Μεγάλο στοίχημα η συνοχή του ΝΑΤΟ, η ατζέντα Τραμπ και η στρατηγική των Ευρωπαίων

Προσπάθεια να αποτραπεί νέα κρίση στο ΝΑΤΟ με τον Τραμπ. Οι συναντήσεις με Ρούτε, Ζελένσκι, Ερντογάν και η ένταση στις διατλαντικές σχέσεις

Τραμπ και Ρούτε στο ΝΑΤΟ ©ΑΠΕ

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ Τρίτη-Τετάρτη στην Άγκυρα αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη έως σήμερα δοκιμασία για τον γενικό γραμματέα της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος καλείται να διατηρήσει την ενότητα των συμμάχων και να αποτρέψει νέα ένταση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις γεωπολιτικές επιπτώσεις της σύγκρουσης με το Ιράν.

Παρά το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες τα τελευταία χρόνια, ο Τραμπ συνεχίζει να κατηγορεί τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι δεν αναλαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί στο συλλογικό κόστος της άμυνας. Η στάση αυτή δημιουργεί ανησυχία ενόψει της συνόδου, καθώς αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιδιώκουν να αποφευχθεί οποιαδήποτε δημόσια αντιπαράθεση που θα μπορούσε να επισκιάσει τις αποφάσεις της Συμμαχίας.

Αν η προηγούμενη Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Χάγη επικεντρώθηκε στο να αποτραπεί μια πιθανή αποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ από τη Συμμαχία, η φετινή συνάντηση στην Άγκυρα έχει έναν διαφορετικό στόχο: να αποδείξει γιατί η παραμονή των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει κρίσιμη για τα αμερικανικά συμφέροντα.

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο, παρουσιάζοντας στον Αμερικανό πρόεδρο απλοποιημένα γραφήματα με τίτλους όπως «Trump Effect» και «Trump Trillion», επιχειρώντας να καταδείξει την αύξηση των αμυντικών δαπανών και την επιρροή της πολιτικής πίεσης που έχει ασκήσει ο Τραμπ στους Ευρωπαίους συμμάχους.

Ωστόσο, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η ανταπόκριση του Αμερικανού προέδρου ήταν μάλλον χλιαρή, με τον ίδιο να εμφανίζεται αδιάφορος απέναντι στις παρουσιάσεις. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη των συμμάχων να αναζητήσουν νέους τρόπους προσέγγισης πέρα από την απλή κολακεία, προκειμένου να διατηρήσουν το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για τη Συμμαχία.

Στο διπλωματικό παρασκήνιο, χώρες όπως η Ισπανία —η οποία παραδοσιακά καταγράφει χαμηλές αμυντικές δαπάνες— επιχειρούν να μεταθέσουν την πίεση προς άλλα κράτη με ακόμη χαμηλότερες επιδόσεις, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την έντονη κριτική. Παράλληλα, η ψυχρότητα στις σχέσεις του Τραμπ με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι ενδέχεται να επανέλθει στο προσκήνιο, μετά από αιχμηρά σχόλια του Αμερικανού προέδρου σε διαδικτυακή του ανάρτηση.

Η επιλογή της Τουρκίας ως οικοδεσπότη της Συνόδου δεν είναι τυχαία. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο ο Τραμπ έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει ως ηγέτη που «σέβεται τη δύναμη», ηγείται μιας χώρας με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, ενώ η γεωγραφική της θέση την καθιστά κομβικό παράγοντα τόσο στον πόλεμο της Ουκρανίας όσο και στις εξελίξεις γύρω από τη Μέση Ανατολή.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνεχίζει να αποτελεί το πιο μακροχρόνιο πολεμικό μέτωπο στην Ευρώπη από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ καλούνται να πείσουν τον Τραμπ ότι η Ευρώπη έχει ενισχύσει ουσιαστικά την άμυνά της και ότι το Κίεβο βρίσκεται σήμερα σε ισχυρότερη θέση σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη σύγκρουση με το Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες, παραμένει δυσαρεστημένος με ευρωπαϊκές χώρες που δεν παρείχαν εναέριο χώρο ή στρατιωτικές διευκολύνσεις κατά τις κοινές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ τον Φεβρουάριο, γεγονός που έχει επιβαρύνει περαιτέρω τις διατλαντικές σχέσεις.

Οι Ευρωπαίοι υποστηρίζουν ότι δεν είχαν ενημερωθεί επαρκώς ή ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν εμπίπτει άμεσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, αυτές οι εξηγήσεις δεν φαίνεται να πείθουν την Ουάσιγκτον.

Μαρκ Ρούτε και Ντόναλντ Τραμπ

Μαρκ Ρούτε και Ντόναλντ Τραμπ © EPA/YURI GRIPAS / POOL

ΝΑΤΟ: Προσπάθεια να αποτραπεί νέα κρίση με τον Τραμπ στην Άγκυρα

Το βασικό διακύβευμα παραμένει αμετάβλητο: όσο το ΝΑΤΟ εξαρτάται στρατηγικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα συνεχίσει να βρίσκεται αντιμέτωπο με τις πολιτικές προτεραιότητες και τις αντιλήψεις του εκάστοτε Αμερικανού προέδρου.

Σύμφωνα με ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές, ο Ρούτε έχει υιοθετήσει μια ιδιαίτερα προσεκτική στρατηγική απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο, επιχειρώντας να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας ακόμη και μέσω ιδιαίτερα προσωποποιημένων κινήσεων και δημόσιων επαίνων. Η τακτική αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου θεωρείται υπερβολικά διαλλακτική απέναντι σε έναν ηγέτη που δεν διστάζει να επικρίνει δημοσίως τους συμμάχους των ΗΠΑ.

Ωστόσο, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπερασπίζονται την προσέγγιση του πρώην πρωθυπουργού της Ολλανδίας. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ντέιβιντ ΜακΆλιστερ, υποστήριξε ότι βασική αποστολή του γενικού γραμματέα είναι η διατήρηση της συνοχής της Συμμαχίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων, εκτιμώντας ότι ο Ρούτε «κάνει τη δουλειά του».

Από την πλευρά του, ο Λετονός ευρωβουλευτής Μάρτινς Στάκις σημείωσε ότι η αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης στρατηγικής θα κριθεί από το τελικό αποτέλεσμα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, σε βάθος χρόνου ο Ρούτε είτε θα θεωρηθεί ο άνθρωπος που κράτησε ενωμένο το ΝΑΤΟ στην πιο δύσκολη περίοδο της ιστορίας του είτε η προσέγγισή του θα αποδειχθεί λανθασμένη.

Οι σύμμαχοι προσέρχονται στη Σύνοδο της Άγκυρας αποφασισμένοι να παρουσιάσουν στον Αμερικανό πρόεδρο τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών και την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ευρώπης. Παρότι το πρόγραμμα των εργασιών έχει σχεδιαστεί ώστε να περιορίσει τις πιθανότητες δημόσιων εντάσεων, διπλωματικοί κύκλοι αναγνωρίζουν ότι η απρόβλεπτη στάση του Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αβεβαιότητας για την επιτυχία της Συνόδου.

ΤΡΑΜΠ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Ντόναλντ Τραμπ και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν © EPA/SEM VAN DER WAL

  • ΝΑΤΟ: Η συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν

Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδουν τουρκικά μέσα ενημέρωσης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα φτάσει στην τουρκική πρωτεύουσα αύριο Τρίτη, 7 Ιουλίου, πρώτη μέρα της συνόδου, συνοδευόμενος από πολυμελή αμερικανική αντιπροσωπεία, η οποία έχει ήδη αναλάβει τις προετοιμασίες ασφαλείας και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της επίσκεψης. Το πρόγραμμα προβλέπει ως πρώτη επίσημη στάση του Ντόναλντ Τραμπ το Ανιτκαμπίρ, το μαυσωλείο του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, όπου θα αποτίσει φόρο τιμής. Στη συνέχεια θα μεταβεί στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου θα τον υποδεχθεί με επίσημη τελετή ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι μετά την τελετή υποδοχής θα πραγματοποιηθεί κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο ηγετών και στη συνέχεια διευρυμένες συνομιλίες των αντιπροσωπειών, με αντικείμενο σειρά ζητημάτων διμερούς και περιφερειακού ενδιαφέροντος. Μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών εξετάζεται το ενδεχόμενο οι δύο πρόεδροι να προχωρήσουν σε κοινές δηλώσεις, ενώ δεν αποκλείεται και η υπογραφή συμφωνιών συνεργασίας.

Στο επίκεντρο η συνάντηση Τραμπ – Ζελένσκι

Παράλληλα, η επικείμενη Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα εξελίσσεται σε μία από τις πιο κρίσιμες των τελευταίων ετών, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις γεωπολιτικές επιπτώσεις της σύγκρουσης με το Ιράν.

Ο Τραμπ, πρόκειται να συναντηθεί με τον πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη στην Άγκυρα. Η συνάντηση αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών συμμάχων δοκιμάζονται από διαφωνίες σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες, τη σύγκρουση στο Ιράν αλλά και τη στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Ο Τραμπ θα αφιχθεί στην Τουρκία την Τρίτη, όπου θα έχει διμερή συνάντηση με τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πριν από τις εργασίες της Συνόδου του ΝΑΤΟ.

Η σχέση του Αμερικανού προέδρου με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει περάσει από διαδοχικές φάσεις έντασης και προσέγγισης. Κατά την προεκλογική του εκστρατεία, ο Τραμπ είχε δεσμευθεί ότι θα τερμάτιζε τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσα σε μία ημέρα από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, η πραγματικότητα του πολέμου έχει αποδειχθεί πολύ πιο σύνθετη, με τον ίδιο να εκφράζει πλέον δημόσια την απογοήτευσή του για την αδυναμία επίτευξης συμφωνίας.

Οι διατλαντικές σχέσεις στο μικροσκόπιο

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιδιώκουν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ζητώντας στενότερο συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον έχει επικεντρώσει τους τελευταίους μήνες μεγάλο μέρος της διπλωματικής και στρατιωτικής της προσοχής στη σύγκρουση με το Ιράν, γεγονός που έχει ουσιαστικά παγώσει τις αμερικανικές πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε τηλεφωνική επικοινωνία το Σάββατο με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, με βασικά θέματα τον πόλεμο στην Ουκρανία αλλά και την επικείμενη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, ο Τραμπ σκοπεύει να συζητήσει με τον Ζελένσκι τρόπους επανεκκίνησης των προσπαθειών για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Την ίδια ώρα, η Ουκρανία συνεχίζει να εντείνει τα πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος, αξιοποιώντας πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική κυβέρνηση εκτιμά ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να αποκτήσει καθοριστικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Αμυντικές δαπάνες, Γροιλανδία και Ιράν αυξάνουν τις εντάσεις

Οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και ΝΑΤΟ έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Η σύγκρουση προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, ενώ το προσωρινό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επηρέασε τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο Τραμπ έχει επικρίνει δημόσια αρκετούς συμμάχους του ΝΑΤΟ, κατηγορώντας τους ότι αρνήθηκαν να διαθέσουν στρατιωτικές βάσεις για τις πρώτες επιχειρήσεις κατά του Ιράν και ότι δεν συνέβαλαν επαρκώς στις προσπάθειες αποκατάστασης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Παράλληλα, συνεχίζει να ασκεί έντονες πιέσεις προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Όπως δήλωσε ο Αμερικανός πρέσβης στο ΝΑΤΟ, Ματ Γουίτακερ, η Ουάσιγκτον θεωρεί απολύτως αναγκαίο οι σύμμαχοι να επιταχύνουν την επίτευξη αυτού του στόχου.

Την ίδια στιγμή, οι σύμμαχοι παρακολουθούν με ανησυχία τις εξαγγελίες της Ουάσιγκτον για μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, αναφέρουν αναλυτές στο Semafor. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη ανακοινώσει την αποχώρηση περίπου 5.000 στρατιωτών από την ευρωπαϊκή ήπειρο, καθώς και περιορισμό των στρατιωτικών μέσων που θα μπορούσαν να διατεθούν σε ενδεχόμενη κρίση.

Πρόσθετη ένταση προκαλεί και η επιμονή του Τραμπ να διατηρεί στο τραπέζι το σχέδιο απόκτησης της Γροιλανδίας, παρά τις έντονες αντιδράσεις της Δανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Οι προσδοκίες από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ

Λίγες εβδομάδες πριν από τη Σύνοδο, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επιχείρησε να περιορίσει τις εντάσεις κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ουάσιγκτον, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες, ανταποκρινόμενες στις πιέσεις του Αμερικανού προέδρου.

Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο Τραμπ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επωμίζονται δυσανάλογο βάρος για την ασφάλεια της Συμμαχίας.

Στο μεταξύ, οι ανησυχίες για πιθανή επέκταση της ρωσικής επιθετικότητας πέρα από τα ουκρανικά σύνορα ενισχύουν το αίσθημα ανασφάλειας στην Ευρώπη. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δηλώνει ότι παραμένει ανοικτός σε συνομιλίες με την αμερικανική πλευρά για τον τερματισμό του πολέμου, απορρίπτει όμως τις προτάσεις για αναστολή των επιθέσεων μεγάλου βεληνεκούς και επιμένει στις εδαφικές διεκδικήσεις της Μόσχας, ακόμη και σε περιοχές που οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν στρατιωτικά.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνάντηση Τραμπ – Ζελένσκι αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ενδέχεται να καθορίσει τόσο την πορεία των ειρηνευτικών προσπαθειών όσο και το μέλλον των σχέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ευρωπαίων συμμάχων τους.