Ο Θουκυδίδης πίστευε ότι οι ανερχόμενες δυνάμεις τείνουν να προκαλούν συγκρούσεις. Αν ήταν οικονομολόγος και παρακολουθούσε την έκρηξη των κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη, θα περίμενε εμπορικό πόλεμο. Αυτό τουλάχιστον αναμένουν πολλοί αναλυτές σήμερα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη θα υψώσει αναχώματα, αλλά πόσα και με ποιον ρυθμό — και πώς θα διαχειριστεί τις συνέπειες.
Τα διακυβεύματα είναι σαφή. Οι χρεοκοπίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν φθάσει σε επίπεδα που έχουν να παρατηρηθούν από το 2015. Το 2025, η Γερμανία έχασε στη βιομηχανία της 143.000 θέσεις εργασίας. Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης η ανάπτυξη παραπαίει και η βιομηχανική παραγωγή υποχωρεί. Στη Γαλλία και τη Γερμανία, η ακροδεξιά βρίσκεται πρώτη στις δημοσκοπήσεις. Στις 18 Ιουνίου, οι ηγέτες της ΕΕ θα συζητήσουν σε μια σύνοδο κορυφής τρόπους αντιμετώπισης της κινεζικής πρόκλησης, σε ένα παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον που επιδεινώνεται ανησυχητικά.
Φταίει, όμως, πραγματικά η Κίνα για το οικονομικό πρόβλημα της Ευρώπης; Το 2025, το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ σε εμπορεύματα έναντι της Κίνας ανερχόταν σε περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ την ημέρα, σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο μέγεθος πριν από την πανδημία. Η Γερμανία ειδικότερα βλέπει τις εισαγωγές από Κίνα να αυξάνονται σταθερά, τη στιγμή που οι εξαγωγές της προς αυτή καταρρέουν. Κάποιοι μιλούν για αθέμιτες πρακτικές. Ο ΟΟΣΑ διαπίστωσε ότι, μεταξύ 2005 και 2024, οι κινεζικές επιχειρήσεις έλαβαν επιδοτήσεις τρεις έως οκτώ φορές υψηλότερες από εκείνες των ανταγωνιστών τους σε χώρες του ΟΟΣΑ. Ορισμένες δεν θα επιβίωναν χωρίς αυτές: το 32% των βιομηχανικών εταιρειών στην Κίνα λειτουργεί με ζημίες.
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που αμφισβητούν την παραπάνω ανάλυση. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, η γραφειοκρατία, η έλλειψη καινοτομίας και η αποτυχία ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς φέρονται από αρκετούς ως οι αληθινές αιτίες της ευρωπαϊκής στασιμότητας. Επιπλέον, ο περιορισμός των εισαγωγών κινεζικών υλικών και εξαρτημάτων θα έπληττε την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών που εξαρτώνται από αυτά. Η λίστα των «στρατηγικών» κλάδων υπό προστασία είναι ήδη μακρά.
Η Γαλλία, που φιλοξενεί τη Σύνοδο των G7 στις 15 Ιουνίου, δίνει έμφαση στις μακροοικονομικές ανισορροπίες. Το κινεζικό νόμισμα εκτιμάται ως υποτιμημένο κατά 15% έως 30%, καθιστώντας τις εξαγωγές της χώρας ανταγωνιστικότερες. Η βαθύτερη αιτία όμως βρίσκεται στην υπεροχή των αποταμιεύσεων έναντι των επενδύσεων — αντίστροφη όψη κάθε εμπορικού πλεονάσματος — φαινόμενο που ο προστατευτισμός ελάχιστα μπορεί να αντιμετωπίσει, παρεκτός αν αναγκάσει τις εξαγωγές να στραφούν αλλού. Αμήχανα, οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν καλά αυτό το μοντέλο: η Γερμανία το τελειοποίησε τη δεκαετία του 2010, και το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της παραμένει στο 4,5% του ΑΕΠ — στο ίδιο περίπου μέγεθος με της Κίνας.
Παρ’ όλα αυτά, η ΕΕ έχει ήδη αρχίσει να αντιδρά. Στις 21 Απριλίου, ένα έργο ελαφρού μετρό στη Λισαβόνα εγκρίθηκε μόνο αφού αντικαταστάθηκε ο κινεζικής ιδιοκτησίας κατασκευαστής — που φέρεται να ελάμβανε κρατικές επιδοτήσεις — από Πολωνό. Έρευνα για επιδοτήσεις σε ηλεκτρικά οχήματα οδήγησε το 2024 σε δασμούς. Στις 8 Ιουνίου θεσπίστηκαν δασμοί στον χάλυβα. Πέρυσι, η ΕΕ απέκλεισε κινεζικές εταιρείες από δημόσιες συμβάσεις ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, ως αντίποινα για τον αποκλεισμό ευρωπαϊκών εταιρειών από την κινεζική αγορά. Η λίστα συνεχίζεται.
Για πολλούς, αυτά δεν είναι αρκετά, καθώς διαμορφώνεται μια γενικότερη συναίνεση ότι η απειλή υπερτερεί των ανησυχιών για αντίποινα. «Η αντιπαράθεση με την Κίνα θα είναι ακριβή, όπως και να το δούμε, αλλά όσο περισσότερο περιμένουμε, τόσο ακριβότερη θα γίνεται», λέει εκπρόσωπος γερμανικής βιομηχανίας. Η κυριαρχία της Κίνας στη διύλιση σπάνιων γαιών και άλλες στρατηγικές εξαρτήσεις έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης.
Η ΕΕ εξετάζει τρεις κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι η εντατικότερη χρήση των υφιστάμενων εργαλείων αντιντάμπινγκ και αντεπιδοτήσεων — τα οποία όμως προϋποθέτουν επίπονες, επιχείρηση προς επιχείρηση έρευνες, επιρρεπείς σε νομικές προσφυγές. Ένας αξιωματούχος τα παρομοιάζει με «κουταλάκι του γλυκού για να αδειάσεις το νερό από τη βάρκα». Η ΕΕ εξετάζει αν μπορεί να τα εφαρμόσει σε ευρύτερες κατηγορίες προϊόντων ή ακόμα και να αντιστρέψει το βάρος της απόδειξης: αν μακροοικονομικά δεδομένα τεκμηριώνουν υπερβολικές επιδοτήσεις, οι εταιρείες θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι δεν τις έλαβαν.
Η δεύτερη κατεύθυνση είναι η θέσπιση ισχυρότερων μηχανισμών κατά της υπερπροσφοράς εισαγωγών. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συζητούν εδώ και καιρό ένα «εργαλείο πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας», που θα χρησιμοποιείται όταν οι χώρες παράγουν περισσότερο από ένα δεδομένο προϊόν από ό,τι μπορεί οικονομικά να δικαιολογηθεί. Ωστόσο, η έννοια είναι δύσκολο να προσδιοριστεί και ενδέχεται να μην είναι εφαρμόσιμη. Η ΕΕ θα μπορούσε απλώς να χρησιμοποιεί πιο συχνά μέτρα διασφάλισης, όπως αυτά που έχει εφαρμόσει στον χάλυβα. Ωστόσο, τέτοιοι δασμοί υποτίθεται ότι ισχύουν για όλες τις χώρες και είναι προσωρινοί. Οι Sander Tordoir και Brad Setser, σε ανάλυση για το Κέντρο Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης, ένα κέντρο μελετών, προτείνουν μια ευρωπαϊκή εκδοχή του εργαλείου του Άρθρου 301 της Αμερικής, το οποίο επιτρέπει την επιβολή σαρωτικών δασμών για την αντιμετώπιση πρακτικών που βλάπτουν το αμερικανικό εμπόριο.
Μια τρίτη επιλογή είναι η συμπλήρωση των αμυντικών εμπορικών μέτρων με βιομηχανική πολιτική. «Αυτός ο συνδυασμός εμπορικών μέτρων με επενδύσεις και βιομηχανική πολιτική αποτελεί μια σημαντική μετατόπιση του τρόπου σκέψης», υποστηρίζει ο Shahin Vallée του Γερμανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων. Η ΕΕ πρότεινε πρόσφατα ορισμένες δημόσιες συμβάσεις να αποκτήσουν τοπικό χαρακτήρα. Το πακέτο τεχνολογικής κυριαρχίας της περιλαμβάνει μια ώθηση στην εφοδιαστική αλυσίδα των ημιαγωγών της Ευρώπης. Οι εθνικές κυβερνήσεις προσθέτουν τις δικές τους επιδοτήσεις στο μείγμα.
Η αντίδραση του Πεκίνου παραμένει ο άγνωστος Χ. Η Κίνα θα μπορούσε να επιβάλει απαγορεύσεις εξαγωγών που θα στερούσαν από την ευρωπαϊκή βιομηχανία κρίσιμα υλικά. «Η Κίνα έχει υπεραυτοπεποίθηση, αλλά αυτό την καθιστά δύσκολο διαπραγματευτικό εταίρο», λέει έμπειρος παρατηρητής. Το Πεκίνο αντιμετωπίζει τα ευρωπαϊκά παράπονα για επιδοτήσεις και πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα ως ένδειξη της ευρωπαϊκής αδυναμίας. Στις 11 Ιουνίου ακύρωσε δύο υψηλού επιπέδου συναντήσεις με την ΕΕ. Η εμπορική αντιπαράθεσή της με την Αμερική έχει εμπεδώσει στην κινεζική ηγεσία αίσθημα αυτοπεποίθησης. Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα θα προτιμήσει πιθανότατα στοχευμένα αντίποινα έναντι ευρείας κλίμακας εμπορικής σύγκρουσης.
Η ευρωπαϊκή συναίνεση παραμένει εύθραυστη. Μέτρα πέραν της επέκτασης των υφιστάμενων εργαλείων και πολιτικών τύπου «Αγοράζουμε ευρωπαϊκά» φαντάζουν απίθανα. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να ανεχθεί κινεζικά αντίποινα ή να ενεργοποιήσει τον ισχυρό μηχανισμό κατά του καταναγκασμού της. Γερμανία και Ισπανία θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο. Η Γερμανία, που μόλις πρόσφατα υιοθέτησε σκληρότερη στάση απέναντι στην Κίνα, φοβάται ότι τα αντίποινα θα παραλύσουν τμήματα της βιομηχανίας της. Η Ισπανία, από την πλευρά της, κρατά ρεαλιστική στάση. Δηλώνει ότι η νέα παγκόσμια τάξη πρέπει να βρει χώρο για μια ισχυρή Κίνα, και τα μέτρα πρέπει να στοχεύουν αποκλειστικά σε αποδεδειγμένα αθέμιτες πρακτικές.
«Προτεραιότητα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη μείωση των εξαρτήσεών μας, διαφορετικά, οι απειλές για εμπορικά αντίμετρα παραμένουν κενές περιεχομένου», λέει Γερμανός αξιωματούχος. Ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Maros Sefcovic έχει προτείνει να υποχρεωθούν οι εταιρείες να διαφοροποιήσουν τους προμηθευτές τους (π.χ. εκτός Κίνας). «Η Κίνα θα αντισταθεί σθεναρά», προειδοποιεί ο Max Zenglein του κέντρου μελετών Conference Board. Τα πρόσφατα κινεζικά διατάγματα για τις εφοδιαστικές αλυσίδες καθιστούν σαφές ότι το Πεκίνο επιδιώκει να κρατήσει τον κόσμο εξαρτημένο. Στο εμπόριο, ΕΕ και Κίνα πορεύονται προς μια ισχυρή σύγκρουση.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

