Επίδομα θέρμανσης: Έρχεται αύξηση ποσών και διεύρυνση δικαιούχων – Tι εξετάζει η κυβέρνηση

Οι αναταράξεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου φέρνουν αλλαγές στο επίδομα θέρμανσης. Στο τραπέζι η διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων

Επίδομα θέρμανσης@pexels

Νέα παρέμβαση στο επίδομα θέρμανσης εξετάζει η κυβέρνηση, καθώς οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας εντείνουν την ανησυχία για το κόστος θέρμανσης τον φετινό χειμώνα. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο οικονομικό επιτελείο εξετάζεται η διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων, ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των δικαιούχων, αλλά και η αύξηση των ποσών που καταβάλλονται στους δικαιούχους.

Σήμερα, το επίδομα ξεκινά από τα 100 ευρώ και φτάνει έως τα 800 ευρώ, ενώ σε περιοχές με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, το ποσό μπορεί να είναι υψηλότερο και να αγγίξει έως και τα 1.200 ευρώ. Το ενδεχόμενο αλλαγών αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της νέας εκτίναξης των διεθνών τιμών του πετρελαίου, η οποία δημιουργεί φόβους για σημαντικά ακριβότερη θέρμανση τους επόμενους μήνες.

Η διεθνής αγορά πετρελαίου βρίσκεται και πάλι σε αναβρασμό, με τις τιμές του αργού να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα νέο κύμα πιέσεων στην ελληνική αγορά, καθώς το κόστος του αργού επηρεάζει άμεσα τις τιμές των καυσίμων.

Με τα σημερινά δεδομένα, εάν η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης ξεκινούσε τώρα, η μέση τιμή θα μπορούσε να διαμορφωθεί πάνω από το επίπεδο των 1,90 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για μια τιμή που θα επιβάρυνε σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου η χρήση πετρελαίου για θέρμανση είναι εκτεταμένη. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη για τα νοικοκυριά της Βόρειας Ελλάδας και των ορεινών περιοχών, όπου οι χαμηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τόσο τη διάρκεια όσο και την ένταση των αναγκών θέρμανσης.

Ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάζονται αφορά την αλλαγή των εισοδηματικών ορίων. Στόχος μιας τέτοιας παρέμβασης θα ήταν να μην αποκλείονται από την ενίσχυση νοικοκυριά τα οποία βρίσκονται λίγο πάνω από τα σημερινά όρια, αλλά αντιμετωπίζουν πλέον πολύ μεγαλύτερες δαπάνες για ενέργεια και θέρμανση. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση εξετάζει εάν τα σημερινά κριτήρια ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί ή εάν απαιτείται ένα μεγαλύτερο «άνοιγμα» της περιμέτρου των δικαιούχων.

Η αλλαγή των ορίων θα μπορούσε να επιτρέψει σε περισσότερες οικογένειες να λάβουν μέρος της ενίσχυσης, εφόσον φυσικά υπάρξει ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος.

Παράλληλα, εξετάζεται και το ενδεχόμενο αύξησης των ποσών που καταβάλλονται. Το σημερινό επίδομα διαμορφώνεται από 100 έως 800 ευρώ, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του δικαιούχου και την περιοχή κατοικίας. Σε περιοχές με υψηλό κλιματικό συντελεστή προβλέπεται προσαύξηση, με το συνολικό ποσό να μπορεί να φτάσει έως και τα 1.200 ευρώ.

Η πιθανή αναπροσαρμογή θα μπορούσε να αφορά τόσο το βασικό ύψος της ενίσχυσης όσο και τα ανώτατα ποσά για τις περιοχές που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες ανάγκες. Το ζητούμενο είναι το επίδομα να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος της πραγματικής δαπάνης που απαιτείται για τη θέρμανση ενός νοικοκυριού, καθώς οι τιμές των καυσίμων έχουν αλλάξει σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Ιδιαίτερη έμφαση αναμένεται να δοθεί στις οικογένειες με παιδιά και στους κατοίκους περιοχών όπου ο χειμώνας είναι βαρύτερος. Το ισχύον σύστημα λαμβάνει υπόψη τις κλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής, με αποτέλεσμα το ποσό να διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες θέρμανσης. Παράλληλα, προβλέπεται προσαύξηση του επιδόματος για τα εξαρτώμενα τέκνα. Εφόσον προχωρήσουν οι αλλαγές, δεν αποκλείεται να επανεξεταστούν συνολικά οι παράμετροι που καθορίζουν το τελικό ποσό.

Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται και παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις από την αύξηση του ενεργειακού κόστους. Εάν οι διεθνείς τιμές αποκλιμακωθούν, οι ανάγκες για πρόσθετες παρεμβάσεις θα περιοριστούν. Εάν, αντίθετα, η άνοδος συνεχιστεί και περάσει με μεγαλύτερη ένταση στην ελληνική αγορά, τότε αυξάνονται οι πιθανότητες για ένα πιο γενναιόδωρο επίδομα.

Στο οικονομικό επιτελείο καλούνται, επομένως, να σταθμίσουν δύο παραμέτρους: από τη μία πλευρά, την ανάγκη να προστατευθούν τα νοικοκυριά από ένα νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας και, από την άλλη, το κόστος που θα έχει για τον κρατικό προϋπολογισμό μια διεύρυνση του μέτρου.