Νέοι ξένοι επενδυτές αρχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην εγχώρια αγορά της «πράσινης» ενέργειας, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που δημιουργεί η αναδιάταξη του επενδυτικού χάρτη στις ΑΠΕ. Σύμφωνα με πληροφορίες του powergame.gr, γαλλικά και βρετανικά επενδυτικά κεφάλαια έχουν ξεκινήσει το τελευταίο διάστημα εξαγορές φωτοβολταϊκών με εγγυημένα έσοδα, ενώ την ίδια στιγμή αμερικανικά funds διερευνούν την είσοδό τους στην αγορά των standalone μπαταριών.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές επενδυτικές στρατηγικές, οι οποίες πάντως έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τα ξένα κεφάλαια αναζητούν τρόπους ώστε να αξιοποιήσουν σημεία της αγοράς όπου η χρηματοοικονομική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Στα φωτοβολταϊκά, αυτό σημαίνει απόκτηση εν λειτουργία έργων, οι σημερινοί ιδιοκτήτες των οποίων ανησυχούν για την πίεση στις οικονομικές εισροές των έργων. Στις μπαταρίες, αντίθετα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών που θα επιτρέψουν στους παραγωγούς να «κλειδώσουν» προβλέψιμες ταμειακές ροές και να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση.
Η κινητικότητα αυτή έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη κρίκο στη διαδικασία συγκέντρωσης που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην αγορά ΑΠΕ. Στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών, μάλιστα, οι νεοεισερχόμενοι ξένοι «παίκτες» βρίσκονται πλέον στην ίδια πλευρά του τραπεζιού με μεγάλες εγχώριες ενεργειακές εταιρείες, οι οποίες εδώ και αρκετούς μήνες «χτίζουν» χαρτοφυλάκια, αποκτώντας μικρά έργα από παραγωγούς που επιλέγουν την έξοδο.
Στο στόχαστρο μικρά φωτοβολταϊκά με ταρίφα
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τα γαλλικά και βρετανικά funds εστιάζουν κυρίως σε σχετικά μικρές μονάδες, οι οποίες είναι συνδεδεμένες στο δίκτυο διανομής. Βασικό φίλτρο για μία πιθανή συναλλαγή αποτελεί παράλληλα η ύπαρξη εγγυημένου εσόδου, με άλλα λόγια τα επενδυτικά κεφάλαια δεν ενδιαφέρονται για αμιγώς merchant φωτοβολταϊκά, των οποίων η οικονομική απόδοση εξαρτάται άμεσα από τη χονδρεμπορική αγορά.
Το «απόθεμα» των διαθέσιμων προς πώληση έργων έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς οι δυσμενείς συνθήκες των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει αισθητά τις εισπράξεις αρκετών μικρομεσαίων παραγωγών. Η διεύρυνση των περικοπών παραγωγής, σε συνδυασμό με τις ολοένα συχνότερες περιόδους αρνητικών χονδρεμπορικών τιμών, έχει συμπιέσει τις ταμειακές ροές. Για επενδυτές που έχουν αναπτύξει λίγα έργα και δεν διαθέτουν ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό χαρτοφυλάκιο, η παρατεταμένη αυτή πίεση καθιστά ολοένα πιο επισφαλή τη διατήρηση των επενδύσεων.
Ως συνέπεια, η προσφορά μικρών φωτοβολταϊκών προς εξαγορά παραμένει ισχυρή. Όπως είχε γράψει το Powergame, ήδη από την άνοιξη εκτιμάτο ότι περίπου 2.200 έργα είχαν αλλάξει ιδιοκτησία, με βασικούς αγοραστές μεγαλύτερους ενεργειακούς «παίκτες». Η εμφάνιση γαλλικών και βρετανικών κεφαλαίων αυξάνει πλέον τον ανταγωνισμό για τις πιο ελκυστικές μονάδες, δημιουργώντας σε ορισμένες περιπτώσεις μία άτυπη πλειοδοσία για μικρά φωτοβολταϊκά με ταρίφα.
Το πλεονέκτημα της οικονομικής «δύναμης πυρός»
Το βασικό πλεονέκτημα των αγοραστών είναι ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν με πολύ μεγαλύτερη άνεση μία περίοδο χαμηλότερης απόδοσης των assets. Ένα μεγάλο fund ή ένας ισχυρός ενεργειακός Όμιλος διαθέτει τη ρευστότητα ώστε να εξυπηρετεί κανονικά τις χρηματοδοτικές υποχρεώσεις ενός πάρκου, ακόμη κι αν για ένα διάστημα οι πραγματικές εισπράξεις υπολείπονται των αρχικών προβλέψεων. Η ίδια ευχέρεια δεν υπάρχει σε έναν μικρό παραγωγό, για τον οποίο το σύνολο της επένδυσής του στον ενεργειακό κλάδο μπορεί να περιορίζεται σε λίγα φωτοβολταϊκά.
Οι αγοραστές ποντάρουν παράλληλα στο ότι η σημερινή πίεση δεν θα έχει μόνιμο χαρακτήρα. Η σταδιακή προσθήκη σημαντικής ισχύος αποθήκευσης στο ηλεκτρικό σύστημα εκτιμάται ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα αρχίσει να απορροφά μεγαλύτερο μέρος της μεσημεριανής περίσσειας «πράσινης» παραγωγής. Με αυτό τον τρόπο θα περιοριστούν σταδιακά τόσο οι περικοπές όσο και οι ακραία χαμηλές τιμές κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής των φωτοβολταϊκών.
Επομένως, τα funds μπορούν να αποκτήσουν σήμερα assets σε αποτιμήσεις που ενσωματώνουν το αρνητικό περιβάλλον και να περιμένουν τη σταδιακή εξομάλυνση των συνθηκών. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα στοίχημα αντοχής: όσο περισσότερο διαρκεί η σημερινή πίεση τόσο αυξάνονται οι δυσκολίες για τους μικρούς ιδιοκτήτες, αλλά και οι ευκαιρίες για επενδυτές με διαθέσιμα κεφάλαια και μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Σε αμερικανικό «μικροσκόπιο» οι standalone μπαταρίες
Διαφορετική είναι η φόρμουλα που εξετάζουν αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια για την είσοδό τους στον νεοαναδυόμενο ελληνικό κλάδο αποθήκευσης. Το ενδιαφέρον τους στρέφεται στα έργα που θα αποκτήσουν πρόσβαση σε ηλεκτρικό «χώρο» μέσω της πρόσκλησης του ΥΠΕΝ για standalone μπαταρίες συνολικής ισχύος 4,7 GW. Το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο δημιουργεί μία δυνητικά μεγάλη νέα αγορά, στην οποία ένα σημαντικό μέρος των επενδυτών θα χρειαστεί, μετά την πρόκριση των έργων του, να οριστικοποιήσει το χρηματοδοτικό μοντέλο με το οποίο θα προχωρήσει στην κατασκευή.
Σε αυτό το σημείο μπαίνουν στο κάδρο τα λεγόμενα tolling agreements. Η φόρμουλα που διερευνούν τα funds προβλέπει τη σύναψη πολυετών συμβάσεων, για παράδειγμα διάρκειας 5-7 ετών, μέσω των οποίων θα αναλαμβάνουν την εμπορική αξιοποίηση των μπαταριών. Ο ιδιοκτήτης του έργου θα εισπράττει μία προσυμφωνημένη αμοιβή, αποκτώντας ορατότητα για ένα σημαντικό μέρος των μελλοντικών του εσόδων, ενώ ο αντισυμβαλλόμενος θα αναλαμβάνει το ρίσκο -και αντίστοιχα το δυνητικό όφελος- από τη συμμετοχή της μονάδας στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.
Έτσι, αν τα έσοδα από τη λειτουργία της μπαταρίας κινηθούν χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις, το fund θα συνεχίσει να καταβάλλει τη συμφωνημένη αμοιβή στον επενδυτή, αναλαμβάνοντας την απώλεια. Στην αντίθετη περίπτωση, αν η εμπορική αξιοποίηση του asset οδηγήσει σε υψηλότερες αποδόσεις, η πρόσθετη υπεραξία θα παραμένει στον φορέα που έχει αναλάβει το ρίσκο της αγοράς. Με άλλα λόγια, ο ιδιοκτήτης ανταλλάσσει μέρος της πιθανής υπεραπόδοσης με πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα για τις μελλοντικές ταμειακές του ροές.
Το «κλειδί» της τραπεζικής χρηματοδότησης
Αυτή ακριβώς η προβλεψιμότητα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τη χρηματοδότηση των έργων. Ένα μέρος των μπαταριών που θα αποκτήσουν όρους σύνδεσης ανήκει σε μεγάλους ελληνικούς ή διεθνείς Ομίλους που έχουν ήδη ισχυρή πρόσβαση στις τράπεζες. Για ένα σημαντικό ποσοστό του χαρτοφυλακίου που θα προκριθεί, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Η ύπαρξη μίας αρχικής τραπεζικής προέγκρισης δεν ταυτίζεται με δεσμευτική απόφαση χορήγησης δανείου, η οποία θα προϋποθέτει πολύ πιο αναλυτικό έλεγχο της οικονομικής βιωσιμότητας του πρότζεκτ.
Καθώς οι standalone μπαταρίες θα λειτουργούν με όρους αγοράς, οι τράπεζες θα εξετάσουν με ιδιαίτερη προσοχή το ρίσκο των μελλοντικών εσόδων. Επομένως, ένα συμβόλαιο αρκετών ετών με έναν ισχυρό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο διασφαλίζει εγγυημένη οικονομική εισροή, μπορεί να αλλάξει στοιχείο που θα ξεκλειδώσει την οριστική έγκριση δανείου.
Τα αμερικανικά funds βρίσκονται προς το παρόν περισσότερο σε φάση προετοιμασίας παρά σε μαζική αναζήτηση συγκεκριμένων πρότζεκτ. Έχουν ήδη διερευνήσει μέσω επαφών με το υπουργείο Ανάπτυξης το πλαίσιο και τις δυνατότητες που υπάρχουν για επενδύσεις ξένων κεφαλαίων στον ελληνικό ενεργειακό κλάδο. Η ουσιαστική χαρτογράφηση πιθανών συνεργασιών αναμένεται να επιταχυνθεί, μόλις ξεκαθαρίσει ποια έργα θα αποκτήσουν ηλεκτρικό «χώρο».
Ενδεικτικό πάντως του ενδιαφέροντος είναι ότι ορισμένοι από αυτούς τους «παίκτες» εξετάζουν ακόμη και τη σύσταση Φορέα Σωρευτικής Εκπροσώπησης, ώστε να δημιουργήσουν το «όχημα» για συμμετοχή των μπαταριών στις αγορές ηλεκτρισμού.
