκτον να μειώσει την εξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα σε κρίσιμες τεχνολογίες και να διασφαλίσει αμερικανική κυριαρχία στις επόμενες γενιές υπολογιστικών συστημάτων, ημιαγωγών και στρατιωτικών εφαρμογών.
Τεράστια ποσά σε 9 εταιρείες
Το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ υπέγραψε επιστολές πρόθεσης συνεργασίας με εννέα εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι IBM, GlobalFoundries, PsiQuantum, D-Wave Quantum, Quantinuum, Rigetti, Atom Computing, Infleqtion και Diraq.
Η μεγαλύτερη χρηματοδότηση κατευθύνεται στην IBM, η οποία αναμένεται να λάβει περίπου 1 δισ. δολάρια. Η GlobalFoundries θα εισπράξει 375 εκατ. δολάρια, ενώ αρκετές νεοφυείς εταιρείες του χώρου θα λάβουν ενισχύσεις της τάξης των 100 εκατ. δολαρίων η καθεμία.
Συγκεκριμένα:
- PsiQuantum αναμένεται να λάβει 100 εκατ. δολάρια
- Atom Computing 100 εκατ. δολάρια
- Infleqtion 100 εκατ. δολάρια
- Quantinuum 100 εκατ. δολάρια
- Η Rigetti 100 εκατ. δολάρια
- Η αυστραλιανής προέλευσης Diraq έως 38 εκατ. δολάρια
Η ανακοίνωση προκάλεσε έντονη αντίδραση στη Wall Street. Οι μετοχές της IBM και της GlobalFoundries κατέγραψαν άνοδο κοντά στο 10%, ενώ η D-Wave Quantum εκτοξεύθηκε πάνω από 20%.
Το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για την κβαντική τεχνολογία δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την εθνική ασφάλεια.
Οι κβαντικοί υπολογιστές θεωρούνται η επόμενη μεγάλη τεχνολογική «μάχη» μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καθώς θα μπορούσαν στο μέλλον να σπάσουν σημερινά συστήματα κρυπτογράφησης, να επιταχύνουν δραματικά την ανάπτυξη AI μοντέλων και να αλλάξουν ριζικά τον σχεδιασμό όπλων, φαρμάκων και βιομηχανικών υλικών.
Το νέο επενδυτικό μοντέλο Τραμπ
Η κυβέρνηση Tραμπ ακολουθεί πλέον ένα μοντέλο που θυμίζει περισσότερο κρατικό επενδυτικό ταμείο στρατηγικών τεχνολογιών παρά παραδοσιακή βιομηχανική πολιτική. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κρατικές επιδοτήσεις συνοδεύονται από μετοχικές συμμετοχές του αμερικανικού Δημοσίου στις εταιρείες που χρηματοδοτούνται.
Το προηγούμενο μεγάλο παράδειγμα ήταν η Intel. Το 2025, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου απέκτησε ποσοστό 10% στην εταιρεία, μετατρέποντας επιχορηγήσεις 2,2 δισ. δολαρίων από το πρόγραμμα CHIPS Act, καθώς και επιπλέον ομοσπονδιακές ενισχύσεις ύψους 8,9 δισ. δολαρίων.
Αντίστοιχα, μικρότερες συμμετοχές έχουν αποκτηθεί και σε εταιρείες στρατηγικών ορυκτών και σπάνιων γαιών, όπως η Vulcan Elements.
Το πολιτικό παρασκήνιο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί και το πολιτικό παρασκήνιο των επενδύσεων. Η PsiQuantum, μία από τις βασικές ωφελημένες εταιρείες, είχε χρηματοδοτηθεί πέρυσι από επενδυτικό σχήμα στο οποίο συμμετείχε η 1789 Capital — venture capital fund όπου εταίρος είναι ο Donald Trump Jr.
Παράλληλα, η D-Wave Quantum είχε εισαχθεί στο χρηματιστήριο το 2022 μέσω SPAC που συνδεόταν με τον Emil Michael, σημερινό υψηλόβαθμο αξιωματούχο του Πενταγώνου και πρώην στέλεχος της Uber.
Παρά τις τεράστιες προσδοκίες, η τεχνολογία απέχει ακόμη από το να θεωρείται ώριμη. Οι κβαντικοί υπολογιστές βασίζονται στα λεγόμενα qubits και θεωρητικά μπορούν να επεξεργάζονται ορισμένα προβλήματα εκθετικά ταχύτερα από τους σημερινούς υπερυπολογιστές.
Ωστόσο, τα τεχνικά εμπόδια παραμένουν τεράστια:
- υψηλά ποσοστά σφαλμάτων,
- ασταθή qubits,
- τεράστιες απαιτήσεις ψύξης,
- και δυσκολία μαζικής παραγωγής.
Ακόμη και κορυφαίοι τεχνολογικοί ηγέτες εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το χρονοδιάγραμμα. Ο CEO της Nvidia, Jensen Huang, είχε δηλώσει ότι «πραγματικά χρήσιμοι κβαντικοί υπολογιστές» πιθανότατα απέχουν ακόμη περίπου 20 χρόνια.
Αυξάνονται οι σχετικές επενδύσεις
Παρόλα αυτά, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο αυξάνουν μαζικά τις επενδύσεις τους. Η Κίνα έχει ήδη επενδύσει δεκάδες δισ. δολάρια σε κρατικά ερευνητικά προγράμματα, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί αντίστοιχες πρωτοβουλίες μέσω του Quantum Flagship.
Η διαφορά είναι ότι οι ΗΠΑ φαίνεται πλέον να περνούν από την απλή επιδότηση στην άμεση κρατική συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο στρατηγικών τεχνολογικών εταιρειών — μια προσέγγιση που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητη για την αμερικανική οικονομία της ελεύθερης αγοράς.
