Ένα σημαντικό εμπόδιο στον δρόμο προς την πολυαναμενόμενη αρχική δημόσια προσφορά (IPO) της ξεπέρασε η Shein, καθώς εξασφάλισε την έγκριση των κινεζικών αρχών για την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται η Wall Street Journal, η δημόσια εγγραφή θα μπορούσε να αποτιμήσει την εταιρεία γρήγορης μόδας σε περισσότερα από 40 δισ. δολάρια. Η εισαγωγή εκτιμάται ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη και κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Η έγκριση από το Πεκίνο δόθηκε περίπου έναν χρόνο μετά την εμπιστευτική κατάθεση του σχετικού φακέλου από τη Shein στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, το περασμένο καλοκαίρι.
Όπως ανακοίνωσε την Παρασκευή η Ρυθμιστική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κίνας, η εταιρεία σχεδιάζει να διαθέσει μέσω της δημόσιας προσφοράς 341,6 εκατομμύρια μετοχές κατηγορίας H, δηλαδή τίτλους κινεζικών εταιρειών που διαπραγματεύονται στο Χονγκ Κονγκ.
Shein: Από τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο στο Χονγκ Κονγκ
Η Shein ιδρύθηκε το 2012 στην πόλη Ναντζίνγκ της ανατολικής Κίνας και εξελίχθηκε σε μία από τις δημοφιλέστερες εταιρείες γρήγορης μόδας παγκοσμίως. Το επιχειρηματικό της μοντέλο βασίζεται στη διάθεση πολύ φθηνών και συνεχώς ανανεούμενων ενδυμάτων, τα οποία ακολουθούν τις τελευταίες τάσεις της αγοράς.
Η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Κίνας και Δύσης έχει, ωστόσο, περιπλέξει σημαντικά τα σχέδιά της για εισαγωγή στο χρηματιστήριο.
Αρχικός στόχος της εταιρείας ήταν η πραγματοποίηση IPO στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε το 2024, εν μέσω εντεινόμενου ελέγχου από τις αμερικανικές αρχές σχετικά με τις συνθήκες εργασίας και τις πρακτικές που ακολουθούνται στην κινεζική εφοδιαστική αλυσίδα της Shein.
Στη συνέχεια, η εταιρεία στράφηκε προς το Λονδίνο. Η προσπάθεια εισαγωγής στο βρετανικό χρηματιστήριο βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με εμπόδια, καθώς οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον αναζωπυρώθηκαν.
Οι δασμοί που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ και η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να καταργήσει για την Κίνα τη λεγόμενη εξαίρεση «de minimis» αποτέλεσαν νέο πλήγμα για τη Shein. Η συγκεκριμένη ρύθμιση επέτρεπε την αδασμολόγητη εισαγωγή δεμάτων μικρής αξίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελούσε βασικό πλεονέκτημα για το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας.
Η Shein δεν κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει από το Πεκίνο την απαραίτητη έγκριση για το IPO στο Λονδίνο. Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις διαβουλεύσεις, οι κινεζικές αρχές ενθάρρυναν παράλληλα την εταιρεία να επιλέξει το Χονγκ Κονγκ.
Οι δεσμοί με την κινεζική παραγωγή
Παρότι η Shein δεν διαθέτει πελάτες στην κινεζική αγορά, συνεργάζεται με χιλιάδες εργοστάσια στη χώρα, τα οποία παράγουν την τεράστια γκάμα προϊόντων της και προσαρμόζουν γρήγορα την παραγωγή στις μεταβαλλόμενες καταναλωτικές τάσεις.
Οι στενοί αυτοί επιχειρησιακοί δεσμοί με την Κίνα αποτελούν βασικό λόγο για τον οποίο τα σχέδια εισαγωγής της σε ξένο χρηματιστήριο απαιτούν την έγκριση του Πεκίνου, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία μετέφερε την έδρα της στη Σιγκαπούρη πριν από μερικά χρόνια.
Αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις στο εξωτερικό, η Shein επιχείρησε το τελευταίο διάστημα να αποκαταστήσει και να ενισχύσει τις σχέσεις της με τις κινεζικές αρχές. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί αλλαγή στρατηγικής σε σχέση με την προηγούμενη προσπάθειά της να περιορίσει την προβολή των κινεζικών καταβολών της.
Σε μια σπάνια δημόσια ομιλία τον Φεβρουάριο, ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Σκάι Σου, δεσμεύθηκε να επενδύσει περισσότερα από 10 δισ. γουάν, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 1,5 δισ. δολάρια, για την ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας της Shein στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της νότιας Κίνας.
Στη συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται η πλειονότητα των συνεργαζόμενων κατασκευαστών της εταιρείας.
Την ίδια στιγμή, η Shein επιδιώκει να διαφοροποιήσει σταδιακά την παραγωγική της βάση, αναπτύσσοντας συνεργασίες με εργοστάσια σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Βραζιλία και η Τουρκία. Η εταιρεία διαθέτει προϊόντα σε περισσότερες από 160 αγορές παγκοσμίως.
Η Shein είχε αποτιμηθεί σε περίπου 66 δισ. δολάρια σε γύρο χρηματοδότησης το 2023. Έκτοτε, η εκτιμώμενη αξία της έχει περιοριστεί, καθώς η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με την αυξανόμενη πίεση από ανταγωνιστές όπως η Temu, αλλά και με την επίμονη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Μεταξύ των επενδυτών της περιλαμβάνονται οι General Atlantic, IDG Capital, Mubadala Investment και HSG.
