Μετά από έξι μήνες πολέμου κι αφού επιχείρησε ένα διπλωματικό άνοιγμα που όμως κατέληξε σε ναυάγιο, η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να μεταφέρει τη σύγκρουση με το Ιράν στο οικονομικό πεδίο.
Τη Δευτέρα 24 Αυγούστου, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ εξαπολύουν ολοκληρωτική οικονομική επίθεση κατά του Ιράν, επιβάλλοντας ένα βουνό νέων κυρώσεων σε πρόσωπα, εταιρείες και πλοία. Ο πυρήνας της «ολοκληρωτικής» αυτής επίθεσης είναι η απειλή για επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε χώρες, επιχειρήσεις και τράπεζες που εξακολουθούν να έχουν συναλλαγές με το Ιράν. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Αμερικανού ΥΠΟΙΚ, οι κυβερνήσεις καλούνται ουσιαστικά να επιλέξουν ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Τεχεράνη.
Στο στόχαστρο των Αμερικανών, κατά Μπέσεντ, θα βρεθούν πέντε «ζωτικές γραμμές» της ιρανικής οικονομίας: ψηφιακά νομίσματα, τεχνολογία, χρυσός, αερομεταφορές και ναυτιλία. Θα δοθεί στις χώρες και τις εταιρείες ένα περιθώριο για να διακόψουν πλήρως τις σχέσεις τους με την Τεχεράνη προτού η Ουάσιγκτον κινηθεί μονομερώς, τόνισε ο Μπέσεντ.
Πίσω από τη σκληρή αυτή ρητορική παραμένουν όμως μεγάλα κενά. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στις χώρες από τις οποίες περιμένει να διακόψουν σχέσεις με το Ιράν, δεν έδωσε κανένα χρονοδιάγραμμα για την επιβολή των κυρώσεων και δεν εξήγησε πώς θα επιβληθούν. Για την Κίνα ειδικώς ανέφερε ότι «κανείς δεν βρίσκεται εκτός της εμβέλειας» των κυρώσεων και δήλωσε υπέρ της «αθόρυβης διπλωματίας». Οι ανακοινώσεις Μπέσεντ, για αυτό το λόγο, έμοιαζαν περισσότερο με «προειδοποιητική βολή», σχολίασαν οι New York Times παρά με «οικονομικό D-Day», δηλαδή με ολοκληρωτική επίθεση στα πρότυπα της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία.
Γιατί οι ΗΠΑ έφτασαν στο οικονομικό D-Day
Η μεταφορά του πολέμου στο οικονομικό πεδίο αποτελεί ακόμη μία απόπειρα του Τραμπ να γονατίσει το Ιράν. Μέχρι στιγμής η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν πέτυχε να συντρίψει το καθεστώς της Τεχεράνης, ενώ ναυάγησε κι η διπλωματική απόπειρα συνεννόησης του Ιουνίου όπου οι Αμερικανοί υποσχέθηκαν χαλάρωση των κυρώσεων και επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και την εγκατάλειψη των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν.
Οι ΗΠΑ επιστρέφουν έτσι σε ένα γνώριμο όπλο. Το Ιράν βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις από το 1979. Μάλιστα ο Τραμπ στην πρώτη του θητεία είχε εφαρμόσει την πολιτική της «μέγιστης πίεσης». Τώρα η Ουάσιγκτον θέλει να τιμωρήσει και όσους βοηθούν την Τεχεράνη να πουλά το πετρέλαιό της και να εισπράττει έσοδα.
Υπάρχει όμως κι ένας πολιτικός λόγος για αυτή τη στροφή: σύμφωνα με τους New York Times, ο πόλεμος είναι αντιδημοφιλής κι όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, ο Τραμπ δεν θέλει την πολεμική σύγκρουση στο επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας.
Η ιρανική οικονομία στα όριά της
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το Ιράν βρίσκεται ήδη σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Το ιρανικό νόμισμα έχει χάσει το ήμισυ της αξίας του έναντι του δολαρίου από την αρχή του έτους και βρίσκονταν σε ιστορικό χαμηλό ακόμη και πριν τις ανακοινώσεις Μπέσεντ. Ο πληθωρισμός τρέχει με 88% σε ετήσια βάση και η επίσημη ανεργία έχει φθάσει στο 9,1%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2023. Οι ανεπίσημες εκτιμήσεις τον ανεβάζουν ακόμη περισσότερο. Η κυβέρνηση τυπώνει χρήμα για να χρηματοδοτήσει κουπόνια τροφίμων.
Οι ζημιές στη βιομηχανία και στα διυλιστήρια έχουν προκαλέσει ελλείψεις καυσίμων και ουρές στα πρατήρια. Στη χώρα, σύμφωνα με μαρτυρίες που φτάνουν ως τους New York Times, επικρατεί μείζον αδιέξοδο καθώς τα εργοστάσια μένουν χωρίς πρώτες ύλες, τα φαρμακεία δίνουν τα φάρμακα με το δελτίο, οι εργαζόμενοι αγοράζουν τρόφιμα με πίστωση και οι τιμές έχουν διπλασιαστεί.
Το βαρύτερο πλήγμα είναι ωστόσο ο αμερικανικός αποκλεισμός που αποτρέπει τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου. Στις 20 Αυγούστου, ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας του Ιράν αναγνώρισε σε μια δραματική δήλωσή του ότι οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν «πέσει στο μηδέν». Η Kpler εκτιμά ότι περίπου 80 εκατ. βαρέλια παραμένουν φορτωμένα σε πλοία έξω από τα Στενά του Ορμούζ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε τμήμα μόνο των συνηθισμένων εσόδων της Τεχεράνης.
Το δίλημμα της Κίνας
Η αποτελεσματικότητα του νέου αμερικανικού σχεδίου κατά του Ιράν θα κριθεί όμως κυρίως από το αν οι ΗΠΑ θα πάρουν την απόφαση να επιβάλλουν κυρώσεις στην Κίνα. Το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου καθώς απορροφά το 90% των ιρανικών εξαγωγών αργού, με έκπτωση 7 έως 12 δολαρίων το βαρέλι. Κατά τις αμερικανικές εκτιμήσεις, το 2025 τα πετρελαϊκά έσοδα κάλυψαν σχεδόν το μισό του ιρανικού προϋπολογισμού. Αν οι ΗΠΑ δεν επιβάλλουν κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες και τράπεζες, η «οικονομική D-Day» δύσκολα θα αποκτήσει σημαντική ισχύ.
Η σύγκρουση με το Πεκίνο, όμως, θα έχει υψηλό κόστος για τις ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον θα ήθελε να διατηρήσει την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία με την Κίνα ενόψει της συνάντησης Τραμπ–Σι που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο. Η Κίνα έχει άλλωστε προειδοποιήσει ότι θα λάβει «όλα τα απαραίτητα μέτρα» εάν επιβληθούν αμερικανικές κυρώσεις σε κινέζικες επιχειρήσεις. Τα πιθανά κινέζικα αντίποινα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την επιβολή νέων περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών ή φαρμακευτικών προϊόντων προς τις ΗΠΑ.
Το δίλημμα των ΗΠΑ αφορά και τους άλλους εταίρους του Ιράν. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που κάλυπταν το 30% των ιρανικών εισαγωγών το 2024, ανακοίνωσαν στις 18 Αυγούστου ότι διακόπτουν τις συναλλαγές με την Τεχεράνη. Οι δευτερογενείς κυρώσεις θα μπορούσαν επίσης να πλήξουν την Ινδία, την Τουρκία και χώρες του Κόλπου, διευρύνοντας σημαντικά την αντιπαράθεση.
Γιατί το καθεστώς μπορεί να μη λυγίσει
Η πολύχρονη ιστορία των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης υποδεικνύει συν τοις άλλοις πως είναι μάλλον απίθανο η D-Day του Τραμπ να γονατίσει το Ιράν, συμφωνούν Economist και New York Times. Ιστορικά τα οικονομικά τιμωρητικά μέτρα των ΗΠΑ προκάλεσαν τεράστια ζημιά στην ιρανική οικονομία αλλά δεν άλλαξαν τη συμπεριφορά του θεοκρατικού του καθεστώτος που ποτέ δεν έθεσε την οικονομική ανάπτυξη πάνω από την ιδεολογία. Υποχώρησε αρκετά ώστε να διαπραγματευθεί την πυρηνική συμφωνία του 2015, όταν αισθάνθηκε ότι απειλείται η επιβίωσή του, όμως ακόμη και σήμερα παραμένει διχασμένο.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δηλώνει υπέρ της επιστροφής στο μνημόνιο συνεννόησης που πρότειναν οι ΗΠΑ τον Ιούνιο και ο πρόεδρος της Βουλής Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ αναγνωρίζει ότι η χώρα «δεν θα επιβιώσει» χωρίς ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, όμως ο Γκαλιμπάφ χλευάζει το αμερικανικό σχέδιο και ο θεωρούμενος ως σκληροπυρηνικός σύμβουλος ασφαλείας Μοχσέν Ρεζάε το απορρίπτει ως προπαγάνδα. Ένα τμήμα της ιρανικής ηγεσίας πιστεύει ακόμη ότι οι ΗΠΑ θα κάνουν εν τέλει πίσω.
Η Τεχεράνη δημιουργεί από το 1979 δίκτυα που της επιτρέπουν να παρακάμπτει τις αμερικανικές κυρώσεις και καταστέλλει βίαια τις αντιδράσεις στο εσωτερικό. Μπορεί επίσης να εξαπολύσει νέες επιθέσεις κατά των αμερικανικών βάσεων και των ενεργειακών εγκαταστάσεων στα κράτη του Κόλπου, να πιέσει μέσω των συμμάχων της στο Ιράκ ή να κλιμακώσει ξανά στα Στενά του Ορμούζ.
Κι εδώ βρίσκεται το πρόβλημα του Τραμπ. Η στροφή στον οικονομικό πόλεμο υποδηλώνει ότι δεν επιθυμεί έναν νέο ανοιχτό πόλεμο κι αυτό το Ιράν γνωρίζει. Αν οι ΗΠΑ δεν επιβάλλουν κυρώσεις στην Κίνα δεν θα γονατίσουν το Ιράν, κι αν της επιβάλλουν, κινδυνεύουν με κινεζικά αντίποινα, αναταραχή στις αγορές και διεύρυνση της σύγκρουσης.
Η «οικονομική D-Day» μπορεί εν τέλει να γονατίσει ακόμη περισσότερο την ιρανική οικονομία, όχι όμως και το ιρανικό καθεστώς. Και τότε ο Τραμπ θα έλθει σε δύσκολη θέση καθώς θα πρέπει να επιλέξει είτε να γυρίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είτε να ξαναρχίσει τον ανοιχτό πόλεμο είτε να αφήσει να διαιωνίζεται η τρέχουσα κατάσταση που δεν είναι ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος ως τις ενδιάμεσες εκλογές – κάτι που θα ήθελε πάση θυσία να αποφύγει.
