Φανταστείτε τη σκηνή, κάποια στιγμή στη δεκαετία του 2030. Τριανταέξι ηγέτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκεντρώνονται γύρω από ένα χρυσοποίκιλτο γραφείο σε κάποια αίθουσα γεμάτη ιστορία – ίσως στις Βερσαλλίες, στο Σαράγεβο ή στη Ρώμη. Ο Ισπανός πρωθυπουργός υπογράφει τη βαριά περγαμηνή, πριν δώσει το στυλό Mont Blanc στoν Γερμανό καγκελάριο και, στη συνέχεια, στον Ουκρανό πρόεδρο. Η ατμόσφαιρα είναι ευχάριστη καθώς, η μία μετά την άλλη, οι υπογραφές αποτυπώνονται στη «Συνθήκη Προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (έκδοση 2.0)». Καθώς το στυλό φτάνει στη Γαλλίδα πρόεδρο αυτή φαίνεται να διστάζει για μια στιγμή, ίσως σκεπτόμενη παλιούς τίτλους των ταμπλόιντ για τις καμπυλωτές μπανάνες και τις επιστροφές στον προϋπολογισμό. Τελικά έρχεται η σειρά του Βρετανού πρωθυπουργού της εποχής. Με μια κίνηση το Brexit ανατρέπεται. Το μόνο μέλος που είχε αποχωρήσει από την αγκαλιά της ΕΕ βρίσκεται πλέον ξανά ασφαλές στους κόλπους της. Ανάμεσα στους ήχους των φελλών της σαμπάνιας που ρέει άφθονη, ελάχιστοι μπορούν να ακούσουν τα λόγια ενός ηλικιωμένου κυρίου στην κερκίδα του κοινού, του Nigel Farage, που εκφράζεται με οργή αόριστα για τη βούληση του λαού. Καλώς ήρθες πίσω, Βρετανία! Η άσωτη χώρα επιστρέφει!
Αυτό που κάποτε θα φαινόταν σαν ένα άπιαστο όνειρο των υποστηρικτών της παραμονής δεν φαίνεται πλέον τόσο παράλογο. Για πρώτη φορά από το δημοψήφισμα για το Brexit τον Ιούνιο του 2016, η ιδέα να ζητηθεί η επιστροφή της στην ΕΕ βρίσκεται στον πολιτικό ορίζοντα της Βρετανίας. Βεβαίως, προς το παρόν η ιδέα της επανένταξης περιορίζεται στους πολιτικούς του Εργατικού Κόμματος, οι οποίοι προωθούν την ιδέα για να γοητεύσουν τα μέλη του κόμματος εν όψει μιας πιθανής πρόκλησης προς τον Sir Keir Starmer. Αρκετοί ελπίζουν να γίνουν πρωθυπουργοί στη θέση του. Βέβαια, οι ευρωσκεπτικιστές του κόμματος Reform UK του κ. Farage βρίσκονται πολύ μπροστά στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, η επανένταξη στην ΕΕ φαίνεται να βρίσκει απήχηση σε πολλούς Βρετανούς ψηφοφόρους, η πλειοψηφία των οποίων πιστεύει ότι η αποχώρηση ήταν λάθος. Η ιδέα δεν φαίνεται να εξαφανίζεται σύντομα. Καθώς όλο και περισσότεροι πολιτικοί του Westminster δηλώνουν ότι τάσσονται υπέρ της αίτησης επανένταξης, η ΕΕ ίσως χρειαστεί κάποια μέρα να εκφράσει τη γνώμη της για την ιδέα της Βρετανίας να επιστρέψει σαν μπούμερανγκ στην ένωση που εγκατέλειψε οργισμένη.
Η τρέχουσα κατάσταση των σχέσεων Βρετανίας-ΕΕ δεν δίνει καμία ένδειξη για το τι απάντηση θα μπορούσε να προέλθει από τις Βρυξέλλες. Από τότε που το διαζύγιο επισημοποιήθηκε το 2020, οι δύο πλευρές έχουν διαπραγματευτεί για σχετικά ασήμαντα θέματα, όπως η εναρμόνιση των κανόνων για την ασφάλεια των τροφίμων και άλλα παρόμοια, μια αρμοδιότητα των ευρωκρατών μεσαίου επιπέδου. Αντίθετα, μια αίτηση για επανένταξη της Βρετανίας θα εξεταζόταν από τους εθνικούς ηγέτες της ΕΕ στο Παρίσι, το Βερολίνο και αλλού. Πολλοί θα έβλεπαν τα πλεονεκτήματα της επανένταξης της Βρετανίας. Οποιαδήποτε ένωση θα έπρεπε να καλωσορίζει μια χώρα του G7 με έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, δικά της πυρηνικά και το μεγαλύτερο κέντρο κεφαλαιαγορών της ηπείρου. Οι ίδιοι παράγοντες που ωθούν ορισμένους στη Βρετανία να συζητούν μια επιστροφή —μια χαοτική παγκόσμια τάξη, στην οποία η Αμερική και η Κίνα ανταγωνίζονται για την υπεροχή και αφήνουν τις μεσαίες δυνάμεις να αγωνίζονται για την ασφάλειά τους— θα έπρεπε επίσης να επηρεάζουν την ΕΕ υπέρ της επανένταξης της Βρετανίας. Σε όλη την Ένωση, οι ψηφοφόροι δηλώνουν ότι θα καλωσόριζαν την επιστροφή της Βρετανίας.
«Pas si vite», θα μπορούσαν να αντιτάξουν ορισμένοι διπλωμάτες. Η Βρετανία ήταν πάντα ένα μέλος της ΕΕ με μισή καρδιά. Επέμενε σε εξαιρέσεις από ορισμένα από τα εμβληματικά μέτρα της ομάδας, ιδίως το ευρώ και τον χώρο χωρίς διαβατήρια Σένγκεν, πέραν των απαιτήσεων για επιστροφές των εισφορών της στον προϋπολογισμό. Γιατί να επαναφέρουμε την «δύσκολη ομάδα» σε μια ένωση στην οποία πιστεύουν ότι λειτουργούσε μια χαρά χωρίς αυτήν; Από την αποχώρηση της Βρετανίας, η ΕΕ έχει προωθήσει σχέδια ομοσπονδιοποίησης που οι Βρετανοί πρωθυπουργοί θα είχαν αναμφίβολα απορρίψει με αλαζονεία στις συνόδους κορυφής των Βρυξελλών. Οι δαπάνες της ΕΕ χρηματοδοτούνται πλέον εν μέρει με χρήματα που δανείζονται τα 27 κράτη μέλη από κοινού, κάτι που σίγουρα αποτελεί ταμπού στο Λονδίνο. Η Ένωση έχει υιοθετήσει γαλλικές ιδέες για τη βιομηχανική πολιτική και τη «στρατηγική αυτονομία», εν μέρει χάρη στο γεγονός ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί για βρετανικά βέτο.
Θεωρητικά, η αίτηση επανένταξης της Βρετανίας θα αντιμετωπιστεί όπως κι εκείνες άλλων χωρών, από την Ουκρανία έως τη Σερβία, που έχουν ζητήσει επίσημα να ενταχθούν στην ΕΕ. Στην πράξη, θα είναι ευκολότερο, αλλά και δυσκολότερο. Ως πρώην μέλος του οποίου η νομοθεσία δεν έχει αποκλίνει πολύ από το κοινοτικό κεκτημένο, τους εκατοντάδες τόμους κανόνων της ΕΕ που πρέπει να αποδεχθούν όλοι οι υποψήφιοι προς ένταξη, η Βρετανία θα περάσει τα εμπόδια πιο γρήγορα από τους περισσότερους. Το δύσκολο κομμάτι —εκτός από τις δεκάδες εθνικές κυβερνήσεις που ασκούν βέτο στην τελική απόφαση— είναι ότι ορισμένες ενδέχεται να επιμείνουν ότι η Βρετανία θα μπορούσε να ενταχθεί στην ΕΕ μόνο αν συμφωνούσε επίσης να υιοθετήσει το ευρώ και τη Συνθήκη Σένγκεν. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δοκιμασία για το πόσο σοβαρά επιθυμεί αυτή τη φορά η επίδοξη νεοεισερχόμενη να γίνει μέλος του κλαμπ. Στην πράξη, θα ήταν αρκετά εύκολο για τη Βρετανία να δεσμευτεί να ενταχθεί σε ένα από τα δύο «όταν πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις», μόνο και μόνο, οι εν λόγω προϋποθέσεις, να μην πληρωθούν ποτέ. Η δημοσιονομική επιστροφή χρημάτων που απολάμβανε κάποτε η Βρετανία θα έπρεπε αναμφίβολα να καταργηθεί, κάτι που ίσως να είχε συμβεί ούτως ή άλλως αν είχε παραμείνει στην ΕΕ.
Ο κύριος λόγος για την απροθυμία της ΕΕ όσον αφορά την επανένταξη της Βρετανίας είναι μια ενοχλητική αμφιβολία ως προς το αν μπορεί να βασιστεί ότι η Βρετανία θα παραμείνει στην Ένωση. Το να αποχωρήσει ένα μέλος από την Ένωση μία φορά μπορεί να θεωρηθεί ατυχία. Αν ξανασυμβεί θα έμοιαζε με αμέλεια. Στην πράξη, λέει ο Charles Grant του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση, ενός κέντρου μελετών στο Λονδίνο, η ΕΕ θα ήθελε να δει ευρεία συμφωνία μεταξύ των κομμάτων στη Βρετανία πριν συζητήσει τους όρους επανένταξης, ώστε οι αυριανοί υπουργοί να μην ακυρώσουν μια συμφωνία που επιτεύχθηκε από τους σημερινούς. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται την υποστήριξη των Συντηρητικών για μια επιστροφή (απίθανο προς το παρόν) ή την εξασθένιση της πολιτικής τύχης του κ. Farage.
Ακόμα και τότε θα απαιτηθεί υπομονή. Η αρχική αίτηση της Βρετανίας για ένταξη στην ΕΕ το 1961 πέτυχε μετά από 12 χρόνια (και παρά τα δύο βέτο της Γαλλίας). Ένα παρόμοιο χρονοδιάγραμμα θα σήμαινε ότι θα είχε περάσει περισσότερο από μια γενιά μεταξύ του δημοψηφίσματος του 2016 και της επανένταξης, ένα κατάλληλο χρονικό διάστημα για μια χώρα να αλλάξει γνώμη. Το ταξίδι θα ήταν μακρύ, βασανιστικό — και θα άξιζε τον κόπο. Οι Βρετανοί θα μπορούσαν να διορθώσουν ένα λάθος που τους έχει αφήσει φτωχότερους και πιο απομονωμένους. Για την ΕΕ, το κέρδος μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερο: να καθιερώσει την ένωσή της ως το προφανές πεπρωμένο της ηπείρου, με τους ταπεινωμένους Βρετανούς αξιωματούχους να διαπραγματεύονται και πάλι μέχρι αργά τη νύχτα τις αλιευτικές ποσοστώσεις.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

