Η διαδρομή των ναύλων μετά την συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, διπλάσια από τις προ κρίσης τιμές

Οι 3 φάσεις των ναύλων στα Στενά του Ορμούζ, η μετάβαση από τα χαμηλά επίπεδα τιμών σε ιστορικά spikes και νέες βάσεις

Στενά του Ορμούζ, © Χ.com

Η ναυτιλιακή αγορά στα Στενά του Ορμούζ έχει εισέλθει σε μια περίοδο όπου οι παραδοσιακοί κανόνες τιμολόγησης των ναύλων έχουν αλλάξει ουσιαστικά. Η μετάβαση από τη σταθερότητα στην ένταση και στη συνέχεια στη μερική αποκλιμάκωση έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον όπου το γεωπολιτικό ρίσκο αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των ναύλων και όχι δευτερεύουσα μεταβλητή.

Η εικόνα αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην αγορά των δεξαμενόπλοιων VLCC, όπου οι διακυμάνσεις των ναύλων έχουν περάσει από τα χαμηλά επίπεδα ενός κανονικού κύκλου σε ιστορικά υψηλά, πριν σταθεροποιηθούν σε μια νέα, υψηλότερη βάση.

Η προ-κρίσης αγορά

Πριν την κλιμάκωση στην περιοχή του Ορμούζ, η αγορά VLCC λειτουργούσε σε ένα σχετικά προβλέψιμο περιβάλλον. Ο βασικός δείκτης αναφοράς TD3C για τις μεταφορές από τη Μέση Ανατολή προς την Κίνα κινούνταν κυρίως σε επίπεδα μεταξύ 40.000 και 80.000 δολαρίων ημερησίως, ανάλογα με τον κύκλο προσφοράς και ζήτησης.

Σε αυτή τη φάση, η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ θεωρούνταν δεδομένη επιχειρησιακά και ενταγμένη πλήρως στο εμπορικό μοντέλο των ναυλώσεων.

Περίπου 120 έως 130 πλοία ημερησίως διέρχονταν από την περιοχή, χωρίς ουσιαστικές διαταραχές στη ροή. Το γεωπολιτικό ρίσκο υπήρχε, αλλά δεν αποτυπωνόταν με έντονο τρόπο στην τιμολόγηση των ναύλων.

Η περίοδος της κρίσης

Με την κλιμάκωση της έντασης και τα περιστατικά ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή, η αγορά εισήλθε σε φάση απότομης ανατίμησης του ρίσκου. Η έλλειψη διαθέσιμου τονάζ που ήταν πρόθυμο να εκτεθεί σε transit μέσω του Περσικού Κόλπου οδήγησε σε ταχεία αύξηση των spot rates.

Ο δείκτης VLCC TD3C εκτινάχθηκε σε επίπεδα άνω των 200.000 δολαρίων ημερησίως, ενώ σε ορισμένες συναλλαγές και χρονικές στιγμές της κρίσης καταγράφηκαν επίπεδα που προσέγγισαν ή ξεπέρασαν τα 400.000 δολάρια ημερησίως. Σε πιο ακραίες στιγμές της αγοράς, έχουν αναφερθεί ακόμη και υψηλότερα επίπεδα, τα οποία όμως δεν διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η μεταβολή αυτή δεν αντανακλούσε μόνο τη ζήτηση για crude transport, αλλά κυρίως την αναπροσαρμογή του ρίσκου από την πλευρά των πλοιοκτητών και των ναυλωτών. Η αγορά πέρασε από ένα μοντέλο κόστους–ζήτησης σε ένα μοντέλο όπου η γεωπολιτική έκθεση καθόριζε τη διαθεσιμότητα του στόλου.

Η ασφάλιση ως καταλύτης κόστους

Καθοριστικό ρόλο στην εκτίναξη του συνολικού κόστους έπαιξε η ασφάλιση πολεμικού κινδύνου. Τα war risk premiums αυξήθηκαν σε επίπεδα που έφτασαν περίπου το 1% έως 1,5% της αξίας του πλοίου, έναντι μόλις 0,1% έως 0,25% σε πιο σταθερές περιόδους.

Για ένα VLCC αξίας 200 έως 300 εκατομμυρίων δολαρίων, το κόστος αυτό μεταφράζεται σε περίπου 1 έως 2 εκατομμύρια δολάρια ανά διέλευση. Αυτό το επιπλέον κόστος ενσωματώθηκε άμεσα στα freight calculations, οδηγώντας σε περαιτέρω άνοδο των ναύλων και σε μεγαλύτερη επιλεκτικότητα από πλευράς ναυλωτών.

Η σημερινή φάση και η νέα βάση τιμών

Μετά τις πρόσφατες διπλωματικές κινήσεις και τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν για τη διασφάλιση της εμπορικής ναυσιπλοΐας, η αγορά έχει εισέλθει σε φάση μερικής ομαλοποίησης. Οι ροές πλοίων μέσω του Ορμούζ έχουν επανέλθει σε περίπου 70 έως 80 πλοία ημερησίως, αν και παραμένουν κάτω από τα προ-κρίσης επίπεδα.

Στην αγορά των VLCC, οι ναύλοι έχουν υποχωρήσει από τα ιστορικά υψηλά της κρίσης, ωστόσο δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα που ίσχυαν πριν την ένταση. Σήμερα, οι αποτιμήσεις για τις βασικές διαδρομές από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία κινούνται περίπου στην περιοχή των 100.000 έως 180.000 δολαρίων ημερησίως, με περιόδους όπου η αγορά ενισχύεται περαιτέρω λόγω tight διαθέσιμου τονάζ.

Η νέα αυτή ισορροπία δείχνει ότι η αγορά έχει πλέον ενσωματώσει ένα μόνιμο risk premium για τη διέλευση από το Ορμούζ. Ακόμη και σε περιόδους αποκλιμάκωσης, οι ναύλοι δεν επιστρέφουν στα προηγούμενα χαμηλά επίπεδα, καθώς οι παράγοντες ασφάλειας και καθυστερήσεων παραμένουν ενεργοί.