Μια διόρθωση στις χρηματιστηριακές αγορές θεωρείται πιθανή μετά το εντυπωσιακό ράλι των τεχνολογικών μετοχών που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη, με τις συνέπειες να μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικές και για την Ευρωζώνη, προειδοποιούν οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Σε ανάρτηση που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα στο ιστολόγιο της ΕΚΤ, ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι Malin Andersson, Stefano Corradin και Kalin Nikolov, επισημαίνουν ότι ακόμη και αν οι σημερινές αποτιμήσεις των μετοχών μπορούν να δικαιολογηθούν από τα θεμελιώδη μεγέθη, μια μελλοντική προσαρμογή των τιμών θα πρέπει να θεωρείται αναμενόμενη.
Οι οικονομολόγοι παρουσιάζουν δύο βασικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτή τη διόρθωση.
Από τη μία πλευρά, όσο η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης εξαπλώνεται σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, οι κίνδυνοι που μέχρι σήμερα αφορούσαν μεμονωμένες εταιρείες μπορούν να μεταφερθούν ευρύτερα στο οικονομικό σύστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι επενδυτές είναι πιθανό να απαιτήσουν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου. Εάν η αύξηση των εταιρικών κερδών δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αντισταθμίσει αυτή τη μεταβολή, οι τιμές των μετοχών θα μπορούσαν να υποχωρήσουν.
Από την άλλη, η υπερβολική αισιοδοξία και η υπερβολική αυτοπεποίθηση των επενδυτών μπορούν να οδηγήσουν τις αποτιμήσεις πάνω από τα επίπεδα που δικαιολογούν τα θεμελιώδη μεγέθη. Όταν το κλίμα αντιστραφεί, οι τιμές ενδέχεται να διορθώσουν απότομα.
Η έκθεση της Ευρωζώνης στις «Magnificent Seven»
Όπως σημειώνει το Bloomberg, οι επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης δεν θα περιορίζονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ερευνητές της ΕΚΤ προειδοποιούν ότι οι επενδυτές της Ευρωζώνης έχουν άμεση έκθεση στις λεγόμενες «Magnificent Seven», στις οποίες περιλαμβάνονται εταιρείες όπως η Apple, η Alphabet και η Microsoft.
Παράλληλα, μια υπερβολικά αισιόδοξη αποτίμηση των αγορών μπορεί να έχει μεταδοθεί και στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.
«Ο μικρότερος και λιγότερο ακριβός τεχνολογικός κλάδος της Ευρωζώνης περιορίζει τον κίνδυνο μιας εγχώριας χρηματιστηριακής κατάρρευσης», σημειώνουν οι οικονομολόγοι. Ωστόσο, όπως προσθέτουν, αυτό προσφέρει μικρή μόνο ασφάλεια, καθώς νοικοκυριά, ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία έχουν σημαντική έκθεση στις αμερικανικές αγορές μέσω παγκόσμιων χρηματιστηριακών δεικτών.
Ιστορικά, άλλωστε, οι έντονες πιέσεις στις αμερικανικές μετοχές έχουν επηρεάσει και τις ευρωπαϊκές αγορές.
Μια διόρθωση στη Wall Street θα μπορούσε επίσης να πλήξει το οικονομικό κλίμα, να αυστηροποιήσει τις συνθήκες δανεισμού και να επηρεάσει τις προσλήψεις, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Μικρότερα περιθώρια αντίδρασης για τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες
Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, μεταξύ των οποίων και οι Johannes Breckenfelder και Maria Antonietta Viola, επισημαίνουν ακόμη ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διαθέτουν σήμερα σημαντικά μικρότερα περιθώρια αντίδρασης σε περίπτωση έντονης χρηματοπιστωτικής αναταραχής σε σύγκριση με την εποχή μετά το σκάσιμο της «φούσκας» των εταιρειών dot-com.
Τα επιτόκια βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα, ενώ τα δημόσια οικονομικά είναι περισσότερο επιβαρυμένα, περιορίζοντας τη δυνατότητα τόσο της νομισματικής όσο και της δημοσιονομικής πολιτικής να απαντήσει σε ένα σοβαρό σοκ στις αγορές.
Ωστόσο, η προειδοποίηση για πιθανή διόρθωση δεν σημαίνει ότι οι μετοχές τεχνολογίας έχουν ήδη φτάσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, εάν η τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθεί τόσο μετασχηματιστική όσο προσδοκά η αγορά, οι αποτιμήσεις θα μπορούσαν στο μέλλον να κινηθούν ακόμη υψηλότερα, ακόμη και μετά από μια ενδιάμεση διόρθωση.
«Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πού ακριβώς βρισκόμαστε σε αυτή τη διαδρομή», καταλήγουν.
