Οι πιο καθαροί κανόνες στις ΑΠΕ, οι υψηλές τιμές των νεόδμητων αποθηκών και τα προϊόντα που ανέβασαν τις ελληνικές εξαγωγές

Από την τυροκομία στα πεντάστερα η οικογένεια Λύτρα, τι χρειάζεται για να αυξηθούν οι συλλογικές συμβάσεις, οι 55.000 μόνιμες προσλήψεις στην παιδεία και τα πραγματικά κενά στα σχολεία

Σταύρος Παπασταύρου, © Γραφείο Τύπου

Παληαρούτα: Οι ΑΠΕ περνούν στην εποχή των πιο καθαρών κανόνων

Η εποχή που η συζήτηση για τις ΑΠΕ εξαντλούνταν στο πόσα νέα έργα θα μπουν στο σύστημα φαίνεται να κλείνει. Το μήνυμα που στέλνει η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΕΝ, Δέσποινα Παληαρούτα, με αφορμή το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο είναι ότι η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης χρειάζεται μεν περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά χρειάζεται και πιο καθαρούς κανόνες. Η ίδια βάζει τη συζήτηση πρώτα στο μεγάλο κάδρο. Σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων διακυμάνσεων στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, όπως σημειώνει, η αξιοποίηση των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Με απλά λόγια, όσο περισσότερο ρεύμα μπορεί να παράγει η χώρα από τον ήλιο, τον άνεμο και τις υπόλοιπες εγχώριες πηγές, τόσο μικρότερη είναι η έκθεσή της στις αναταράξεις από εξωτερικούς παράγοντες. Από εκεί και πέρα, όμως, η κ. Παληαρούτα βάζει και έναν σαφή αστερίσκο: η ανάπτυξη δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς συγκεκριμένους όρους. Η Ελλάδα έχει ήδη ξεπεράσει τα 18 GW εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ και πάνω από το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στη χώρα προέρχεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές. Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα ακόμη έργα», αλλά κυρίως «πού και με ποιους όρους». Εκεί ακριβώς τοποθετεί η ίδια τη σημασία του νέου Χωροταξικού, που τέθηκε σε ισχύ στις 19 Αυγούστου. Όπως υπογραμμίζει, το πλαίσιο επιχειρεί να δώσει μεγαλύτερη σαφήνεια στη χωροθέτηση, να λαμβάνει περισσότερο υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και να ενσωματώνει πρόσθετες δικλίδες προστασίας για το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον αλλά και τις τοπικές κοινωνίες. Η ανάγνωσή της είναι, ότι η ενεργειακή μετάβαση περνά σε μια πιο ώριμη φάση. Η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται νέες ΑΠΕ, αλλά η ανάπτυξή τους πρέπει πλέον να πατά σε πιο στέρεο έδαφος, με κανόνες που να είναι ξεκάθαροι τόσο για τους επενδυτές όσο και για τις κοινωνίες που καλούνται να φιλοξενήσουν τα έργα.

Logistics: «Πυρετός» επενδύσεων 800 εκατ. ευρώ – Πού φτάνουν πλέον οι τιμές των αποθηκών

Η ελληνική αγορά logistics συνεχίζει να κινείται σε υψηλές ταχύτητες, ωστόσο το 2026 φαίνεται να αποτελεί σημείο καμπής για τον κλάδο. Σύμφωνα με το νέο Παρατηρητήριο Αξιών Logistics της GEOAXIS, μετά τη θετική πορεία του 2025 σε ζήτηση και ενοίκια, οι αξίες αναμένεται να κινηθούν προς σταθεροποίηση, καθώς τα μισθώματα στις σύγχρονες αποθήκες έχουν ήδη φτάσει στα 5,75-6 ευρώ/τ.μ. τον μήνα, με τις αποδόσεις να διαμορφώνονται κοντά στο 6,75%. Η GEOAXIS εκτιμά ότι η αγορά βρίσκεται πλέον κοντά στην κορύφωση του ανοδικού κύκλου, καθώς μεγάλο μέρος της ζήτησης έχει εξυπηρετηθεί και σημαντικές νέες επιφάνειες βρίσκονται καθ’ οδόν. Ειδικότερα, την περίοδο 2026-2029 αναμένεται να προστεθούν περίπου 800.000 τ.μ. νέων σύγχρονων αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, μέσα από επενδύσεις που ξεπερνούν τα 800 εκατ. ευρώ. Σήμερα, περίπου το 60%-70% των συνολικών επιφανειών logistics της χώρας συγκεντρώνεται στην Αττική, με το Θριάσιο Πεδίο να διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις νέες αναπτύξεις. Παρά το νέο επενδυτικό κύμα, η έλλειψη σύγχρονου προϊόντος παραμένει έντονη. Σύμφωνα με τη GEOAXIS, ένας νέος χώρος logistics άνω των 15.000 τ.μ. μπορεί σήμερα να μισθωθεί άμεσα, ενώ πολλές νεόδμητες αποθήκες έχουν ήδη δεσμευτεί πριν ακόμη ολοκληρωθούν. Στον Ασπρόπυργο καταγράφεται η υψηλότερη διάμεση ζητούμενη τιμή ενοικίασης, στα 5,52 ευρώ/τ.μ. τον μήνα, ενώ μια νεόδμητη αποθήκη σε κομβικό σημείο μπορεί να ξεπεράσει τα 5,75 ευρώ/τ.μ. Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται στις πωλήσεις. Ο Ασπρόπυργος βρίσκεται και εδώ στην κορυφή, με διάμεση ζητούμενη τιμή 841,71 ευρώ/τ.μ., ενώ ακολουθούν τα Μεσόγεια με 723,62 ευρώ/τ.μ.. Για νεόδμητες εγκαταστάσεις σε κομβικά σημεία και με χώρους ψύξης, η αξία μπορεί πλέον να ξεπεράσει αισθητά τα 1.000 ευρώ/τ.μ., επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τα σύγχρονα logistics από το παλαιότερο κτιριακό απόθεμα της χώρας.

Από γιαούρτι, ακτινίδια και φράουλες τα δύο τρίτα της αύξησης των ελληνικών εξαγωγών στην Ευρώπη

Αισιόδοξα είναι τα νέα για τις ελληνικές εξαγωγές, καθώς εν μέσω των ισχυρών γεωπολιτικών και δασμολογικών πιέσεων, η Ελλάδα εξακολουθεί να κερδίζει έδαφος έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Μελέτη της Εθνικής Τράπεζας διαπιστώνει ότι παρά την ασθενή συνολική επίδοση των ελληνικών εξαγωγών (ρυθμός ανάπτυξης το α΄ πεντάμηνο του 2026 μόλις 0,2% σε αποπληθωρισμένους όρους, περίπου στο 1/10 της μέσης ετήσιας επίδοσης της προηγούμενης τριετίας) η Ελλάδα αύξησε ή διατήρησε το μερίδιό της σε 7 από τις 9 γεωγραφικές περιοχές και σε 9 από τους 11 κλάδους, ενώ το συνολικό μερίδιό της στις ευρωπαϊκές εξαγωγές αυξήθηκε σε 0,59%, από 0,56% έναν χρόνο νωρίτερα. Ακόμη και στη Βόρεια Αμερική, όπου οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν, η πτώση ήταν μικρότερη από εκείνη των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Επομένως, η βάση της τρέχουσας ανάπτυξης είναι στενή, αλλά η σχετική υπεραπόδοση της Ελλάδας είναι ευρεία. Η ωρίμαση της ελληνικής εξωστρέφειας αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους τρεις βασικούς κινητήρες ανάπτυξης των τροφίμων – το γιαούρτι, τα ακτινίδια και τις φράουλες – οι οποίοι συνεισέφεραν τα ¾ της ανόδου των εξαγωγών του κλάδου τροφίμων και τα ⅔ της αύξησης του μεριδίου του στην Ευρώπη. Το γιαούρτι, παρά τον υπερτριπλασιασμό του όγκου εξαγωγών την τελευταία εξαετία και την αύξηση του μεριδίου του στις ευρωπαϊκές εξαγωγές από 7% σε 20%, διατηρεί σημαντικό πλεονέκτημα τιμής, της τάξης του 30%, έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Το ακτινίδιο αυξάνει το μερίδιό του στις ευρωπαϊκές εξαγωγές σε 30%, από 24% το 2019, αλλά εξακολουθεί να στηρίζεται σε χαμηλή σχετική τιμή, ενώ περιορίζει την εξάρτηση από την Ιταλία, η οποία λειτουργούσε ως ενδιάμεσος εμπορικός κόμβος, και αποκτά πιο άμεση πρόσβαση σε νέες αγορές. Η φράουλα αυξάνει τα μερίδιά της τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Ευρώπη, από 30% σε 60% και από 2% σε 10%, αντίστοιχα, ενώ παράλληλα περιορίζει σταδιακά την απόσταση τιμής από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές.

Από την τυροκομία στα πεντάστερα η οικογένεια Λύτρα

Από τα τυροκομικά προϊόντα στη φιλοξενία περνά η οικογένεια Λύτρα, βάζοντας την υπογραφή της σε μια επένδυση που φιλοδοξεί να αλλάξει τον ξενοδοχειακό χάρτη στο κέντρο της Λάρισας. Πρόκειται για την αναγέννηση του ιστορικού ξενοδοχείου «Αστέρας», στην πλατεία Ταχυδρομείου, το οποίο αναμένεται να επαναλειτουργήσει μέσα στο φθινόπωρο, πλήρως ανακαινισμένο και αναβαθμισμένο από τρεις σε πέντε αστέρες. Η επένδυση, σύμφωνα με τοπικά δημοσιεύματα, φτάνει τα 4,5 εκατ. ευρώ και σηματοδοτεί τη διαφοροποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της οικογένειας, που είναι γνωστή από την παρουσία της στον κλάδο της τυροκομίας. Το νέο εγχείρημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο «Αστέρας» θα αποτελέσει το μοναδικό πλήρως ανακαινισμένο ξενοδοχείο πέντε αστέρων που λειτουργεί στην καρδιά της Λάρισας. Η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το επενδυτικό ενδιαφέρον για ξενοδοχειακά ακίνητα διευρύνεται και πέρα από τους καθιερωμένους τουριστικούς προορισμούς. Στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας η κατηγορία των πέντε αστέρων εκπροσωπείται ήδη από μονάδες της Grecotel και της οικογένειας Διβάνη. Με τον νέο «Αστέρα», πάντως, ο ανταγωνισμός της πολυτελούς φιλοξενίας μεταφέρεται πλέον και μέσα στο κέντρο της πόλης.

Συλλογικές συμβάσεις: Ζητείται συναίνεση και μεταξύ των εργοδοτών

Oυδείς στην αγορά αμφιβάλλει πως ο νόμος περί Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων (ο οποίος έχει τεθεί σε ισχύ από τα μέσα Φεβρουαρίου 2026) έχει δώσει ώθηση στις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε κλαδικό επίπεδο. Και αυτό γιατί διευκολύνει εξαιρετικά την υπογραφή επεκτάσιμων κλαδικών συλλογικών συμβάσεων καθώς μείωσε το ποσοστό κάλυψης στο 40% (από το 50%), ενώ έδωσε τη δυνατότητα συνυπογραφής στη ΓΣΕΕ χωρίς να εξετάζεται το ποσοστό κάλυψης -υπό τον όρο πάντα της ένταξης των συνδικαλιστικών οργανώσεων στα αντίστοιχα Μητρώα του Υπουργείου Εργασίας. Ωστόσο, κανένας νόμος -πόσο μάλλον ο νόμος για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες είναι εθελοντικές- δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να προχωρήσουν στην υπογραφή τους. Έξι μήνες από τότε που έχει τεθεί σε ισχύ ο εν λόγω νόμος, έχουν υπογραφεί ορισμένες κλαδικές συμβάσεις, με εμβληματικότερη εκείνη στην εστίαση, πλην όμως μένουν αρκετές -σε σημαντικούς κλάδους- όπως το εμπόριο ή στο μέταλλο, οι οποίες βρίσκονται «στο περίμενε». Υπάρχουν αγκάθια, αναφέρουν αρμόδια στελέχη της κυβέρνησης και δεν έχουν να κάνουν μόνο στις διαφωνίες μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, αλλά και μεταξύ εργοδοτών και συγκεκριμένα μεταξύ των σχετικά λίγων μεγάλων και πολλών μικρών επιχειρηματικών «παιχτών» κάθε κλάδου. Συνεπώς, για να αυξηθεί το ποσοστό της συνδικαλιστικής κάλυψης στη χώρα μας, δεν χρειάζεται μια κάποια συναίνεση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, αλλά και μια κάποια συναίνεση στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού εταίρου. Και αυτό δεν αφορά μόνο την πλευρά των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων (στην οποία είναι γνωστές οι πολιτικές κόντρες), αλλά και την πλευρά των εργοδοτών…

Οι 55.000 μόνιμες προσλήψεις στην παιδεία και τα πραγματικά κενά στα σχολεία

Σεπτέμβριος έρχεται και το άνοιγμα των σχολείων θα ανοίξει, περισσότερο ή λιγότερο, τη δημόσια συζήτηση, τουλάχιστον στην πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της χώρας μας, που αποτελείται από γονείς και μαθητές (αν όχι στα ΜΜΕ), για τα κενά στα γυμνάσια και λύκεια, για το πώς και πότε θα καλυφθούν κλπ. Όπως ανέφερε στέλεχος της κυβέρνησης στην στήλη, το ζήτημα της παιδείας απασχολεί καθημερινά κάθε οικογένεια όσο κανένα άλλο. Από αυτήν την άποψη αξίζει να σημειωθεί πως το 2020 – 2026 έγιναν 55.000 νέες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στην δημόσια εκπαίδευση μέσω του κανόνα 1:1 (δηλαδή μία πρόσληψη για κάθε μία αποχώρηση). Σε κανένα άλλο υπουργείο δεν έγιναν τόσες μόνιμες προσλήψεις πλην εκείνου του υπουργείου Παιδείας, με τις τελευταίες να ανέρχονται κοντά στο ήμισυ του συνόλου. Υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα κενό σε κανένα σχολείο, αναφέρουν οι ίδιες πηγές. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει. Και αυτό έχει να κάνει με τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού χώρου αυτού που όμοιες της δεν φαίνεται να υπάρχουν αλλού.