Μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία έθεσε ως κεντρικό ενεργειακό στόχο ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη ΔΕΘ, ανοίγοντας την ομπρέλα κάτω από την οποία θα κινηθεί το επόμενο πακέτο παρεμβάσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η εξειδίκευση περνά πλέον στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο την Τρίτη αναμένεται να παρουσιάσει τον οδικό χάρτη με τον οποίο η κυβέρνηση φιλοδοξεί να μετατρέψει τον ποσοτικό στόχο σε σταδιακή αποκλιμάκωση των λογαριασμών ρεύματος.
Ο πρωθυπουργός έδωσε το βασικό στίγμα στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ, επιμένοντας ότι δεν αρκεί να εξαγγέλλεται μια μείωση των τιμών χωρίς να εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο αυτή μπορεί να επιτευχθεί. Έδειξε προς την περαιτέρω ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών και, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προς την ανάγκη να λειτουργήσει στην πράξη μια περισσότερο ενοποιημένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζοντας τις μεγάλες αποκλίσεις που εξακολουθούν να καταγράφονται μεταξύ των κρατών-μελών.
Την κατεύθυνση αυτή περιέγραψε ακόμη πιο συγκεκριμένα ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος συνέδεσε τον οδικό χάρτη τόσο με τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και την ενεργειακή ρήτρα διαφυγής όσο και με την ανάγκη μεγαλύτερης αξιοποίησης της φθηνότερης ηλεκτροπαραγωγής από ήλιο και άνεμο. Όπως εξήγησε, το κρίσιμο κενό σήμερα βρίσκεται στην αποθήκευση, χωρίς την οποία το ηλεκτρικό σύστημα δεν μπορεί να καρπωθεί πλήρως το όφελος της αυξημένης διείσδυσης των ΑΠΕ.
Στην πράξη, η κυβερνητική «συνταγή» δεν στηρίζεται σε ένα μόνο μέτρο. Περιλαμβάνει παρεμβάσεις άμεσης απόδοσης πάνω στον λογαριασμό, αλλαγές σε ρυθμιζόμενες και μη ενεργειακές χρεώσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία για τη μείωση της κατανάλωσης, αλλά και πιο διαρθρωτικές κινήσεις στην αποθήκευση, την αυτοκατανάλωση και τη λειτουργία της αγοράς, με στόχο το χαμηλότερο κόστος να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και να μην εξαρτάται αποκλειστικά από προσωρινές επιδοτήσεις.
Η ΔΕΗ στην πρώτη γραμμή για τη συγκράτηση των τιμών
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια ανακοινώσεων των μέτρων στο πλαίσιο της ΔΕΘ στη ΔΕΗ, συνδέοντας τη σημερινή χρηματοοικονομική θέση της επιχείρησης με τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει πιο επιθετικά στη λιανική αγορά. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το νέο μπλε σταθερό τιμολόγιο με χρέωση 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα για δώδεκα μήνες, δίνοντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα να «κλειδώσουν» την τιμή τους και να περιορίσουν την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε τη συγκεκριμένη κίνηση με την πορεία εξυγίανσης της ΔΕΗ τα προηγούμενα χρόνια, υποστηρίζοντας ότι η ενισχυμένη οικονομική θέση της επιχείρησης είναι εκείνη που της επιτρέπει σήμερα να διαθέτει περισσότερο ανταγωνιστικά προϊόντα και να λειτουργεί ως ανάχωμα στις πιέσεις που προκαλεί το ενεργειακό κόστος.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Σταύρος Παπασταύρου, χαρακτηρίζοντας το νέο προϊόν «επαναστατική κίνηση» και «τιμολόγιο προ κρίσης». Όπως σημείωσε, ένα σταθερό προϊόν αυτού του ύψους απαλλάσσει τον καταναλωτή από την καθημερινή αγωνία για την εξέλιξη των τιμών και τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών αναταράξεων.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η κίνηση της ΔΕΗ μπορεί να λειτουργήσει και ως καταλύτης για την ένταση του ανταγωνισμού στη λιανική, πιέζοντας και τους υπόλοιπους προμηθευτές να επανεξετάσουν την εμπορική τους πολιτική και να διαθέσουν ελκυστικότερα σταθερά προϊόντα.
Στο μισό οι ΥΚΩ για περισσότερες από 6 εκατ. παροχές
Η πλέον άμεση παρέμβαση πάνω στον λογαριασμό έρχεται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και αφορά τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας. Όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, οι χρεώσεις ΥΚΩ θα μειωθούν κατά 50% για τους οικιακούς καταναλωτές, καλύπτοντας περισσότερες από 6 εκατομμύρια παροχές.
Το μεγαλύτερο μέρος των ΥΚΩ αφορά τη χρηματοδότηση της ηλεκτροδότησης των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, όπου η παραγωγή εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ακριβότερες πετρελαϊκές μονάδες, ώστε οι κάτοικοί τους να πληρώνουν τιμές αντίστοιχες με εκείνες της ηπειρωτικής χώρας. Στις ΥΚΩ περιλαμβάνεται επίσης η χρηματοδότηση του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου.
Η επιβάρυνση μεταβάλλεται ανάλογα με την κατανάλωση. Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει περίπου 300 κιλοβατώρες τον μήνα οι ΥΚΩ αντιστοιχούν περίπου στο 3% του συνολικού λογαριασμού, ενώ στις 500 κιλοβατώρες το ποσοστό μπορεί να προσεγγίσει το 8%. Συνολικά, το κόστος των ΥΚΩ για τα νοικοκυριά εκτιμάται σε 190 έως 230 εκατ. ευρώ ετησίως.
Ο πρωθυπουργός συνέδεσε ευθέως τη δυνατότητα μείωσης των χρεώσεων με τις επενδύσεις στις ΑΠΕ και, κυρίως, με τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών. Η Κρήτη αποτέλεσε το χαρακτηριστικό παράδειγμα: όσο μεγαλύτερο μέρος της νησιωτικής κατανάλωσης καλύπτεται μέσω του ηπειρωτικού συστήματος τόσο περιορίζεται η ανάγκη λειτουργίας των ακριβών τοπικών μονάδων και, μαζί, το κόστος που καλείται να καλύψει ο Ειδικός Λογαριασμός ΥΚΩ.
Εδώ, ωστόσο, βρίσκεται και το βασικό «αγκάθι» που επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς. Παρά την έναρξη λειτουργίας της διασύνδεσης της Κρήτης, ο ΕΛΥΚΩ εξακολουθεί να εμφανίζει αρνητικό μηνιαίο ισοζύγιο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται πηγές της αγοράς για τον τελευταίο διαθέσιμο μήνα, τον Ιούνιο, το έλλειμμα κινήθηκε κοντά στο 20%, ενώ οι συσσωρευμένες οφειλές προς τους προμηθευτές έχουν ξεπεράσει τα 300 εκατ. ευρώ και συνεχίζουν να αυξάνονται.
Η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο απαιτητική καθώς από τον περασμένο Ιούλιο εφαρμόζεται ήδη μείωση κατά 50% των ΥΚΩ για τη βιομηχανία, στο πλαίσιο του πακέτου στήριξης του ενεργειακού κόστους του κλάδου. Η επέκταση της ίδιας μείωσης στα νοικοκυριά περιορίζει περαιτέρω τα έσοδα του λογαριασμού, την ώρα που αυτός εξακολουθεί να κουβαλά σημαντικές συσσωρευμένες υποχρεώσεις.
Το βασικό ερώτημα της αγοράς είναι, επομένως, πώς θα χρηματοδοτηθεί η νέα ελάφρυνση και παράλληλα πώς θα αποπληρωθούν οι οφειλές που έχουν ήδη δημιουργηθεί. Αρμόδιες πηγές αναφέρουν ότι σχεδιάζεται νέα «ένεση» περίπου 200 εκατ. ευρώ στον ΕΛΥΚΩ από τον κρατικό προϋπολογισμό το 2027, σε συνέχεια της ενίσχυσης που έγινε και κατά το τρέχον έτος. Η εξειδίκευση αναμένεται να δείξει εάν και με ποιον τρόπο η κρατική χρηματοδότηση θα είναι αρκετή ώστε η μείωση των χρεώσεων να μη διευρύνει περαιτέρω το έλλειμμα.
Δημοτικά τέλη εκτός λογαριασμού από το 2028
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η αποσύνδεση των δημοτικών τελών από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος από την 1η Ιανουαρίου 2028, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να «καθαρίσουν» οι λογαριασμοί από χρεώσεις που δεν συνδέονται με την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τη σχετική ρύθμιση που έχει προωθηθεί στο πλαίσιο του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η είσπραξη των τελών καθαριότητας και φωτισμού θα περάσει απευθείας στους δήμους και δεν θα γίνεται πλέον μέσω των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αλλαγή, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι πολίτες απαλλάσσονται από τα δημοτικά τέλη. Η υποχρέωση καταβολής τους παραμένει, απλώς παύουν να εμφανίζονται ως μέρος του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. Για ένα τυπικό νοικοκυριό στον Δήμο Αθηναίων, σε κατοικία 80 τετραγωνικών μέτρων με ετήσια κατανάλωση περίπου 4.500 κιλοβατώρες, τα δημοτικά τέλη αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του συνολικού λογαριασμού.
Η αγορά αξιολογεί θετικά την κατεύθυνση της αποσύνδεσης, σημειώνει όμως ότι το κρίσιμο ζήτημα παραμένει ο μηχανισμός εφαρμογής: με ποιον τρόπο θα περάσει η είσπραξη στους δήμους, πώς θα αντιμετωπιστούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και ποια διαδικασία θα διασφαλίσει ότι η αλλαγή δεν θα δημιουργήσει νέα προβλήματα στην εισπραξιμότητα.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
