Δασμοί και Big Tech: Νέες φωτιές στον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ και Ευρώπης

Οι δασμοί επαναφέρουν την ένταση στις διατλαντικές σχέσεις. Οι κυρώσεις στη Google και ο κίνδυνος κατάρρευσης της εμπορικής συμφωνίας Τέρνμπερι

Ντόναλντ Τραμπ - Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/Michael Reynolds - EPA/RONALD WITTEK – PowerGame.gr

Οι δασμοί ρίχνουν ξανά βαριά σκιά στις σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ. Έναν χρόνο μετά τη συμφωνία Τέρνμπερι που έβαλε προσωρινό τέλος στην εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, οι νέες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών επαναφέρουν το ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης, με αφορμή τα πρόστιμα που επέβαλαν οι Βρυξέλλες στη Google.

Η εμπορική συμφωνία που υπεγράφη πριν από έναν χρόνο στο Τέρνμπερι της Σκωτίας είχε θεωρηθεί σημείο καμπής για τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών. Στόχος της ήταν να αποκλιμακώσει έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο, περιορίζοντας τους δασμούς και δημιουργώντας ένα πιο σταθερό πλαίσιο συνεργασίας.

Σήμερα, όμως, η συμφωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις σοβαρότερες δοκιμασίες της. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απείλησε ότι θα επιβάλει «σημαντικούς» νέους δασμούς στα ευρωπαϊκά προϊόντα, ενώ παράλληλα ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ξεκινήσει νέα εμπορική έρευνα εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αφορμή αποτέλεσε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιβάλει πρόστιμο ύψους 890 εκατ. ευρώ στη Google, κρίνοντας ότι παραβίασε τον Κανονισμό Ψηφιακών Αγορών (Digital Markets Act – DMA), το βασικό ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο για τον ανταγωνισμό στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Η αντίδραση της Ουάσιγκτον προκάλεσε άμεση κινητοποίηση στις Βρυξέλλες, καθώς αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι μια τέτοια κίνηση θα παραβίαζε ευθέως τους όρους της συμφωνίας του Τέρνμπερι, μεταδίδει το Politico.

Ο πρόεδρος της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, Μπράντο Μπενιφέι, δήλωσε ότι εάν οι ΗΠΑ προχωρήσουν στην επιβολή δασμών ως αντίποινα για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής ψηφιακής νομοθεσίας, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να ενεργοποιήσει τις ρήτρες αναστολής που προβλέπει η συμφωνία.

Όπως επισήμανε, οι μηχανισμοί αυτοί έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για περιπτώσεις στις οποίες μία από τις δύο πλευρές αθετεί τις δεσμεύσεις της.

Μπερντ Λανγκε εε ευρωκοινοβουλιο

O πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωκοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε © europarl

Δασμοί: Η συμφωνία του Τέρνμπερι και τα περιθώρια αντίδρασης της ΕΕ

Παρότι τέθηκε η συμφωνία πλήρως σε ισχύ μόλις την 1η Ιουλίου, τα στοιχεία δείχνουν ότι η εμπορική σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ έχει ήδη μεταβληθεί.

Το 2025, το διμερές εμπόριο αγαθών ξεπέρασε το $1 τρισ., ενώ μαζί με τις υπηρεσίες πλησίασε τα $2 τρισ. Η ΕΕ διατηρούσε εμπορικό πλεόνασμα σχεδόν €200 δισ. έναντι των ΗΠΑ. Ωστόσο, τους τελευταίους 12 μήνες το πλεόνασμα περιορίστηκε, πέφτοντας κάτω από τα €34 δισ. στα δύο τελευταία τρίμηνα, επίπεδο που έχει καταγραφεί μόλις μία ακόμη φορά την τελευταία πενταετία.

Η υποχώρηση δεν οφείλεται σε αύξηση των ευρωπαϊκών εισαγωγών από τις ΗΠΑ, αλλά κυρίως στη μείωση των εξαγωγών της ΕΕ προς την αμερικανική αγορά. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική σε σχέση με την Κίνα. Το εμπορικό πλεόνασμα του Πεκίνου έναντι της ΕΕ έφτασε τον Ιούνιο σε ιστορικό υψηλό, ενώ το ευρωπαϊκό έλλειμμα με την Κίνα ανήλθε πέρυσι σε περίπου €360 δισ.

Η Ευρώπη δυσκολεύεται να αντιδράσει αποφασιστικά, τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα. Παρά τις προειδοποιήσεις από ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν και τις μεταβαλλόμενες θέσεις του Φρίντριχ Μερτς, οι ευρωπαϊκές εμπορικές αποφάσεις παραμένουν αργές. Έτσι, η ΕΕ κινδυνεύει να εμφανίζεται στο παγκόσμιο εμπόριο, όπως και στη γεωπολιτική, ως ο εύκολος στόχος.

ΕΕ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ

Μειώνεται το εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ με τις ΗΠΑ ©Bloomberg

Η συμφωνία μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσιγκτον προέβλεπε ότι οι αμερικανικοί δασμοί στο μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών εξαγωγών δεν θα υπερβαίνουν το 15%.

Σε αντάλλαγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να επιτρέψει την αδασμολόγητη πρόσβαση αμερικανικών βιομηχανικών προϊόντων, καθώς και επιλεγμένων αγροτικών και αλιευτικών προϊόντων, στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ωστόσο, το κείμενο της συμφωνίας περιλαμβάνει ειδικές δικλίδες ασφαλείας, οι οποίες επιτρέπουν στην Κομισιόν  να αναστείλει μέρος των εμπορικών διευκολύνσεων, εφόσον διαπιστωθεί παραβίαση των συμφωνηθέντων.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη επιβολή νέων αμερικανικών δασμών θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση της συμφωνίας.

Παράλληλα, εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος ότι τελικά ο Αμερικανός πρόεδρος ίσως δεν προχωρήσει στην υλοποίηση των απειλών του.

Όπως υπενθύμισε, στο παρελθόν αρκετές αναρτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στην πλατφόρμα Truth Social δεν μετατράπηκαν ποτέ σε επίσημες κυβερνητικές αποφάσεις.

Η εμπορική συμφωνία άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ εύκολη υπόθεση. Πριν από την έγκρισή της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες είχαν ζητήσει την ενίσχυση των ρητρών αναστολής, επιμένοντας ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να εφαρμόσει πλήρως όλες τις δεσμεύσεις της πριν δοθεί η τελική κοινοβουλευτική έγκριση.

Δασμοί και ψηφιακή νομοθεσία στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης

Παρά το νέο κύμα έντασης, η Κομισιόν επιχειρεί να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση, σύμφωνα με το Politico. Ο αναπληρωτής επικεφαλής εκπρόσωπος της Επιτροπής, Όλοφ Γκιλ, ανακοίνωσε ότι μέσα στις επόμενες ημέρες θα πραγματοποιηθούν τεχνικές επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές, με στόχο να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Την ίδια στιγμή, οι πρεσβευτές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται σε θερινή άδεια, ενδέχεται να κληθούν εκτάκτως σε τηλεδιάσκεψη εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν στην εφαρμογή των απειλούμενων μέτρων.

Η συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς μόλις λίγες ημέρες πριν από τη νέα παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ είχαν καταγραφεί ενδείξεις αποκλιμάκωσης της έντασης.

Σύμφωνα με έρευνα του Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, οι αμερικανικές επιχειρήσεις εμφανίζονταν αισθητά λιγότερο απαισιόδοξες για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων.

Το ποσοστό όσων προέβλεπαν επιδείνωση του κλίματος είχε υποχωρήσει από 46% τον Σεπτέμβριο στο 28%, ενώ ως σημαντικότερο ζήτημα για τις δύο πλευρές αναδείχθηκαν οι μη δασμολογικοί φραγμοί και οι πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.

Ωστόσο, οι εξελίξεις γύρω από τα πρόστιμα στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες φαίνεται ότι επαναφέρουν τις εμπορικές εντάσεις στο προσκήνιο.

Το πρόστιμο των 890 εκατ. ευρώ που επιβλήθηκε στη Google δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η κινεζική Alibaba είχε τιμωρηθεί με πρόστιμο 550 εκατ. ευρώ, επειδή δεν απέτρεψε αποτελεσματικά την πώληση παράνομων και επικίνδυνων προϊόντων μέσω της πλατφόρμας AliExpress.

Οι δύο αποφάσεις αναδεικνύουν την αποφασιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμόσει αυστηρά το νέο κανονιστικό πλαίσιο για τις ψηφιακές αγορές, ακόμη και αν αυτό προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Alphabet-Google

Alphabet-Google © Αlphabet

Πώς υπολογίζονται τα πρόστιμα στις Big Tech και γιατί προκαλούν αντιδράσεις

Τα υψηλά πρόστιμα που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε κολοσσούς της τεχνολογίας προκαλούν συχνά έντονες πολιτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Ωστόσο, πίσω από τα εντυπωσιακά ποσά δεν κρύβεται μια απλή μαθηματική εξίσωση, αλλά ένα σύνθετο σύστημα αξιολόγησης, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με το νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται.

Στην περίπτωση του δικαίου ανταγωνισμού, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει πολυετή εμπειρία στην επιβολή κυρώσεων, ο υπολογισμός ξεκινά από ένα ποσοστό των ετήσιων πωλήσεων του προϊόντος ή της υπηρεσίας που συνδέεται με την παράβαση.

Στη συνέχεια λαμβάνονται υπόψη μια σειρά παραγόντων, όπως η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, η συνεργασία της εταιρείας με τις ευρωπαϊκές αρχές κατά τη διάρκεια της έρευνας, αλλά και το εάν πρόκειται για επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά. Η συγκεκριμένη μεθοδολογία έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες δικαστικών αποφάσεων και αποτελεί πλέον πάγια πρακτική της Κομισιόν.

Ακόμη και μετά την επιβολή ενός προστίμου, όμως, η υπόθεση σπάνια ολοκληρώνεται. Σχεδόν όλες οι μεγάλες εταιρείες προσφεύγουν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έρχονται αντιμέτωπες και με αποζημιώσεις που διεκδικούνται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων.

Διαφορετική είναι η φιλοσοφία του Κανονισμού Ψηφιακών Αγορών (DMA), ο οποίος δεν έχει σχεδιαστεί αποκλειστικά για να τιμωρεί τις επιχειρήσεις, αλλά κυρίως για να τις υποχρεώνει να συμμορφώνονται με τους νέους κανόνες λειτουργίας των ψηφιακών αγορών.

κομισιον

Κομισιόν © EPA/OLIVIER MATTHYS

Για τον λόγο αυτό, τα πρώτα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στο πλαίσιο του DMA ήταν σημαντικά χαμηλότερα από τα ανώτατα όρια που προβλέπει ο κανονισμός. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εξηγήσει ότι η σχετικά σύντομη διάρκεια των παραβάσεων δικαιολογεί τις μικρότερες χρηματικές κυρώσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρόσφατο πρόστιμο των 890 εκατ. ευρώ στη Google αντιστοιχεί μόλις στο 0,22% του ετήσιου κύκλου εργασιών της μητρικής εταιρείας Alphabet, όταν ο κανονισμός προβλέπει θεωρητικά δυνατότητα επιβολής προστίμου έως και 10% των παγκόσμιων εσόδων μιας επιχείρησης.

Παρά τις εξηγήσεις της Κομισιόν, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο προσδιορισμός των ποσών δεν μπορεί να αποκοπεί πλήρως από το πολιτικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι η Google τιμωρήθηκε με δύο επιμέρους πρόστιμα —460 εκατ. ευρώ για την ευνοϊκή προβολή των δικών της υπηρεσιών στην αναζήτηση και 430 εκατ. ευρώ για πρακτικές που αφορούν την εγκατάσταση του Play Store στις συσκευές Android— με συνολικό ποσό λίγο χαμηλότερο από το ψυχολογικό όριο του 1 δισ. ευρώ, τροφοδότησε νέα συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κυρώσεις.

Η Κομισιόν απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε ισχυρισμό περί πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ο εκπρόσωπός της, Τόμας Ρενιέ, υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η σοβαρότητα της παράβασης, η διάρκειά της, οι ελαφρυντικές περιστάσεις και η ανάγκη οι κυρώσεις να παραμένουν αναλογικές.

Τα χρήματα των προστίμων και η έντονη αντίδραση της Ουάσιγκτον

Ανάλογες συζητήσεις έχουν αναπτυχθεί και γύρω από τον Κανονισμό Ψηφιακών Υπηρεσιών (DSA), που αφορά την εποπτεία του διαδικτυακού περιεχομένου. Η κινεζική Temu, για παράδειγμα, χαρακτήρισε δυσανάλογο το πρόστιμο των 200 εκατ. ευρώ που της επιβλήθηκε, παρότι το ποσό απέχει σημαντικά από το ανώτατο όριο του 6% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών που προβλέπει ο κανονισμός.

Σύμφωνα με αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στον υπολογισμό των προστίμων συνεκτιμώνται η βαρύτητα της παράβασης, η φύση της, η χρονική διάρκειά της, αλλά και τυχόν ελαφρυντικοί παράγοντες.

Διαφορετική διαδικασία εφαρμόζεται στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), όπου οι κυρώσεις δεν επιβάλλονται από την Κομισιόν αλλά από τις ανεξάρτητες εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων. Αυτό περιορίζει θεωρητικά το ενδεχόμενο πολιτικών παρεμβάσεων, αλλά δημιουργεί μια άλλη πρόκληση: τη διασφάλιση ενιαίας εφαρμογής των κανόνων από περισσότερες από 40 αρμόδιες αρχές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και το μεγαλύτερο πρόστιμο που έχει επιβληθεί μέχρι σήμερα στο πλαίσιο του GDPR —1,2 δισ. ευρώ στη Meta— απέχει σημαντικά από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο του 4% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών μιας επιχείρησης.

Παράλληλα, σημαντικό μέρος των προστίμων εξακολουθεί να βρίσκεται σε εκκρεμότητα, καθώς οι περισσότερες αποφάσεις έχουν προσβληθεί δικαστικά και δεν έχουν ακόμη καταστεί οριστικές.

ΤΡΑΜΠ ΚΙΝΗΤΟ

Φωτογραφία της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Truth Social όπου απεικονίζεται σε κινητό τηλέφωνο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ © EPA/WILL OLIVER

Ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης αφορά τη διάθεση των εσόδων που προκύπτουν από τις κυρώσεις, σύμφωνα με το Politico. Τα χρήματα που εισπράττει η Ευρωπαϊκή Ένωση από τα πρόστιμα καταλήγουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό, αλλά μόνο αφού ολοκληρωθούν όλες οι δικαστικές διαδικασίες, κάτι που μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Τα ποσά αυτά δεν χρηματοδοτούν συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά μειώνουν τις εισφορές που καταβάλλουν τα κράτη-μέλη στον κοινό προϋπολογισμό.

Αντίθετα, τα πρόστιμα που επιβάλλονται βάσει του GDPR καταλήγουν στους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών.

Η πρακτική αυτή έχει δεχθεί έντονη κριτική από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο υφυπουργός Εξωτερικών για Οικονομικές Υποθέσεις, Τζέικομπ Χέλμπεργκ, υποστήριξε ότι οι Βρυξέλλες χρησιμοποιούν τη ρυθμιστική πολιτική ως «βαρύ όπλο» απέναντι στην αμερικανική καινοτομία, υποστηρίζοντας ότι η Google μετατρέπεται ουσιαστικά σε έναν «ακούσιο» χρηματοδότη του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Στο ίδιο μήκος κύματος έχει κινηθεί και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ήδη από πέρυσι χαρακτήριζε τα ευρωπαϊκά πρόστιμα ως έναν συγκαλυμμένο φόρο σε βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων.

Το πραγματικό διακύβευμα για Ευρώπη και ΗΠΑ

Παρά το ύψος των χρηματικών κυρώσεων, οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η οικονομική τους επίπτωση στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες είναι περιορισμένη. Επιχειρήσεις όπως η Google ή η Meta διαθέτουν οικονομική ισχύ που τους επιτρέπει να απορροφούν σχετικά εύκολα το κόστος των προστίμων.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης που συνοδεύουν τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών αρχών. Οι αλλαγές που καλούνται να πραγματοποιήσουν οι εταιρείες στον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών τους, στις εμπορικές πρακτικές ή στη διαχείριση των δεδομένων των χρηστών μπορεί να επηρεάσουν πολύ περισσότερο τα επιχειρηματικά τους μοντέλα από ό,τι τα ίδια τα χρηματικά πρόστιμα.

Η Γερμανίδα ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Αλεξάνδρα Γκέζε, υποστήριξε ότι για μια εταιρεία του μεγέθους της Google το πρόστιμο μοιάζει περισσότερο με λογιστική εγγραφή παρά με πραγματική κύρωση. Κατά την άποψή της, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να επιτρέπει τη δημιουργία ισχυρών μονοπωλίων, ενώ η διαδικασία επιβολής προστίμων συχνά δίνει περισσότερο την εικόνα μιας συμβολικής παρά μιας ουσιαστικής παρέμβασης.

Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, τα πρόστιμα έχουν αποκτήσει πλέον έναν ιδιαίτερο συμβολισμό στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών. Αποτυπώνουν τις βαθιές διαφορές που χωρίζουν τις δύο πλευρές ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ρυθμίζεται η ψηφιακή οικονομία και να ελέγχεται η ισχύς των μεγάλων τεχνολογικών ομίλων.

Η αντιπαράθεση αυτή αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Από τις αρχές Αυγούστου τίθεται σε ισχύ το νέο πλαίσιο κυρώσεων, το οποίο προβλέπει πρόστιμα έως 35 εκατ. ευρώ ή, για τις επιχειρήσεις, έως το 7% του παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών τους, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι υψηλότερο.

Και σε αυτή την περίπτωση, η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης, καθώς και ο βαθμός συνεργασίας των επιχειρήσεων με τις αρμόδιες αρχές, θα αποτελέσουν βασικά κριτήρια για τον καθορισμό των κυρώσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις η επιβολή των προστίμων θα γίνεται από τις εθνικές αρχές, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διατηρεί τον κεντρικό εποπτικό και συντονιστικό ρόλο.

Αναλυτές εκτιμούν ότι οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ σε 60 χώρες αποτελούν προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αναδημιουργήσει το δασμολογικό της σύστημα μετά την ακύρωση προηγούμενων μέτρων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί πλέον διαφορετικές νομικές βάσεις, όπως το Άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, ώστε να περιορίσει τις πιθανότητες νέων δικαστικών προσφυγών.

Euronext Παρίσι ευρωαγορές

Euronext Παρίσι © EPA/YOAN VALAT

Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει. Ο Όλου Σονόλα, επικεφαλής οικονομολόγος της Fitch Ratings για τις ΗΠΑ, σημείωσε ότι οι νέοι δασμοί προκαλούν περισσότερο «θόρυβο» παρά άμεσο οικονομικό σοκ, προειδοποιώντας όμως ότι πιθανές μελλοντικές επιβαρύνσεις που σχετίζονται με την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα άλλων χωρών μπορεί να εντείνουν τις πιέσεις στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.

Ο Κάρστεν Μπρέζσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, εκτιμά ότι ένας νέος κύκλος εμπορικών εντάσεων βρίσκεται σε εξέλιξη, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές ήδη αντιμετωπίζουν τη γεωπολιτική αστάθεια και το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τελευταίοι μήνες δείχνουν ότι οι ανακοινώσεις νέων αμερικανικών δασμών συχνά προκαλούν μεγαλύτερες αναταράξεις από την τελική εφαρμογή τους. Η εμπορική πολιτική του Τραμπ λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως εργαλείο πίεσης και διαπραγμάτευσης, ενώ οι αγορές έχουν ήδη προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον αυξημένων εμπορικών φραγμών.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι νέοι δασμοί θα παραμείνουν ένα διαπραγματευτικό όπλο ή αν θα σηματοδοτήσουν την αρχή ενός νέου κύκλου παγκόσμιου εμπορικού κατακερματισμού.

Καθώς οι διατλαντικές σχέσεις εισέρχονται σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας, οι αποφάσεις γύρω από τους δασμούς, την ψηφιακή νομοθεσία και τα πρόστιμα στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν αφορούν πλέον μόνο την πολιτική ανταγωνισμού. Αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για το μέλλον των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου και ενδέχεται να καθορίσουν το πλαίσιο συνεργασίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα χρόνια.