Η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση στη Γερμανία, το πλήγμα στο βιομηχανικό μοντέλο και οι σκιές της Βαϊμάρης

Σε Συμπληγάδες η κυβέρνηση Μερτς. Πώς η Γερμανία από δύναμη σταθερότητας στην Ευρώπη οδηγήθηκε στην ακραία πολιτική αστάθεια: Βαϊμάρη 2.0

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Λαρς Κλίνγκμπαϊλ με τον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου ©EPA/CLEMENS BILAN

Η Γερμανία θεωρείται επί δεκαετίες ακλόνητος πυλώνας οικονομικής ισχύος και πολιτικής σταθερότητας στην Ευρώπη. Αλλά τώρα το μοντέλο που στήριξε επί δεκαετίες τη γερμανική ισχύ δοκιμάζεται, με το πολιτικό οικοδόμημα να ραγίζει και τη  συναίνεση να δίνει τη θέση της στην ακραία πόλωση και την αστάθεια.

Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πλέγμα βιομηχανικών, δημοσιονομικών πιέσεων και κοινωνικής δυσαρέσκειας, ενώ η ενίσχυση του AfD αναζωπυρώνει τις συζητήσεις για τις ομοιότητες με τη Βαϊμάρη, στη σκιά της ραγδαίας αύξησης των αμυντικών δαπανών ακολουθώντας μια ρότα στροφής στην πολεμική οικονομία, που όλα αυτά μαζί αναδιαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.

Δεν είναι μόνο οι εξωτερικές πιέσεις μιας κρίσης που ενισχύεται από τον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία, είναι και οι εσωτερικές αδυναμίες ενός κυρίαρχου μοντέλου που έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, που μοιάζει με μια «Βαϊμάρη 2.0» σε διαφορετικούς ρυθμούς.

Γερμανία: Το πλήγμα στο βιομηχανικό μοντέλο

Η Γερμανία υπήρξε για δεκαετίες συνώνυμο της οικονομικής ανάπτυξης, της βιομηχανικής ισχύος και της πολιτικής συνέχειας. Το μοντέλο αυτό την ανέδειξε σε οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης και σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής σταθερότητας.

Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αλληλένδετες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις, ενώ η άλλοτε ισχυρή βιομηχανική της βάση δέχεται ισχυρές πιέσεις. Αντί για ανακοινώσεις νέων επενδύσεων και επέκτασης της παραγωγής, μεγάλες επιχειρήσεις προχωρούν σε κλείσιμο μονάδων και περικοπές θέσεων εργασίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Volkswagen, η οποία ανακοίνωσε σχέδια για το κλείσιμο τεσσάρων μεγάλων εργοστασίων της, με τις περικοπές που προγραματίζονται να αγγίζουν τις 100.000 θέσεις εργασίας, δηλαδή περισσότερο από το ένα έκτο του εργατικού δυναμικού της.

Η αυτοκινητοβιομηχανία, επί δεκαετίες σύμβολο της ανεπτυγμένης γερμανικής μηχανικής, αποτελεί πλέον ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες διεκδικούν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά, προσφέροντας ανταγωνιστικά προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές.

Volkswagen

Συναρμολόγηση αυτοκινήτου Volkswagen © EPA/FILIP SINGER

Η Γερμανία αντιμέτωπη με την υποχώρηση των υποδομών

Η κρίση δεν περιορίζεται στη βιομηχανία. Οι υποδομές, άλλοτε σημείο αναφοράς για τη γερμανική αποτελεσματικότητα, εμφανίζουν πλέον σοβαρές αδυναμίες.

Τον Ιούνιο το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο παρέλυσε για σχεδόν τρεις ώρες, όταν παλαιά εξαρτήματα του συστήματος επικοινωνίας των τρένων τέθηκαν εκτός λειτουργίας. Πολλά τρένα ακινητοποιήθηκαν μακριά από σταθμούς, ενώ χρειάστηκαν ημέρες μέχρι να αποκατασταθεί η λειτουργία του δικτύου και να επανέλθει στο γνώριμο, αν και συχνά προβληματικό, πρόγραμμα καθυστερήσεων και ακυρώσεων.

Την ίδια περίπου περίοδο, οι αρχές αναγκάστηκαν να κλείσουν μεγάλη γέφυρα αυτοκινητοδρόμου κοντά στη Βόννη, σε μία από τις πλουσιότερες περιοχές της χώρας, καθώς οι μηχανικοί προειδοποίησαν ότι υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης. Το συγκεκριμένο συμβάν προστέθηκε σε μια σειρά αντίστοιχων προβλημάτων που έχουν αναδείξει τις ανάγκες αναβάθμισης των γερμανικών υποδομών.

Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με το μοντέλο μιας χώρας που για χρόνια βασίστηκε στην υψηλή παραγωγικότητα, τις εξαγωγές και την αξιοπιστία των υποδομών της. Η γερμανική κυβέρνηση έχει πλέον αναγνωρίσει την ανάγκη σημαντικών επενδύσεων στις μεταφορές και στις υποδομές, με τα δημοσιονομικά περιθώρια, ωστόσο, να παραμένουν περιορισμένα και πετσοκομμένα.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Αμυντική βιομηχανία © EPA/FABIAN BIMMER / POOL

Γερμανία: Δημοσιονομική πίεση, περικοπές και νέοι στρατιωτικοί εξοπλισμοί

Η οικονομική πίεση συναντά πλέον μια δεύτερη, εξίσου σημαντική μεταβολή: τη ραγδαία αύξηση των αμυντικών δαπανών.

Η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς έχει θέσει την ενίσχυση της άμυνας στον πυρήνα της πολιτικής της, στρίβοντας σε ένα μείγμα πολεμικής οικονομίας. Για το 2026 προβλέπονται συνολικά περίπου 108 δισ. ευρώ για την άμυνα και την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων πόρων από το ειδικό ταμείο των ενόπλων δυνάμεων.

Παράλληλα, η Γερμανία παραμένει ένα από τα σημαντικότερα κράτη-μέλη της ΕΕ που υποστηρίζουν την Ουκρανία στον πόλεμο απέναντι στη Ρωσία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της γερμανικής κυβέρνησης, η στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο ανέρχεται σε περίπου 57,6 δισ. ευρώ, ποσό που περιλαμβάνει ήδη παρεχόμενη ή προγραμματισμένη στήριξη για τα επόμενα χρόνια.

Η επιλογή αυτή έχει δημοσιονομικό κόστος, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί ταυτόχρονα να περιορίσει άλλες δημόσιες δαπάνες. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι συντάξεις, το ασφαλιστικό, η υγειονομική περίθαλψη, οι παροχές κοινωνικής προστασίας και οι όροι εργασίας.

Ο Μερτς, ο οποίος ανέλαβε καγκελάριος τον Μάιο του 2025, είχε υποστηρίξει προεκλογικά ότι το γερμανικό κράτος πρόνοιας, με τη σημερινή του μορφή, δεν είναι πλέον οικονομικά βιώσιμο, με βάση την ανάπτυξη και παραγωγή της γερμανικής οικονομίας.

Στην πράξη, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη συγκράτηση των δαπανών, ενώ παράλληλα αυξάνει σημαντικά τους πόρους για την άμυνα.

Αυτό δημιουργεί μια έντονη πολιτική αντίφαση: σε μια κοινωνία που ήδη αντιμετωπίζει υψηλότερο κόστος ζωής και οικονομική αβεβαιότητα, η ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών συνυπάρχει με πιέσεις για περιορισμό του κοινωνικού κράτους, ανεβάζοντας το θερμόμετρο της κοινωνικής δυσαρέσκειας που προκαλεί τριγμούς στο πολιτικό οικοδόμημα.

Κρατώντας πανό, σημαίες της Γερμανίας και της ΕΕ χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν σε μεγάλες πόλεις της χώρας για το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια με την αστυνομία

Κρατώντας πανό, σημαίες της Γερμανίας και της ΕΕ, χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν σε μεγάλες πόλεις της χώρας για το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια με την αστυνομία © EPA/CLEMENS BILAN

Η πολιτική κρίση και η άνοδος του AfD

Το οικονομικό περιβάλλον έχει πλέον μετατραπεί σε πολιτικό πρόβλημα. Η κυβέρνηση Μερτς αντιμετωπίζει πιέσεις, ενώ οι επιτυχίες της AfD στις εκλογές κρατιδίων, κυρίως στη μεριά της Ανατολικής Γερμανίας, όπου η εγκατάλειψη έχει οξυμένα οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, έχουν ενισχύσει την παρουσία της ακροδεξιάς στην πολιτική ζωή, που εκμεταλλεύεται και δημαγωγεί, κυνηγώντας αποδιοπομπαίους τράγους, σπέρνοντας το μίσος και τον διχασμό.

Η AfD, που διατηρεί δεσμούς με νεοναζιστικά μορφώματα και παραφυάδες που έχουν βρει στέγη στους κόλπους της, έχει αξιοποιήσει τρεις βασικές πηγές κοινωνικής δυσαρέσκειας: την αντίθεση στη μεταναστευτική πολιτική, τη διαφωνία με τη στήριξη της Γερμανίας στην Ουκρανία και την αντίδραση στις περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών.

Η μετανάστευση αποτελεί πλέον κεντρικό ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Μερτς έχει υιοθετήσει αυστηρότερη ρητορική για τη μετανάστευση και έχει υποστηρίξει την ενίσχυση των απελάσεων. Οι θέσεις αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, όμως η ανάγκη αυστηρότερου ελέγχου της μετανάστευσης έχει γίνει κοινό σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος των παραδοσιακών κομμάτων.

Αυτή ακριβώς η σύγκλιση, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στον Guardian, περιορίζει τον χώρο για μια διαφορετική πολιτική πρόταση και αφήνει στην AfD τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως φορέας αντισυστημικής διαμαρτυρίας.

Οι εκλογικές επιδόσεις του κόμματος δεν περιορίζονται πλέον στις μεγαλύτερες ηλικίες ή στην Ανατολική Γερμανία. Όπως εξηγούν αναλυτές, η μεγαλύτερη εκλογική του δυναμική εντοπίζεται πλέον και στις ηλικίες 35 έως 59 ετών, δηλαδή σε τμήματα του πληθυσμού που βρίσκονται στην παραγωγική ηλικία.

Η εικόνα αυτή ενισχύει τις συγκρίσεις με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι η σημερινή Γερμανία βρίσκεται σε ταυτόσημη ιστορική κατάσταση. Η αναλογία αφορά κυρίως την ταυτόχρονη παρουσία οικονομικής ανασφάλειας, πολιτικής πόλωσης, κοινωνικής δυσαρέσκειας και ενίσχυσης των δυνάμεων που αμφισβητούν το παραδοσιακό πολιτικό κέντρο.

Η κοινωνική διάσταση της κρίσης

Η κοινωνική διάσταση της κρίσης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στον χώρο της εργασίας. Αναλυτές στο Politico περιγράφουν μια κατάσταση όπου οι περικοπές δεν εφαρμόζονται με ενιαίο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά μεταφέρονται σε μεγάλο βαθμό στα κρατίδια και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Στο Αμβούργο, για παράδειγμα, έχει αποφασιστεί αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων κατά μία ώρα. Παράλληλα, μειώνεται ο αριθμός των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η κάλυψη των απουσιών λόγω ασθένειας.

Περικοπές επηρεάζουν επίσης τους εργαζομένους υποστήριξης μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Εκεί όπου στο παρελθόν ένας εργαζόμενος μπορούσε να υποστηρίζει έναν μαθητή, εξετάζεται πλέον η ανάθεση πολλών μαθητών σε έναν εργαζόμενο, με στόχο την εξοικονόμηση περίπου 15 εκατ. ευρώ.

Ακόμη και οι μαθητές αντιδρούν. Κλειστά παρέμεινα την Παρασκευή πολλά σχολεία στη Γερμανία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Πραγματοποιήθηκαν πάνω από 100 διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα, μεταξύ άλλων στο Κίελο, το Αμβούργο, το Βερολίνο και τη Φρανκφούρτη, αναφέρει το BBC.

Τον Ιανουάριο τέθηκε σε ισχύ νέος νόμος που θεσπίζει την εθελοντική στρατιωτική θητεία, με στόχο την πρόσληψη εθελοντών για την αύξηση του αριθμού των στρατιωτών. Ωστόσο, εάν η κατάσταση ασφαλείας επιδεινωθεί ή εάν οι εθελοντές που θα προσέλθουν είναι πολύ λίγοι, το γερμανικό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο μιας μορφής υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.

Σε εθνικό επίπεδο, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα, που έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις.

Το σχέδιο Μερτς προβλέπει ότι ακόμη και όσοι έχουν συμπληρώσει 45 χρόνια εργασίας θα πρέπει να περιμένουν έως το προβλεπόμενο όριο συνταξιοδότησης, το οποίο βρίσκεται στα 67 έτη, ενώ γίνεται λόγος για περαιτέρω αύξησή του έως τα 70 μέχρι το 2035.

O Kαγγελάριος Φρίντριχ Μέρτς

O Kαγγελάριος Φρίντριχ Μέρτς © EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Αντίστοιχη αντίδραση προκαλεί η συζήτηση για τις αναρρωτικές άδειες. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χάνονται υπερβολικά πολλές εργάσιμες ημέρες λόγω ασθενειών, ενώ οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα φοβούνται ότι οι αλλαγές θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο ένα ήδη πιεσμένο σύστημα υγείας.

Οι αντιδράσεις έχουν αρχίσει να εμφανίζονται. Στις 5 Σεπτεμβρίου, περίπου 5.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βερολίνο κατά των περικοπών στην υγεία. Ωστόσο, η συμμετοχή των συνδικάτων παραμένει περιορισμένη.

Η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων, η οποία αποτελεί την κορυφαία οργάνωση-ομπρέλα, το τριτοβάθμιο όργανο για τα εργατικά συνδικάτα στη Γερμανία, όπως η ΓΣΕΕ στην Ελλάδα. έχει καλέσει σε πανεθνικές κινητοποιήσεις κατά των περικοπών και της αύξησης του κόστους ζωής.

Για τους επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής, όμως, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα κινητοποιήσουν ουσιαστικά τη βάση τους ή θα παραμείνουν επιφυλακτικές απέναντι στην κυβέρνηση CDU και SPD.

Η ανησυχία τους, σύμφωνα με αναλυτές, συνδέεται και με τον φόβο ότι μια σοβαρή κυβερνητική κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την ακροδεξιά AfD. Η απάντηση που βρίσκεται υπό συζήτηση είναι ότι η αδράνεια δεν περιορίζει την άνοδο της ακροδεξιάς, αλλά μπορεί να της αφήνει περισσότερο χώρο.

Ζελένσκι Μερτς

Ο Φρίντριχ Μερτς (δεξιά) υποδέχεται τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Βερολίνο © EPA/Guido Bergmann

Το Βερολίνο δείχνει ότι η δυσαρέσκεια δεν πηγαίνει μόνο δεξιά

Η γερμανική εικόνα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην άνοδο της AfD. Οι εκλογές στο Βερολίνο προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση.

Η Αριστερά, Die Linke, κατέγραψε σημαντική άνοδο, με το ποσοστό της να κινείται περίπου στο 24,5%-26%, έναντι 12,2% στις προηγούμενες εκλογές. Η CDU, αντίθετα, υποχώρησε περίπου στο 20% από 28,2%.

Η AfD ενισχύθηκε επίσης, αλλά παρέμεινε σε σαφώς χαμηλότερο επίπεδο από εκείνο που κατέγραψε στη Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, με περίπου 13,5%-16% και αρκετά κάτω από τις δημοσκοπήσεις, που το έδειχναν κοντά στο 20% .

Η επιτυχία της Αριστεράς συνδέθηκε κυρίως με ζητήματα που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των κατοίκων: τη στέγαση, το κόστος ζωής και τις δημόσιες συγκοινωνίες. Η εκστρατεία της έδωσε ιδιαίτερο βάρος και στο δημοψήφισμα για την απαλλοτρίωση μεγάλων ιδιοκτητών ακινήτων.

Η νίκη του Die Linke επανέφερε συγκρίσεις με την εκλογική επιτυχία του Ζοχράν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, με την επικεφαλής του κόμματος στο Βερολίνο, Έλιφ Εράλπ, να χαρακτηρίζεται συχνά «θηλυκός Μαμντάνι».

ΕΛΙΦ ΕΡΑΛΠ DIE LINKE ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Η επικεφαλής του Die Linke στο Βερολίνο, Έλιφ Εράλπ, χαρακτηρίζεται συχνά «θηλυκός Μαμντάνι». ©ΑΠΕ

Είναι φανερό πως το γερμανικό πολιτικό σκηνικό βρίσκεται μπροστά σε μια σύνθετη δοκιμασία: η χώρα πρέπει να αντιμετωπίσει την υποχώρηση της βιομηχανικής της ισχύος, τις ανάγκες αναβάθμισης των υποδομών, την αύξηση των αμυντικών δαπανών και ταυτόχρονα τις πιέσεις στο κοινωνικό κράτος.

Η κυβέρνηση Μερτς επιχειρεί να συνδυάσει δημοσιονομική προσαρμογή, οικονομικές μεταρρυθμίσεις και επανεξοπλισμό, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια τροφοδοτεί την πολιτική πόλωση. Η ιστορική αναφορά στη Βαϊμάρη λειτουργεί επομένως περισσότερο ως προειδοποιητικός παραλληλισμός, παρά ως κυριολεκτική ταύτιση.

Το κρίσιμο ερώτημα για τη σημερινή Γερμανία είναι εάν το παραδοσιακό πολιτικό κέντρο θα μπορέσει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την οικονομική ανασφάλεια και τη βαθύτερη κοινωνική δυσπιστία που τροφοδοτούν την άνοδο της AfD, ή θα συνθλιβεί.