Διευρύνονται τα κριτήρια με βάση τα οποία θα τρέξει το τρίτο πρόγραμμα «Σπίτι μου», βάζοντας στόχο να διευκολυνθούν περισσότερα νοικοκυριά ώστε να αποκτήσουν σπίτι, αλλά και να αυξηθεί η προσφορά διαθέσιμων ακινήτων. Με συνολικό προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ, εκτιμάται ότι το νέο πρόγραμμα θα δώσει τη δυνατότητα σε 17.000 έως 20.000 επιπλέον νοικοκυριά να αποκτήσουν πρώτη κατοικία.
Το πρόγραμμα θα ενεργοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2027, εξήγγειλε ο πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ, ώστε να χρηματοδοτηθεί η πρώτη κατοικία. Ήδη, περίπου 22.000 νοικοκυριά βρέθηκαν με το «κλειδί στο χέρι» χάρη στην ένταξή τους στα δύο προηγούμενα προγράμματα. Πηγές της αγοράς θεωρούν η διεύρυνση των κριτηρίων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και αναμένουν τις λεπτομέρειες – εξειδίκευση του προγράμματος.
Ειδικότερα, τα κριτήρια του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙΙ» διευρύνονται σε σχέση το προηγούμενο πρόγραμμα καθώς:
- Αυξάνεται στα 55 έτη από 50 το ηλικιακό όριο των δικαιούχων
- Η αξία της κατοικίας μπορεί να είναι έως 300.000 ευρώ από 250.000 ευρώ
- Το μέγιστο δάνειο μπορεί να φτάσει τις 230.000 ευρώ από 190.000 ευρώ
- Η χρηματοδότηση μπορεί να καλύπτει έως 90% της αξίας του ακινήτου (το υπόλοιπο 10% με ίδια κεφάλαια του ωφελούμενου)
- Η προσαύξηση του οικογενειακού εισοδήματος αυξάνεται σε 7.000 ευρώ ανά παιδί, από 5.000 ευρώ.
Επίσης, αυξάνονται τα επιτρεπόμενα τετραγωνικά για οικογένειες με περισσότερα από τέσσερα παιδιά (στο «Σπίτι μου ΙΙ» η έκταση του ακινήτου δεν μπορούσε να υπερβαίνει τα 150 τ.μ.)
Για ένα ζευγάρι με ένα παιδί, το ανώτατο εισοδηματικό όριο διαμορφώνεται στις 42.000 ευρώ, με δύο παιδιά στις 49.000 ευρώ και με τρία παιδιά στις 56.000 ευρώ. Για μονογονεϊκές οικογένειες, τα αντίστοιχα όρια φτάνουν τις 46.000 και 53.000 ευρώ για δύο και τρία παιδιά αντίστοιχα.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του προγράμματος είναι ότι το 50% του δανείου θα είναι άτοκο και θα χρηματοδοτείται από το κράτος, ενώ το υπόλοιπο 50% θα χορηγείται από τις εμπορικές τράπεζες με επιτόκιο.
Από τα 2 δισ. ευρώ του προγράμματος, τα 500 εκατ. προέρχονται από αδιάθετους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, άλλα 500 εκατ. από το αποθεματικό της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και 1 δισ. ευρώ από τις εμπορικές τράπεζες. Ωστόσο, η ένταξη στα ηλικιακά και εισοδηματικά κριτήρια δεν σημαίνει αυτόματη έγκριση. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να περάσουν από τον πιστοληπτικό έλεγχο της τράπεζας και να διαθέτουν ίδια συμμετοχή.
Για παράδειγμα, σε ακίνητο αξίας 200.000 ευρώ το δάνειο μπορεί να φτάσει τις 180.000 ευρώ, με ίδια συμμετοχή τουλάχιστον 20.000 ευρώ. Για ακίνητο αξίας 300.000 ευρώ, το μέγιστο δάνειο των 230.000 ευρώ σημαίνει ίδια συμμετοχή τουλάχιστον 70.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα έξοδα αγοράς. Το στεγαστικό σχέδιο δεν περιορίζεται στα δάνεια. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει και την προσφορά κατοικιών στην αγορά.
Τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος
Για το 2027 παρατείνονται η τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για ιδιοκτήτες που μετατρέπουν κλειστά ακίνητα σε κατοικίες μακροχρόνιας μίσθωσης, τα φορολογικά κίνητρα για ανακαινίσεις και η αναστολή ΦΠΑ στις νέες οικοδομές.
Παράλληλα, διατηρούνται οι περιορισμοί στις νέες βραχυχρόνιες μισθώσεις σε τρία δημοτικά διαμερίσματα της Αθήνας και στο Α’ Δημοτικό Διαμέρισμα Θεσσαλονίκης. Στόχος είναι να περιοριστεί η περαιτέρω συρρίκνωση των διαθέσιμων κατοικιών για μακροχρόνια ενοικίαση.
Τι θα αλλάξει για όσους αγοράζουν ακίνητα από χώρες εκτός ΕΕ
Σημαντική αλλαγή αφορά όσους αγοράζουν κατοικίες στην Ελλάδα και προέρχονται από χώρες εκτός ΕΕ. Από την 1η Ιανουαρίου 2027, ο φόρος μεταβίβασης για αγορά κατοικίας από πολίτες τρίτων χωρών αυξάνεται από 3% σε 15%. Το μέτρο αφορά κατοικίες και όχι επαγγελματικούς χώρους ή οικόπεδα. Σ’ ένα ακίνητο αξίας 300.000 ευρώ, ο φόρος μεταβίβασης αυξάνεται από 9.000 σε 45.000 ευρώ, ενώ σε ακίνητο 500.000 ευρώ από 15.000 σε 75.000 ευρώ.
Η ρύθμιση δεν καταργεί την Golden Visa ούτε απαγορεύει τις αγορές ακινήτων από ξένους, αυξάνει όμως σημαντικά το κόστος μιας αγοράς από πολίτες τρίτων χωρών. Η κυβερνητική στόχευση είναι να περιοριστεί η πρόσθετη εξωτερική ζήτηση που θεωρείται ότι εντείνει την πίεση στις τιμές και δυσκολεύει την πρόσβαση των ελληνικών νοικοκυριών στην κατοικία.
Η παλαιότητα των ακινήτων και η περιφερειακή διάσταση
Με βάση την εμπειρία των δύο προηγούμενων προγραμμάτων, δηλαδή το έλλειμμα προσφοράς προσιτής κατοικίας και τη διατήρηση των ανοδικών τάσεων στις τιμές των ακινήτων, η αγορά και οι δυνητικά ωφελούμενοι περιμένουν να δουν αν θα υπάρξουν αλλαγές στον όρο παλαιότητας των ακινήτων, καθώς το «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» αφορούσε παλιά σπίτια (15 ετών και άνω), με εξαίρεση το δεύτερο πρόγραμμα που προέβλεπε επέκταση της επιλεξιμότητας των ακινήτων ως 31/12/2020 για δικαιούχους με αναπηρία τουλάχιστον 67% (ή με εξαρτώμενο τέκνο με αντίστοιχη αναπηρία). Αυτός ο «κόφτης» της παλαιότητας δυσκόλεψε τους δικαιούχους να βρουν το κατάλληλο – επιλέξιμο ακίνητο εντός των προβλεπόμενων χρονικών περιορισμών.
Όσον αφορά την περιφερειακή διάσταση, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το 37% των δανείων (5.594 δάνεια, αξίας 619,8 εκατ. ευρώ) κατευθύνθηκε εκτός Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας, με ισχυρή συμμετοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (1.075 δάνεια), της Θεσσαλίας (1.051) και της Δυτικής Ελλάδας (844).
Η μέση εμπορική αξία των ακινήτων διαμορφώθηκε σε 152,1 χιλ. ευρώ και το μέσο εμβαδόν σε 88,5 τ.μ. και μέσο ύψος δανείου 120,4 χιλ. ευρώ.
