Οι σαρωτικές επενδύσεις των Big Tech στην τεχνητή νοημοσύνη οδηγούν εκ νέου τη Wall Street σε ιστορικά υψηλά, ωστόσο η διατήρηση των αυξημένων επιτοκίων αναδεικνύεται στο μοναδικό εν δυνάμει ανάχωμα αυτής της ξέφρενης πορείας. Ιστορικά, ο τεχνολογικός κλάδος παραμένει εξαιρετικά ευάλωτος στις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, καθώς οι ιλιγγιώδεις αποτιμήσεις του προεξοφλούν μελλοντική ανάπτυξη και υπεραξίες από κεφαλαιουχικές δαπάνες που θα αργήσουν να αποδώσουν.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, σε αυτή τη χρηματοοικονομική εξίσωση, τα επιτόκια επιτρέπουν στην αγορά να προεξοφλήσει την αξία των μελλοντικών κερδών σε σημερινά δολάρια. Όσο αυξάνονται τα επιτόκια για να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό, τόσο απομειώνεται η παρούσα αξία αυτών των κερδών, ασκώντας πιέσεις στις τεχνολογικές μετοχές. «Οι μετοχές με υψηλότερους πολλαπλασιαστές αξίας τείνουν να υποχωρούν όταν αυξάνονται τα επιτόκια», σημειώνει χαρακτηριστικά η Maria Llerena, διευθύντρια χρηματοοικονομικής έρευνας στην Domini Impact Investments.
Οι πρόσφατες υποτονικές μετρήσεις σε τιμές καταναλωτή και παραγωγού περιόρισαν τις προσδοκίες για νέα αύξηση επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) τον επόμενο μήνα. Η εξέλιξη αυτή ώθησε τον δείκτη S&P 500 σε νέο ιστορικό υψηλό την Πέμπτη και έφερε τον τεχνολογικό δείκτη Nasdaq 100 σε απόσταση μόλις 2% από το ρεκόρ των αρχών Ιουνίου.
Ωστόσο, ο πληθωρισμός παραμένει αισθητά πάνω από τον στόχο του 2% της Fed, με τους διαπραγματευτές να τιμολογούν τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του έτους. Την ίδια στιγμή, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου κινείται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, ενώ η δημοπρασία μακροπρόθεσμων ομολόγων της Πέμπτης κατέγραψε την υψηλότερη απόδοση από το 2001.
Εκτόξευση δανεισμού για υποδομές AI
Η ανοδική πορεία των αποδόσεων αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για τους «παίκτες» της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίοι χρηματοδοτούν τα επενδυτικά τους πλάνα εκδίδοντας μακροπρόθεσμο χρέος. Η Alphabet διαθέτει ομόλογα 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων με λήξη το 2056 ή αργότερα, η Amazon διατηρεί περίπου 32 δισεκατομμύρια δολάρια και η Meta 21 δισεκατομμύρια δολάρια.
Μαζί με τη Microsoft, οι εν λόγω εταιρείες αναμένεται να δαπανήσουν συνολικά 740 δισεκατομμύρια δολάρια σε υποδομές ΤΝ το 2026 και επιπλέον 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το 2027. «Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες χρηματοδοτούνταν σε μεγάλο βαθμό από τις ταμειακές ροές, αλλά τώρα φαίνεται να μετατοπίζονται προς την άντληση κεφαλαίων μέσω χρέους», επισημαίνει η Llerena, προσθέτοντας ότι αυτό εγείρει ερωτήματα για την επίδραση των επιτοκίων στις αποτιμήσεις.
Η αβεβαιότητα για τις δαπάνες πυροδότησε ρευστοποιήσεις. Ο δείκτης ημιαγωγών του Χρηματιστηρίου της Φιλαδέλφεια (SOX) κατέρρευσε κατά 21% τον Ιούλιο (ο χειρότερος μήνας από τον Οκτώβριο του 2008). Ο Nasdaq 100 διορθώθηκε τεχνικά, χάνοντας άνω του 11% από τις 2 Ιουνίου έως τις 29 Ιουλίου. Αντίστοιχα, ο δείκτης των «Magnificent Seven» υποχώρησε κατά 12% (28 Μαΐου – 29 Ιουλίου), με την Amazon να «χάνει» 17% και την Alphabet 14%.
Ωστόσο, η τάση αναστράφηκε βίαια. Από τις 29 Ιουλίου, οι Magnificent Seven κατέγραψαν άνοδο 9,1%, καθοδηγούμενοι από το άλμα 27% της Microsoft και 16% της Amazon, ενώ ο Nasdaq 100 ενισχύθηκε κατά 10%. Παράλληλα, ο SOX ανέκαμψε κατά 9,8% τον Αύγουστο. Ο Keith Lerner, επικεφαλής επενδύσεων της Truist Advisory Services, χαρακτήρισε τη δίμηνη πτώση ως «υγιή επαναφορά», τονίζοντας ότι η ΤΝ και η τεχνολογία παραμένουν το κυρίαρχο θέμα της τρέχουσας «bull market».
Ακραία κατανάλωση ρευστών
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες εξαντλούν τα ταμειακά διαθέσιμα. Η Alphabet κατέγραψε αρνητικές ελεύθερες ταμειακές ροές (free cash flow) το δεύτερο τρίμηνο για πρώτη φορά ως εισηγμένη, τάση που το Bloomberg εκτιμά ότι θα διατηρηθεί έως το 2028. Η Amazon αναμένει αρνητικές ελεύθερες ταμειακές ροές 23,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων φέτος και 36,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025.
Για να καλύψουν το έλλειμμα, οι Big Tech αυξάνουν τη μόχλευση. Το συνολικό χρέος της Amazon εκτοξεύθηκε στα 242 δισεκατομμύρια δολάρια στις 30 Ιουνίου, από 147,8 εκατομμύρια δολάρια στο τέλος του 2024. Αντίστοιχα, το χρέος της Alphabet ανήλθε στα 118,7 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιούνιο, από 25,7 δισεκατομμύρια δολάρια στο τέλος του 2024.
Ισχυρά κέρδη και εκδόσεις μετοχών
Τα θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν ωστόσο ισχυρά. Τα κέρδη δευτέρου τριμήνου του S&P 500 οδεύουν προς αύξηση 32% σε ετήσια βάση (έναντι αρχικών εκτιμήσεων 23%), σύμφωνα με το Bloomberg. Ο κλάδος πληροφορικής του δείκτη (συμπεριλαμβανομένων των Nvidia και Broadcom) οδεύει προς αύξηση κερδών 71%, καλύπτοντας το 1/3 των συνολικών κερδών ανά μετοχή (EPS). Ο Paul Eitelman, επικεφαλής στρατηγικής της Russell Investments (υπό διαχείριση κεφάλαια 418 δισ. δολαρίων), έκανε λόγο για «μία από τις ισχυρότερες περιόδους κερδοφορίας» στην 20ετή καριέρα του, υπογραμμίζοντας την αυξημένη ορατότητα ως προς την απόδοση επένδυσης (ROI) των hyperscalers.
Παράλληλα, οι εταιρείες αντλούν κεφάλαια μέσω μετοχών. Η Intel σήκωσε 20 δισεκατομμύρια δολάρια (ένα τρίτο πάνω από τον στόχο) μέσω διευρυμένης προσφοράς, ακολουθώντας την προσφορά 85 δισεκατομμυρίων δολαρίων της Alphabet τον Ιούνιο. Οι μέτοχοι αποδέχονται προς το παρόν την απομείωση (dilution), προσδοκώντας μελλοντικές υπεραξίες.
Το φάντασμα του 2022
Η ιστορία δείχνει ότι οι επιτοκιακοί κύκλοι κοστίζουν. Το 2022, όταν η Fed αύξησε το βασικό επιτόκιο από 0% σε περίπου 4,5% (Μάρτιος – Δεκέμβριος), ο S&P 500 υποχώρησε σχεδόν 20%, ενώ ο Nasdaq 100 κατέγραψε βουτιά 33% (η χειρότερη χρονιά από το 2008). Εταιρείες όπως η Meta, η Nvidia, η Netflix και η Tesla απώλεσαν πάνω από το 50% της αξίας τους.
Αν και το ράλι αναμένεται να συνεχιστεί λόγω των ανθεκτικών κερδών, η Llerena της Domini καταλήγει με σαφήνεια: «Το να φτάσει το 10ετές στο 5% θα ήταν πρόκληση, αλλά εφόσον οι πληροφορίες που λαμβάνουμε παραμένουν θετικές, είναι μια πρόκληση που μπορούμε να αντιμετωπίσουμε».
