Οι αγορές ομολόγων τρομάζουν τους πολιτικούς του πλούσιου κόσμου

Καθώς οι μετοχές ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα, οι αποδόσεις συνεχίζουν να αυξάνονται

Ομόλογα, ©Austin Distel / Unsplash

Οι αγορές ομολόγων βρίσκονται σε αναταραχή και, κατά συνέπεια, το ίδιο ισχύει και για την αμερικανική κυβέρνηση. Στις 19 Αυγούστου, το Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι από τον επόμενο μήνα θα αυξήσει τις δικές του αγορές χρέους μεγαλύτερης διάρκειας, γεγονός που, σύμφωνα με τους αναλυτές της Deutsche Bank, αντανακλά την «αυξανόμενη ανησυχία της κυβέρνησης» σχετικά με τις αποδόσεις.

Οι αξιωματούχοι έχουν βάσιμους λόγους να ανησυχούν για την αύξηση του κόστους δανεισμού. Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του Δημοσίου έφτασε στις 18 Αυγούστου στο υψηλότερο επίπεδό της από τον Ιανουάριο του 2025. Ακόμα πιο ανησυχητικά, η απόδοση των 30ετών ομολόγων ξεπέρασε για λίγο το 5,3%, το υψηλότερο επίπεδό της από το 2007. Οι ΗΠΑ δεν είναι οι μόνες. Σε μεγάλο μέρος του πλούσιου κόσμου, οι κάτοχοι ομολόγων απαιτούν περισσότερα από τις κυβερνήσεις (βλ. διάγραμμα). Οι αποδόσεις των βρετανικών, γαλλικών και γερμανικών ομολόγων μακράς διάρκειας έχουν όλες φτάσει σε επίπεδα που έχουν να παρατηρηθούν εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Οι αποδόσεις των ιαπωνικών 30ετών ομολόγων, που για πολύ καιρό ήταν οι χαμηλότερες μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, βρίσκονται κοντά στο ιστορικό υψηλό τους. Ο πανικός αμβλύνθηκε κάπως στις 19 Αυγούστου. Ωστόσο, οι αποδόσεις είναι απίθανο να μειωθούν σημαντικά σύντομα. Τι συμβαίνει;

ομολογα

Από τη μία, σε αντίθεση με τους επενδυτές σε μετοχές, οι έμποροι ομολόγων φαίνεται να παρακολουθούν τις ειδήσεις. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά και πιθανότατα θα παραμείνουν για κάποιο διάστημα. Οι τιμές των καυσίμων στην Αμερική —ιδίως του ντίζελ, από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό ο εμπορικός τομέας των μεταφορών— έχουν με τη σειρά τους εκτοξευθεί. Οι διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων που συμμετέχουν στη μηνιαία έρευνα της Bank of America, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε μετοχές, είναι αισιόδοξοι. Αναμένουν ότι, μέχρι το τέλος του έτους, το αργό Brent, το παγκόσμιο σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο, θα διαπραγματεύεται, κατά μέσο όρο, στα 76 δολάρια το βαρέλι, ελαφρώς υψηλότερα από ό,τι πριν από την έναρξη του πολέμου. Οι αγορές ομολόγων φαίνονται λιγότερο σίγουρες.

Κατά συνέπεια, προεξοφλούν τη συνέχιση του πληθωρισμού. Στις 19 Αυγούστου, η Βρετανία ανέφερε πληθωρισμό 2,9% για το έτος έως τον Ιούλιο, από 2,6% τον Ιούνιο, καθώς οι υψηλότερες τιμές ενέργειας άφησαν το σημάδι τους. Στις ΗΠΑ, ο δομικός πληθωρισμός (ο οποίος εξαιρεί τα τρόφιμα και την ενέργεια) υποχώρησε τον περασμένο μήνα. Ωστόσο, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του νέου προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Kevin Warsh, οι έμποροι ομολόγων φαίνεται να έχουν περιορίσει τα στοιχήματά τους για μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων.

Μια άλλη πρόσφατη ανησυχία είναι ότι οι εκδότες κρατικών ομολόγων αντιμετωπίζουν νέο ανταγωνισμό. Τους τελευταίους μήνες, μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας έχουν εκδώσει ομόλογα αξίας 75 δισ. δολαρίων περίπου για να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή η έκρηξη, σύμφωνα με εκτιμήσεις της τράπεζας Goldman Sachs, έχει ήδη ωθήσει τη συνολική έκδοση ομολόγων τους σχεδόν στο διπλάσιο του περσινού συνόλου. Σε αυτή την «πανδαισία ομολόγων» συμμετέχουν όλα τα είδη των επιχειρήσεων. Η Goldman υπολογίζει ότι το 40% περίπου των εκδόσεων ομολόγων μεγάλης κλίμακας (δηλαδή, άνω των 10 δισ. δολαρίων) από εκδότες επενδυτικής βαθμίδας προέρχεται από τομέα εκτός της τεχνολογίας,. Έτσι, οι αγοραστές ομολόγων έχουν πληθώρα επιλογών επενδυτικής βαθμίδας από τις οποίες μπορούν να επιλέξουν. Πολλοί πιστεύουν ότι η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης θα ωθήσει τα επιτόκια προς τα πάνω, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για την προσέλκυση κεφαλαίων.

Ωστόσο, ο κύριος λόγος για τη σταδιακή άνοδο των αποδόσεων είναι μακροχρόνιος: οι ανησυχίες για τα δημόσια χρέη και τα ελλείμματα. Στις 19 Αυγούστου, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι το ομοσπονδιακό χρέος ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια (130% του περσινού ΑΕΠ). Το έλλειμμα της κυβέρνησης ανέρχεται σε περίπου 6% του ΑΕΠ. Τέτοιες ανησυχίες αντανακλώνται επίσης στις διαφορές μεταξύ των χωρών. Η διαφορά μεταξύ των αποδόσεων των δεκαετών ομολόγων της Γαλλίας και της Γερμανίας έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδό της από το 2012. Οι αγορές ομολόγων αναμένουν πλέον υψηλότερη απόδοση για το ιαπωνικό χρέος σε σχέση με το κινεζικό, αντιστρέφοντας τη συνήθη σειρά. Τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιαπωνία, οι επενδυτές εκτιμούν ότι οι πολιτικοί στερούνται της βούλησης να περιορίσουν τις δαπάνες ή να αυξήσουν τους φόρους σοβαρά.

Οι κυβερνήσεις έχουν ελάχιστες καλές άλλες επιλογές. Στη συνεδρίαση της Fed τον Ιούνιο, τα μέλη της επιτροπής χάραξης επιτοκίων ενημερώθηκαν για το πώς η ιδιοκτησία των κρατικών ομολόγων έχει μετατοπιστεί από «κατόχους του δημόσιου τομέα που είναι σχετικά ανεπηρέαστοι από τις τιμές προς ιδιώτες επενδυτές που είναι πιο ευαίσθητοι στις τιμές». Αυτή η μετατώπιση είναι πιθανό να αυξήσει το επιτόκιο που αναμένουν οι κάτοχοι ομολόγων για το μακροπρόθεσμο χρέος. Σε απάντηση σε τέτοιες πιέσεις, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιαπωνία αυξάνουν τις εκδόσεις βραχυπρόθεσμων ομολόγων με χαμηλότερες αποδόσεις. Ωστόσο, ως αποτέλεσμα, τα χρέη τους θα ανανεώνονται συχνότερα, αυξάνοντας τον κίνδυνο τέτοιες στιγμές να συμπέσουν με υψηλά επιτόκια.

Μια δεύτερη, καθόλου επιθυμητή επιλογή είναι οι κεντρικές τράπεζες να επαναγοράσουν περισσότερο χρέος. Ωστόσο, πολλές από αυτές ήλπιζαν να συρρικνώσουν τους ισολογισμούς τους, όχι να τους διευρύνουν. Επομένως, ενδέχεται να είναι απρόθυμες να βασιστούν υπερβολικά στις αγορές ομολόγων ως μέσο μείωσης των αποδόσεων. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι αγορές ομολόγων πιθανότατα θα παραμείνουν επιφυλακτικές. Παρεμβάσεις όπως αυτή του Υπουργείου Οικονομικών μπορεί, προς το παρόν, να βοηθήσουν. Είναι όμως απίθανο να κατευνάσουν τους αγοραστές για πολύ καιρό.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com