Κρίσιμες εκλογές στη Σουηδία: Το ακροδεξιό SD διεκδικεί κυβερνητική θέση με φόντο με την άνοδο της AfD

Συμμετοχή στην κυβέρνηση στη Σουηδία διεκδικεί το SD, ενώ ο Μερτς πιέζεται πριν τις εκλογές σε Βερολίνο & Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία

Προεκλογικές αφίσες των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών, του Μετριοπαθούς Κόμματος και των Σοσιαλδημοκρατών για τις εκλογές στη Σουηδία ©ΑΠΕ

Οι εκλογές στη Σουηδία αναμένεται να κρίνουν αν οι Σουηδοί Δημοκράτες θα περάσουν από τη στήριξη στην άμεση συμμετοχή στην κυβέρνηση, εδραιώνοντας τη δεξιά μετατόπιση της χώρας. Την ίδια ώρα, η άνοδος του AfD εντείνει την πίεση στο CDU στη Γερμανία.

Ο Κρίστερσον προαναγγέλλει υπουργικές θέσεις για τους Σουηδούς Δημοκράτες, ενώ στη Γερμανία το AfD απειλεί να εντείνει την κρίση στο CDU.

Οι Σουηδοί προσέρχονται στις κάλπες την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου σε μια αναμέτρηση που εξελίσσεται σε αμφίρροπη μάχη και αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία. Το βασικό ερώτημα δεν αφορά μόνο το ποιος θα αναλάβει την πρωθυπουργία, αλλά και αν το ακροδεξιό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών (SD) θα περάσει το κατώφλι της κυβέρνησης, αποκτώντας για πρώτη φορά άμεσο θεσμικό ρόλο στην άσκηση της εξουσίας.

Η Σουηδία στην κάλπη με φόντο την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη

Το κόμμα, που έχει τις ρίζες του σε ένα νεοναζιστικό παρελθόν και για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως πολιτικός παρίας, έχει πλέον μετατραπεί σε έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες του σουηδικού πολιτικού συστήματος. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις το τοποθετούν περίπου στο 19%, ποσοστό που του επιτρέπει να διεκδικεί σημαντική επιρροή στον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.

Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον και η κεντροδεξιά συμμαχία του έχουν ήδη διαμηνύσει ότι είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα στη συνεργασία με το SD. Στόχος είναι να εξασφαλιστεί η κοινοβουλευτική στήριξη που απαιτείται για μια δεύτερη θητεία του Κρίστερσον, με τον ίδιο να έχει δηλώσει στα τέλη Αυγούστου ότι η προεκλογική εκστρατεία διεξάγεται με στόχο τον σχηματισμό κοινής κυβέρνησης πλειοψηφίας υπό την ηγεσία του.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη βαθιά μεταβολή του πολιτικού σκηνικού στη χώρα. Η Σουηδία, επί χρόνια συνώνυμη με μια ανοιχτή κοινωνία και σχετικά φιλελεύθερες πολιτικές στο μεταναστευτικό, έχει μετακινηθεί αισθητά προς αυστηρότερες θέσεις σε ζητήματα μετανάστευσης, ιθαγένειας, κοινωνικών παροχών και συνοριακών ελέγχων.

Η αλλαγή δεν περιορίζεται στη ρητορική. Η κυβέρνηση Κρίστερσον, η οποία δεν διαθέτει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, συνεργάζεται από το 2022 με τον ηγέτη των Σουηδών Δημοκρατών, Τζίμι Άκεσον. Κατά τη διάρκεια της θητείας της έχει καταργήσει το καθεστώς μόνιμης διαμονής για πρόσφυγες, έχει αυστηροποιήσει τους κανόνες για την πρόσβαση σε κοινωνικά επιδόματα και έχει ενισχύσει τις απελάσεις όσων δεν διαθέτουν δικαίωμα παραμονής.

Οι αιτήσεις ασύλου έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, ενώ η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οικονομία έχει ενισχυθεί και ότι οι τιμές ενέργειας και τροφίμων έχουν μειωθεί. Παράλληλα, προβάλλει τη μείωση της εγκληματικότητας των συμμοριών ως μία από τις βασικές επιτυχίες της πολιτικής της.

Ο Κρίστερσον επιχειρεί πλέον να μεταφέρει το βάρος από τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών στην ένταξη όσων βρίσκονται ήδη στη χώρα. Οι Σουηδοί Δημοκράτες, ωστόσο, πιέζουν για ακόμη αυστηρότερη πολιτική.

Η Σουηδία μπροστά στην «κανονικοποίηση» του ακροδεξιού SD

Η προοπτική κυβερνητικής συμμετοχής του SD προκαλεί αντιδράσεις, παρά το γεγονός ότι αρκετές από τις θέσεις του έχουν πλέον μεταφερθεί στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης. Ο Ματίας Κάρλσον, βουλευτής του κόμματος και στενός συνεργάτης του Άκεσον, υποστηρίζει ότι η σουηδική κοινωνία πρέπει να βασίζεται στη σουηδική γλώσσα, τους νόμους, τους κανόνες, την ηθική και τις παραδόσεις. Όσοι δεν μπορούν να αποδεχθούν αυτές τις αρχές, πρόσθεσε, θα πρέπει να αναζητήσουν αλλού τον τόπο διαμονής τους.

Ακριβώς αυτή η μετατόπιση ανησυχεί τους επικριτές της ακροδεξιάς. Παρά τη γενικευμένη πλέον αποδοχή αυστηρότερων μεταναστευτικών πολιτικών, σημαντικό μέρος της σουηδικής κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την άμεση συμμετοχή των Σουηδών Δημοκρατών στην κυβέρνηση.

Οι δημοσκοπήσεις, μάλιστα, δίνουν οριακό προβάδισμα στην κεντροαριστερή αντιπολίτευση, η οποία στηρίζει για την πρωθυπουργία την ηγέτιδα των Σοσιαλδημοκρατών, Μαγκνταλένα Άντερσον. Η ίδια προειδοποιεί ότι το διακύβευμα της κάλπης υπερβαίνει την επιλογή πρωθυπουργού: αφορά το αν οι Σουηδοί Δημοκράτες θα αποκτήσουν καθοριστικό λόγο για την άμυνα, τα σχολεία, την οικονομία και τον πολιτισμό.

«Αυτή θα ήταν μια πολύ διαφορετική Σουηδία», έχει προειδοποιήσει. Η Μπριγκίτα Όλσον, πρώην υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και νυν βουλευτής του Κόμματος του Κέντρου, εκτιμά ότι η συμμετοχή των Σουηδών Δημοκρατών στην κυβέρνηση θα πλήξει τα φιλελεύθερα ιδανικά της χώρας. Από την άλλη πλευρά, αναλυτές υποστηρίζουν ότι η διαδικασία πολιτικής ενσωμάτωσης του SD έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά.

Ο ιστορικός Λαρς Τράγκαρντ εκτιμά ότι θα συνεχιστεί η «κανονικοποίηση» του κόμματος, ενώ ο συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής Ζαν Γκιγιού θεωρεί ότι η εκλογική αναμέτρηση αποτελεί ουσιαστικά δημοψήφισμα για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το SD στο μέλλον.

Το ίδιο το κόμμα επιχείρησε τα τελευταία χρόνια να απομακρυνθεί από το ακραίο παρελθόν του. Το 2025 ζήτησε συγγνώμη για τις νεοναζιστικές καταβολές του και τις αντισημιτικές απόψεις που είχαν εκφραστεί στους κόλπους του. Παράλληλα, ο Άκεσον επιχείρησε να παρουσιάσει το κόμμα ως δύναμη που μπορεί να συμμετέχει θεσμικά στη διακυβέρνηση.

Η αλλαγή αυτή αντανακλά μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση. Ακροδεξιά ή εθνικιστικά κόμματα συμμετέχουν πλέον σε κυβερνητικούς συνασπισμούς σε χώρες όπως η Φινλανδία, η Ιταλία, η Κροατία και η Τσεχία, ενώ σε Γαλλία και Γερμανία ασκούν ισχυρή πίεση στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας.

Εκλογές στη Σουηδία: Κόστος διαβίωσης, κοινωνικό κράτος και μεταναστευτικό στο επίκεντρο

Η εκλογική μάχη στη Σουηδία δεν διεξάγεται αποκλειστικά γύρω από την άνοδο της ακροδεξιάς. Οι δύο βασικοί πολιτικοί συνασπισμοί εμφανίζουν σημαντικές συγκλίσεις σε μια σειρά ζητημάτων που απασχολούν άμεσα τους ψηφοφόρους.

Αμφότερες οι πλευρές τάσσονται υπέρ της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, της συνέχισης της στήριξης προς την Ουκρανία, του επανεξοπλισμού της χώρας και της λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους διαβίωσης.

Ωστόσο, οι διαφορές παραμένουν σημαντικές. Οι επικριτές του SD φοβούνται ότι οι προτάσεις για περιορισμό της πολυπολιτισμικότητας, επιστροφή σε παραδοσιακές αξίες και περιορισμούς σε ορισμένα μουσουλμανικά ενδύματα μπορεί να εντείνουν τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις και να μετακινήσουν ακόμη περισσότερο τον πολιτικό άξονα προς τα δεξιά.

Σε πρόσφατη συγκέντρωση υπέρ των μεταναστών στη Στοκχόλμη, ο συγγραφέας και ακτιβιστής κατά του ρατσισμού Κούρντο Μπάκσι εξέφρασε φόβους για νέες απελάσεις, αλλά και για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην ελευθερία του Τύπου, της έκφρασης και του συναθροίζεσθαι.

Ακόμη και σε περίπτωση επικράτησης της Άντερσον, πάντως, η δημιουργία σταθερής κυβέρνησης δεν θα είναι εύκολη. Οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Πράσινοι, το Αριστερό Κόμμα και το Κόμμα του Κέντρου συμφωνούν στην ενίσχυση των δημόσιων δαπανών και της κοινωνικής πρόνοιας, όμως αποκλίνουν σε ζητήματα όπως η φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και η κατασκευή νέων πυρηνικών αντιδραστήρων.

Επιπλέον, το Κόμμα του Κέντρου έχει αποκλείσει τη συμμετοχή σε κυβέρνηση μαζί με το Αριστερό Κόμμα, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τις προσπάθειες σχηματισμού πλειοψηφίας.

Γερμανία: Το AfD αυξάνει την πίεση στον Μερτς ενόψει νέων τοπικών εκλογών

Η πολιτική δυναμική που καταγράφεται στη Σουηδία δεν αποτελεί μεμονωμένο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Στη Γερμανία, η εκλογική ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) έχει προκαλέσει νέα αναταραχή στο CDU και εντείνει την πίεση στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς ενόψει των επόμενων κρατιδιακών εκλογών.

Η εκλογική επιτυχία του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου συγκέντρωσε 43,8%, έχει αναζωπυρώσει τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις στους Χριστιανοδημοκράτες. Στελέχη του CDU ζητούν αλλαγή πολιτικής, ενώ ορισμένοι φτάνουν μέχρι και να θέτουν θέμα παραίτησης του Μερτς.

Σε ανοιχτή επιστολή προς τον καγκελάριο, 33 μέλη του CDU από το Γκρόσμπεερεν, περιοχή κοντά στο Βερολίνο και παραδοσιακό προπύργιο του κόμματος στο Βρανδεμβούργο, υποστήριξαν ότι η ηγεσία πρέπει να εξετάσει γιατί χάνει ψηφοφόρους αντί απλώς να επιχειρεί να τους πείσει ότι η πολιτική της είναι σωστή.

Οι υπογράφοντες υποστήριξαν ότι το CDU είχε δεσμευθεί για οικονομική ανάπτυξη, ελάφρυνση πολιτών και επιχειρήσεων, φθηνότερη ενέργεια, αποτελεσματικότερη διαχείριση της μετανάστευσης και περιορισμό της γραφειοκρατίας, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο οι δεσμεύσεις αυτές έχουν γίνει αισθητές στην κοινωνία.

Έντονη αμφισβήτηση στον Μερτς

Ακόμη εντονότερη είναι η αμφισβήτηση στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, όπου ο αντιπρόεδρος του CDU Τίνο Σόμαν ζήτησε ανοιχτά την αποχώρηση του Μερτς από την καγκελαρία. Ο επικεφαλής του κόμματος στο κρατίδιο, Ντάνιελ Πίτερς, απέφυγε να ανοίξει συζήτηση για την ηγεσία, επισημαίνοντας ότι οι προσωπικές αντιπαραθέσεις δεν βοηθούν, και επιχείρησε να υπογραμμίσει ότι ο Μερτς δεν είναι υποψήφιος στις συγκεκριμένες εκλογές.

Η κάλπη της 20ής Σεπτεμβρίου, ωστόσο, μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη. Δημοσκόπηση της INSA, που πραγματοποιήθηκε από 1 έως 8 Σεπτεμβρίου, δίνει στο AfD 36%, έναντι 33% για το SPD της πρωθυπουργού του κρατιδίου, Μανουέλα Σβέσιγκ. Το CDU περιορίζεται στο 7%, μόλις τρεις μονάδες πάνω από το όριο του 5% για την είσοδο στο κρατιδιακό κοινοβούλιο.

Εφόσον επιβεβαιωθεί αυτό το ποσοστό, θα πρόκειται για τη χειρότερη επίδοση του CDU σε περιφερειακές εκλογές από την ίδρυσή του το 1946. Οι Πράσινοι κινούνται στο 5%, ενώ το BSW βρίσκεται στο 4% και δίνει μάχη για την είσοδό του στη Βουλή.

Στο Βερολίνο, την ίδια ημερομηνία, η εικόνα παραμένει εξίσου ρευστή. Η τελευταία μέτρηση της INSA δείχνει μάχη σχεδόν στήθος με στήθος: το CDU βρίσκεται στο 20%, το Die Linke στο 19% και το AfD στο 18%. Ακολουθούν SPD και Πράσινοι με 15% έκαστο, ενώ FDP και BSW κινούνται κάτω από το όριο εισόδου.

Οι δύο γερμανικές αναμετρήσεις αναμένεται έτσι να λειτουργήσουν ως ακόμη ένα τεστ για την κυβέρνηση Μερτς. Αν το CDU υποστεί νέα απώλεια, η εσωκομματική πίεση θα ενταθεί και η άνοδος του AfD θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα, σε μια Ευρώπη όπου η ακροδεξιά έχει ήδη μετακινηθεί από το περιθώριο προς το κέντρο της πολιτικής συζήτησης.