Η γεωπολιτική αστάθεια και οι νέες κατευθυντήριες γραμμές του ΝΑΤΟ ωθούν τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες σε πρωτοφανή αύξηση των αμυντικών τους προϋπολογισμών.
Η Γερμανία προχωράει στη μεγαλύτερη ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της στη μεταπολεμική ιστορία, προγραμματίζοντας επενδύσεις άνω των 600 δισ. ευρώ έως το 2030. Το σχέδιο σηματοδοτεί βαθιά αλλαγή στη δημοσιονομική πολιτική, αλλά προκαλεί αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Επίσης, η Πολωνία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Βρετανία και οι σκανδιναβικές χώρες έχουν ανακοινώσει ιστορικά προγράμματα εξοπλισμών και ριζικές αλλαγές στην αμυντική τους πολιτική.
Πολωνία: Αποτελεί την πρωτοπόρο της Ευρώπης σε ποσοστό ΑΕΠ, έχοντας αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 4,5% του ΑΕΠ. Υλοποιεί ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα αγοράς αρμάτων μάχης, πυραυλικών συστημάτων και μαχητικών αεροσκαφών από τις ΗΠΑ και τη Νότια Κορέα.
Γαλλία: Ψήφισε τον Στρατιωτικό Προγραμματισμό (LPM) με στόχο τη διάθεση 413 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2030. Ο αμυντικός της προϋπολογισμός έφτασε τα 68,5 δισ. ευρώ (2,25% του ΑΕΠ), εστιάζοντας στον εκσυγχρονισμό της πυρηνικής αποτροπής και στις διαστημικές δυνατότητες.
Ελλάδα: Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από την Άγκυρα παρουσίασε την Ελλάδα ως χώρα που ήδη υπερκαλύπτει τους νέους στόχους αμυντικών δαπανών, σημειώνοντας ότι βρίσκεται μεταξύ των κρατών που ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ για κύριες αμυντικές ανάγκες.
Βρετανία: Έχει δεσμευτεί για σταδιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών με στόχο το 3% του ΑΕΠ, εστιάζοντας σε προγράμματα ναυπηγικής, στην κυβερνοάμυνα και στη νέα γενιά μαχητικών αεροσκαφών (Tempest).
Σουηδία: Αναθεώρησε πλήρως το πλαίσιο «Συνολικής Άμυνας» για την περίοδο έως το 2030, δίνοντας προτεραιότητα στην αεράμυνα, τα υποβρύχια και τα όπλα μακρού βεληνεκούς.
Δανία: Δημιούργησε ειδικό ταμείο επιτάχυνσης εξοπλισμών ύψους 50 δισεκατομμυρίων κορονών (DKK), εκτινάσσοντας τις δαπάνες της στο 2,65% του ΑΕΠ.
Φινλανδία: Διατηρεί σταθερά τις δαπάνες της πάνω από το 2% και έχει ανακοινώσει πλάνο για να αγγίξει το 3% του ΑΕΠ έως το 2029.
Ολλανδία: Διπλασίασε τον αμυντικό της προϋπολογισμό σε σχέση με το 2021, φτάνοντας τα 25,8 δισεκατομμύρια ευρώ (2,2% του ΑΕΠ).
ΝΑΤΟ & Γερμανία: Ένα στα τρία ευρώ του προϋπολογισμού πάει στην άμυνα
Η Γερμανία, πάντως, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, δείχνει τον δρόμο των εξελίξεων, τόσο σε σχέση με το χρέος και τις πολιτικές χρηματοδότησης που ακολουθούνται στις νέες συνθήκες μετά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ όσο και με τις δημοσιονομικές ανισορροπίες και τις διαμάχες που προκύπτουν, εν όψει και των διαπραγματεύσεων για τον 7ετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους, ωστόσο αναλυτές αμφισβητούν την πολιτική στρατηγική για την άμυνα στη Γερμανία και ευρύτερα στην Ευρώπη.
Η γερμανική κυβέρνηση παρουσίασε τη νέα πολυετή δημοσιονομική της στρατηγική, λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ. Με την κίνηση αυτήν, το Βερολίνο επιχειρεί να στείλει σαφές μήνυμα στους συμμάχους ότι είναι διατεθειμένο να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ανταποκρινόμενο παράλληλα στις πιέσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για αύξηση των αμυντικών δαπανών.
«Η Γερμανία θα διπλασιάσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη προσπάθεια ενίσχυσης των αμυντικών μας δυνατοτήτων που έχουμε πραγματοποιήσει ποτέ», δήλωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που ενέκρινε το υπουργικό συμβούλιο, οι αμυντικές δαπάνες θα αυξηθούν από 109,7 δισ. ευρώ το 2027 σε 183,7 δισ. ευρώ το 2030, αντιστοιχώντας σχεδόν στο 30% του συνολικού ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Η εφημερίδα Die Zeit σχολίασε χαρακτηριστικά ότι «σχεδόν ένα στα τρία ευρώ θα κατευθύνεται σε άρματα μάχης και drones». Για λόγους σύγκρισης, κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 η άμυνα απορροφούσε περίπου το 20% των δημοσίων δαπανών, ενώ μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το ποσοστό αυτό υποχώρησε κοντά στο 10%.
Η νέα στρατηγική αποτελεί συνέχεια της περίφημης «Zeitenwende», της ιστορικής στροφής που είχε ανακοινώσει ο πρώην καγκελάριος Όλαφ Σολτς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μερτς επιταχύνει ακόμη περισσότερο τον επανεξοπλισμό, καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται και οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται.
Παράλληλα, οι δαπάνες που υπολογίζονται για το ΝΑΤΟ αναμένεται να αυξηθούν από το 2,8% στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2029, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει το Βερολίνο.

Φρίντριχ Μερτς, καγκελάριος Γερμανίας και Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος Κομισιόν © EPA/OLIVIER HOSLET / POOL
ΝΑΤΟ & Γερμανία: Η χρηματοδότηση μέσω χρέους προκαλεί αντιδράσεις
Το φιλόδοξο πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί κυρίως μέσω νέου δανεισμού, σηματοδοτώντας σημαντική απομάκρυνση από τη μακρόχρονη γερμανική δημοσιονομική πειθαρχία.
Το σχέδιο προϋπολογισμού προβλέπει καθαρό νέο δανεισμό 203,7 δισ. ευρώ το 2027, ποσό σχεδόν τετραπλάσιο σε σχέση με το 2024. Περισσότερο από το ήμισυ αυτών των κεφαλαίων θα κατευθυνθεί στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις (Bundeswehr), ενώ έως το 2030 το ποσοστό αυτό αναμένεται να φθάσει το 70%.
Η αλλαγή κατέστη δυνατή μετά τη μεταρρύθμιση του κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, ο οποίος για χρόνια περιόριζε σημαντικά τον δημόσιο δανεισμό.
«Η ειρήνη στην Ευρώπη απειλείται από τη ρωσική επιθετικότητα. Δεν μπορούμε να αμυνθούμε απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν με μηδενικό έλλειμμα», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, υπογραμμίζοντας ότι οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες απαιτούν διαφορετικές δημοσιονομικές επιλογές από εκείνες της εποχής της Άνγκελα Μέρκελ.
Μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος και ανησυχίες για το χρέος
Παράλληλα με την αύξηση των αμυντικών δαπανών, η κυβέρνηση σχεδιάζει ευρείες μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας. Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται περιλαμβάνονται η ενίσχυση της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63 έτη και αυστηρότεροι κανόνες για τις αναρρωτικές άδειες, ενώ προβλέπονται και φορολογικές ελαφρύνσεις για μέρος των νοικοκυριών.
Ωστόσο, ο επιχειρηματικός κόσμος εκφράζει έντονο προβληματισμό για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους. Η γενική διευθύντρια της Ομοσπονδίας Επιμελητηρίων και Βιομηχανίας, Χελένα Μέλνικοφ, προειδοποίησε ότι έως το 2030 οι κοινωνικές δαπάνες, η άμυνα και οι τόκοι εξυπηρέτησης του χρέους θα απορροφούν περίπου το 80% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια για επενδύσεις που θα ενισχύσουν τη μελλοντική ανάπτυξη της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, κατά την κοινή τους συνέντευξη Τύπου στο αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες ©EPA/OLIVIER MATTHYS
Bruegel: Η νέα αμυντική στρατηγική της Γερμανίας αποκαλύπτει βαθιές αδυναμίες
Υπάρχουν ωστόσο και αμφισβητήσεις της στρατηγικής για την άμυνα. Η Γερμανία επενδύει πρωτοφανή ποσά στην άμυνα, όμως τέσσερα χρόνια μετά τη διακήρυξη της «Zeitenwende» εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές αδυναμίες στον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό. Την ίδια στιγμή, οι γεωπολιτικές επιλογές του Βερολίνου δοκιμάζουν το διεθνές κύρος της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Η ιστορική ομιλία του πρώην καγκελάριου Όλαφ Σολτς τον Φεβρουάριο του 2022, λίγες ημέρες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σηματοδότησε τη λεγόμενη «Zeitenwende», τη μεγαλύτερη μεταπολεμική στροφή της γερμανικής αμυντικής πολιτικής. Η υπόσχεση ήταν σαφής: περισσότερες αμυντικές δαπάνες, εκσυγχρονισμός της Bundeswehr και ισχυρότερος ρόλος της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ακολούθησαν η δημιουργία ειδικού ταμείου επανεξοπλισμού και η μεταρρύθμιση του συνταγματικού «φρένου χρέους» από την κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς, ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της άμυνας.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος και ερευνητής του Bruegel, Γκούντραμ Γουλφ, οι αυξημένες δαπάνες δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική στρατιωτική ισχύ. Η γραφειοκρατία, οι αργές διαδικασίες προμηθειών και η περιορισμένη τεχνολογική προσαρμογή εξακολουθούν να αποτελούν τα βασικά εμπόδια.
ΝΑΤΟ & Γερμανία: Η «Zeitenwende» δεν έχει ακόμη αποδώσει τα αναμενόμενα
Η νέα στρατηγική ασφαλείας, που δημοσιεύθηκε το 2026, αναγνωρίζει τη Ρωσία ως τη βασική απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και θέτει ως στόχο η Bundeswehr να εξελιχθεί στον ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης έως το 2039.
Ο στόχος αυτός, όμως, θεωρείται ιδιαίτερα φιλόδοξος. Σήμερα η Γερμανία διαθέτει λιγότερες από δέκα πλήρως επιχειρησιακές ταξιαρχίες, όταν τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία διαθέτουν περίπου 130 μονάδες με πραγματική πολεμική εμπειρία.
Κατά τον Γουλφ, το μεγαλύτερο κενό δεν αφορά μόνο το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και τη στρατηγική φιλοσοφία. Αντί να τοποθετεί στο επίκεντρο την ευρωπαϊκή αμυντική ολοκλήρωση, το Βερολίνο εξακολουθεί να βασίζει τη στρατηγική του κυρίως στο ΝΑΤΟ και στην αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα.
Ενδεικτικό είναι ότι περίπου το 60% των αμυντικών συμβολαίων κατευθύνεται πλέον σε γερμανικές εταιρείες, ενώ οι κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες παραμένουν περιορισμένες και η εξάρτηση από αμερικανικά οπλικά συστήματα συνεχίζεται.

Γερμανικό πεζικό μπροστά σε θωρακισμένο όχημα υποστήριξης © Χ.com
Γερμανία: Στρατηγική χωρίς ευρωπαϊκό βάθος – Τεχνολογικές καθυστερήσεις και προβλήματα υλοποίησης
Η τεχνολογική αναβάθμιση αποτελεί ακόμη μία πρόκληση. Ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες επενδύουν ήδη σε drones, Τεχνητή Νοημοσύνη, ηλεκτρονικό πόλεμο και αυτόνομα συστήματα, η Bundeswehr εξακολουθεί να δίνει έμφαση σε πιο παραδοσιακά οπλικά συστήματα.
Παράλληλα, η υλοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων χαρακτηρίζεται από σημαντικές καθυστερήσεις, όπως αναφέρθηκε και στη σύνοδο του ΝΑΤΟ. Μεγάλο μέρος των συμβάσεων δεν συνοδεύεται από σαφή χρονοδιαγράμματα, ενώ απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό σύστημα παρακολούθησης των προμηθειών, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης.
Την ίδια στιγμή, η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια διαφορετική πρόκληση: τη διατήρηση του διεθνούς της κύρους.
Παρ’ ότι το Βερολίνο εξακολουθεί να θεωρείται διεθνές πρότυπο ιστορικής μνήμης και δημοκρατικής αυτοκριτικής, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι πρόσφατες γεωπολιτικές επιλογές της χώρας έχουν περιορίσει την επιρροή της. Η αποτυχία εκλογής της σε μη μόνιμη έδρα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ερμηνεύθηκε από αρκετούς ως ένδειξη αυτής της μεταβολής.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η σταθερή στήριξη του Βερολίνου προς την Ουκρανία αλλά και κυρίως η στάση του απέναντι στο Ισραήλ έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας. Η γερμανική κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ασφάλεια του Ισραήλ ως θεμελιώδες στοιχείο του κρατικού της συμφέροντος, λόγω της ιστορικής ευθύνης που απορρέει από το Ολοκαύτωμα.
Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή γεωπολιτικών ανταγωνισμών, η επιτυχία της «Zeitenwende» δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των αμυντικών δαπανών. Θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η Γερμανία θα καταφέρει να μετατρέψει την οικονομική της ισχύ σε αποτελεσματική στρατιωτική, τεχνολογική και διπλωματική επιρροή, διαμορφώνοντας έναν πιο ενεργό ρόλο στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.
Το χρέος απειλεί τις οικονομίες – Γιατί οι κυβερνήσεις πρέπει να δράσουν πριν να είναι αργά
Το κυνήγι των εξοπλισμών στον πλανήτη αυξάνει ταυτόχρονα και το παγκόσμιο δημόσιο χρέος. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η μεγαλύτερη απειλή για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας δεν προέρχεται πλέον από τον ιδιωτικό, αλλά από τον δημόσιο τομέα. Οι κυβερνήσεις, που τότε ανέλαβαν τεράστια βάρη για να διασώσουν τις οικονομίες τους και στη συνέχεια αύξησαν ακόμη περισσότερο τις δαπάνες λόγω της πανδημίας, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες με πρωτοφανή επίπεδα χρέους.
Σύμφωνα με τον Μάικλ Μπλούμπεργκ, ιδρυτή και κυρίαρχο μέτοχο του ομίλου Bloomberg LP, μητρικής εταιρείας του Bloomberg News, το συνολικό δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών ανέρχεται πλέον περίπου στο 110% του ΑΕΠ, από περίπου 70% πριν από την κρίση του 2008. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια αντίδρασης των κρατών απέναντι σε μια νέα οικονομική ή γεωπολιτική κρίση.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει ξεπεράσει ακόμη και τα επίπεδα της περιόδου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά τη συνεχή αύξηση του δανεισμού, οι επενδύσεις σε υποδομές, εκπαίδευση, υγεία, στέγαση και παραγωγική ανασυγκρότηση δεν έχουν βελτιωθεί αντίστοιχα, ενώ μόνο οι ετήσιες πληρωμές τόκων προσεγγίζουν πλέον το 1 τρισ. δολάρια.
Η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς, καθώς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό. Οι αγορές εμφανίζονται ολοένα πιο επιφυλακτικές απέναντι στη δημοσιονομική πορεία πολλών κρατών, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, υψηλού πληθωρισμού και αυξημένων αμυντικών δαπανών.
Οι κίνδυνοι για το χρηματοπιστωτικό σύστημα
Πέρα από τα δημόσια οικονομικά, ανησυχία προκαλεί και η αυξημένη μόχλευση στις αγορές κρατικών ομολόγων. Συνταξιοδοτικά ταμεία, επενδυτικά κεφάλαια και hedge funds χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο παράγωγα και δανειακή χρηματοδότηση για την αγορά κρατικών τίτλων, ενισχύοντας την ευπάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας.
Σε περίπτωση απότομης ανόδου των αποδόσεων, οι επενδυτές ενδέχεται να αναγκαστούν σε μαζικές πωλήσεις, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αύξησης του κόστους δανεισμού και περαιτέρω επιδείνωσης των δημοσιονομικών προβλημάτων. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη και την ικανότητα των κυβερνήσεων ή των κεντρικών τραπεζών να σταθεροποιήσουν τις αγορές, όπως συνέβη σε προηγούμενες κρίσεις.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί, σύμφωνα με τον Μπλούμπεργκ, συνδυασμό αυστηρότερης εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και σταδιακής δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτό σημαίνει περιορισμό των ελλειμμάτων, αποτελεσματικότερη διαχείριση των δημόσιων δαπανών και, όπου απαιτείται, ενίσχυση των φορολογικών εσόδων.
Η δημοσιονομική εξυγίανση συνεπάγεται δύσκολες πολιτικές επιλογές στη σκιά του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην άμυνα, όμως, όσο οι κυβερνήσεις αναβάλλουν τις αποφάσεις τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μια κρίση εμπιστοσύνης να μετατραπεί σε κρίση χρέους με σοβαρές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει σημείο καμπής, αλλά πόσο κοντά βρίσκεται πλέον η παγκόσμια οικονομία σε αυτό.
