Ανοδικά κινούνται σήμερα οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων, σβήνοντας μεγάλο μέρος της υποχώρησης που είχαν καταγράψει μία ημέρα νωρίτερα, μετά τις ανακοινώσεις του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ περί κρατικής παρέμβασης στην αγορά με στόχο να περιοριστούν οι πιέσεις στους τίτλους μεγαλύτερης διάρκειας.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου —που αποτελεί το βασικό επίκεντρο του επιταχυμένου προγράμματος επαναγορών— αυξήθηκε κατά 5,7 μονάδες βάσης, στο 5,251%.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, που αποτελεί τη βάση αναφοράς για τα επιτόκια στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, καθώς και για το κόστος του χρήματος μέσω πιστωτικών καρτών, ενισχύθηκε κατά 5,1 μονάδες βάσης στο 4,704%.
Η απόδοση του διετούς τίτλου, που επηρεάζεται περισσότερο από τις βραχυπρόθεσμες αποφάσεις της Federal Reserve για τα επιτόκια, σημείωσε μικρότερη άνοδο, κατά 1,5 μονάδα βάσης, στο 4,1927%.
Μία μονάδα βάσης ισοδυναμεί με 0,01 ποσοστιαία μονάδα, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται αντίστροφα από τις τιμές τους.
Οι κινήσεις αυτές είναι χαρακτηριστικές της δυσκολίας που αντιμετωπίζει η αμερικανική κυβέρνηση να παρέμβει αποτελεσματικά τις αγορές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρι.
Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, υπό τον υπουργό Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε χτες ότι θα υπερδιπλασιάσει το μέγεθος των επαναγορών κρατικού χρέους, με το νέο πρόγραμμα να ξεκινά στις 9 Σεπτεμβρίου και να διαρκεί έως τις 4 Νοεμβρίου.
Μετά την ανακοίνωση, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων σημείωσαν ισχυρή πτώση.
Ειδικότερα, η απόδοση του 30ετούς μειώθηκε κατά περίπου 10 μονάδες βάσης, έχοντας προηγουμένως ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περίπου 19 ετών, δηλαδή σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Ωστόσο, η κίνηση αυτή αποδείχθηκε βραχύβια. Σήμερα οι αποδόσεις επέστρεψαν σε ανοδική τροχιά, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν τόσο την παρέμβαση του υπουργείου Οικονομικών όσο και τα βαθύτερα, διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η αγορά ομολόγων.
«Οι παρεμβάσεις αυτές υπογραμμίζουν τις υποκείμενες διαρθρωτικές προκλήσεις χωρίς να κάνουν τίποτα για να τις αντιμετωπίσουν», ανέφερε σε σημείωμά της προς πελάτες η Maia Crook, ανώτερη αναλύτρια της JPMorgan Chase.
Παρότι η χτεσινή κίνηση Μπέσεντ οδήγησε προσωρινά χαμηλότερα τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, ο μόνιμος αντίκτυπος μπορεί να είναι η αύξηση του ασφάλιστρου κινδύνου, καθώς το υπουργείο Οικονομικών παρεμβαίνει πλέον πιο ενεργά στην αγορά και απομακρύνεται από την παραδοσιακή αρχή της «τακτικής και προβλέψιμης» διαχείρισης του χρέους.
Οι ανακοινώσεις περί κρατικής παρέμβασης έγιναν την ίδια ημέρα που το υπουργείο Οικονομικών επικαιροποίησε τα στοιχεία για το αμερικανικό δημόσιο χρέος, το οποίο ξεπέρασε πλέον το όριο των 40 τρισ. δολαρίων.
Παράλληλα, η αγορά κρατικών ομολόγων βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονο ανταγωνισμό από την έκδοση εταιρικών ομολόγων για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στην ΑΙ και τα data centers, η οποία κινείται σε επίπεδα-ρεκόρ.
Οι παράγοντες αυτοί έχουν συμβάλει στην άνοδο του λεγόμενου «term premium», δηλαδή της πρόσθετης απόδοσης που απαιτούν οι επενδυτές προκειμένου να διακρατήσουν μακροπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Η άνοδος των αποδόσεων συνδέθηκε επίσης με την αξιολόγηση των πρακτικών της συνεδρίασης της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτών Αγορών (FOMC) του Ιουλίου, τα οποία δημοσιεύθηκαν χτες Τετάρτη. Οι αξιωματούχοι της Fed άφησαν να εννοηθεί ότι ενδέχεται να προχωρήσουν σε αύξηση επιτοκίων εάν δεν υπάρξει μεγαλύτερη πρόοδος στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Τα οικονομικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν μετά τη συνεδρίαση δείχνουν σχετικά περιορισμένες μηνιαίες αυξήσεις των τιμών, ωστόσο ο πληθωρισμός εξακολουθεί να παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% της Federal Reserve.
