Τη σημασία της αξιοπιστίας των κεντρικών τραπεζών σε ένα ολοένα πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον υπογράμμισε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποιώντας ότι οι κυβερνήσεις ενδέχεται να επιδιώξουν μεγαλύτερο έλεγχο επί των νομισματικών αρχών.
Μιλώντας σε συνέδριο στην Πνομ Πενχ της Καμπότζης, η Λαγκάρντ τόνισε ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών, δημοσιονομικών και οικονομικών πιέσεων.
Επικαλούμενη το παράδειγμα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος ίδρυσε το 1800 την Banque de France, αλλά αργότερα περιόρισε σταδιακά την ανεξαρτησία που της είχε παραχωρήσει, η επικεφαλής της ΕΚΤ προειδοποίησε ότι ανάλογοι πειρασμοί μπορεί να ενισχυθούν το επόμενο διάστημα.
«Σε έναν κόσμο όπου οι συνθήκες γίνονται δυσκολότερες, η πρόκληση δεν είναι πλέον απλώς να διατηρηθεί η νομική ανεξαρτησία, αλλά κυρίως να διατηρηθεί η αξιοπιστία που απαιτείται για την άσκησή της», ανέφερε η Λαγκάρντ.
Όπως σημείωσε, το ιστορικό δίδαγμα είναι σαφές: «Χρειάζεται χρόνος για να χτιστεί η εμπιστοσύνη, αλλά μόνο μια στιγμή για να χαθεί».
Οι ανησυχίες για την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών έχουν ενταθεί διεθνώς, καθώς αυξάνονται οι πολιτικές πιέσεις προς τους υπεύθυνους χάραξης νομισματικής πολιτικής. Στις ΗΠΑ, ο Κέβιν Γουόρς ανέλαβε τη Fed μετά τον Τζερόμ Πάουελ, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πιέζει για χαμηλότερα επιτόκια, ενώ ο πόλεμος στο Ιράν έχει ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Όπως σημειώνει το Bloomberg, αν και η ανεξαρτησία της ΕΚΤ κατοχυρώνεται στις ευρωπαϊκές συνθήκες, ορισμένοι αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία ότι η πολιτική παρέμβαση μπορεί να αποδυναμώσει την ικανότητα της κεντρικής τράπεζας να επιτελεί την αποστολή της για σταθερότητα των τιμών. Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, έχει προειδοποιήσει πρόσφατα για τον κίνδυνο «σιωπηρής διάβρωσης» της ανεξαρτησίας μέσω δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας.
Η Λαγκάρντ ανέφερε ότι την τελευταία δεκαετία η «de facto ανεξαρτησία» έχει επιδεινωθεί σχεδόν στις μισές κεντρικές τράπεζες χωρών που αντιπροσωπεύουν το 75% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το περιβάλλον για τους κεντρικούς τραπεζίτες γίνεται λιγότερο ευνοϊκό, καθώς τα σοκ στην προσφορά γίνονται συχνότερα, οι δημοσιονομικές πιέσεις αυξάνονται και η εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς υποχωρεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιοπιστία, όπως είπε, γίνεται καθοριστικός παράγοντας και κερδίζεται μέσα από πράξεις. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, η οποία αναμένεται να προεδρεύσει συνεδρίασης για αύξηση επιτοκίων στις 10-11 Ιουνίου, σημείωσε ότι η αξιοπιστία είναι περισσότερο αναγκαία ακριβώς όταν οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής είναι πολιτικά ευαίσθητες και οικονομικά επώδυνες.
«Ακριβώς τότε είναι που η αξιοπιστία χρειάζεται περισσότερο. Και είναι επίσης τότε που είναι πιο δύσκολο να διατηρηθεί», ανέφερε.
Η Λαγκάρντ προσδιόρισε τρεις βασικές προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών: σαφήνεια στην εντολή τους, άμεση επικοινωνία με τους πολίτες και διατήρηση του περιθωρίου άσκησης νομισματικής πολιτικής.
Όπως τόνισε, αυτό το περιθώριο εξαρτάται πρωτίστως από τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. «Τα νομικά πλαίσια δεν μπορούν να προστατεύσουν την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών όταν οι δημοσιονομικές τροχιές γίνονται μη βιώσιμες», επισήμανε.
