Η διακράτηση των εργαζομένων εξελίσσεται στη μεγαλύτερη πρόκληση για τις ελληνικές επιχειρήσεις, καθώς σχεδόν οκτώ στους δέκα εργοδότες αναγνωρίζουν ότι οι υπάλληλοι εγκαταλείπουν τη θέση τους όταν λάβουν μια καλύτερη οικονομική πρόταση.
Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τη νέα «Έρευνα Πρακτικών Προσέλκυσης και Επιλογής Προσωπικού», που πραγματοποίησε το kariera.gr σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ), με τη συμμετοχή 193 εργοδοτών από όλη την Ελλάδα.
Η σημαντικότερη πρόκληση σήμερα
Σύμφωνα με την έρευνα, το 64% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι η διατήρηση του προσωπικού αποτελεί σήμερα τη σημαντικότερη πρόκληση, ενώ το 60% δηλώνει ότι δίνει πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στα λεγόμενα «soft skills», όπως η συνεργασία, η επικοινωνία και η προσαρμοστικότητα, κατά την επιλογή νέων εργαζομένων.
Το 79% των εργοδοτών εκτιμά ότι ο βασικός λόγος αποχώρησης ενός εργαζομένου είναι μια πιο ελκυστική οικονομική πρόταση από άλλη εταιρεία.
Αντίστοιχα, οι ανταγωνιστικές αποδοχές και οι πρόσθετες παροχές (62%), μαζί με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής (58%), αποτελούν τους σημαντικότερους λόγους που οδηγούν έναν εργαζόμενο να παραμείνει στον ίδιο οργανισμό.
Η έρευνα καταγράφει επίσης σημαντικά κενά στην προσαρμογή των επιχειρήσεων στη νέα ευρωπαϊκή οδηγία για τη μισθολογική διαφάνεια.
Αν και το 46% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι στην εταιρεία του δεν υπάρχει μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών, το 40% παραδέχεται ότι δεν εφαρμόζει κανέναν μηχανισμό παρακολούθησης των μισθολογικών διαφορών. Παράλληλα, μόλις το 34,7% έχει ήδη καθορίσει συγκεκριμένα εύρη αποδοχών για κάθε θέση εργασίας.
Περιορισμένη η δημοσιοποίηση των μισθών στις αγγελίες
Αντίστοιχα περιορισμένη παραμένει και η δημοσιοποίηση των μισθών στις αγγελίες εργασίας. Το 35,6% των επιχειρήσεων δεν αναφέρει αποδοχές επικαλούμενο λόγους εμπιστευτικότητας, ενώ το 33,1% προτιμά να διατηρεί ευελιξία στις διαπραγματεύσεις με τους υποψηφίους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στις διαδικασίες προσλήψεων.
Οι εργοδότες αναγνωρίζουν ότι τα εργαλεία AI μπορούν να αυτοματοποιήσουν χρονοβόρες εργασίες, επιτρέποντας στους υπεύθυνους ανθρώπινου δυναμικού να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην αξιολόγηση και την επικοινωνία με τους υποψηφίους.
Ωστόσο, η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης συνοδεύεται από σημαντικές επιφυλάξεις. Το 78% των εργοδοτών θεωρεί κορυφαίο ζήτημα την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το 58% εκφράζει ανησυχίες για πιθανή μεροληψία ή διακρίσεις στους αλγόριθμους, ενώ το 53% φοβάται ότι η υπερβολική αυτοματοποίηση μπορεί να περιορίσει την ανθρώπινη διάσταση της διαδικασίας επιλογής προσωπικού.
Εμπόδια για την ευρύτερη υιοθέτηση της ΑΙ
Ως βασικά εμπόδια για την ευρύτερη υιοθέτησή της αναφέρονται η έλλειψη τεχνογνωσίας (57%), το κόστος εφαρμογής (50%) και τα νομικά ή ηθικά ζητήματα (42%).
Παρά τις δυσκολίες, οι επιχειρήσεις εκτιμούν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια.
Οι μισοί εργοδότες θεωρούν ότι οι υπεύθυνοι ανθρώπινου δυναμικού θα χρειαστεί να αποκτήσουν ισχυρότερες τεχνολογικές δεξιότητες, ενώ σχεδόν οι μισοί πιστεύουν ότι η αξιοποίηση της AI θα τους επιτρέψει να επικεντρωθούν περισσότερο στην ανθρώπινη πλευρά της εργασίας και στη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων με τους υποψηφίους.
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, όπου οι ανταγωνιστικοί μισθοί, η διαφάνεια στις αμοιβές, η ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και η σωστή αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτελούν πλέον βασικούς παράγοντες για την προσέλκυση και, κυρίως, τη διατήρηση των εργαζομένων.
