Ένας στους πέντε εφήβους προτιμά την AI από έναν φίλο

Ο «καπιταλισμός της μοναξιάς», οι AI companions που κερδίζουν χώρο στους νέους και μετατρέπουν την απομόνωση σε κέρδος

Ένας στους πέντε εφήβους προτιμά την AI από έναν φίλο © pexels

Ένας στους πέντε εφήβους στις Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνει ότι προτιμά να περνά χρόνο με μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης παρά με έναν συνομήλικό του, ένα στοιχείο που αποτυπώνει πόσο γρήγορα οι λεγόμενοι AI companions εισέρχονται στις προσωπικές και συναισθηματικές σχέσεις των νέων.

Το ποσοστό αυτό επικαλείται ο Γάλλος δοκιμιογράφος και ανώτερος δημόσιος λειτουργός Πολ Κλοτζ σε συνέντευξή του στη Le Monde, με αφορμή νέα μελέτη του Fondation Jean Jaurès για αυτό που αποκαλεί «καπιταλισμό της μοναξιάς».

Κατά τον Κλοτζ, οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες δεν περιορίζονται πλέον στο να ανταγωνίζονται για την προσοχή και τον χρόνο των χρηστών. Υποστηρίζει ότι έχει δημιουργηθεί ένα οικονομικό μοντέλο στο οποίο η μοναξιά μετατρέπεται σε πόρο: οι ψηφιακές υπηρεσίες συμβάλλουν στην απομόνωση, τη διατηρούν και στη συνέχεια προσφέρουν επί πληρωμή λύσεις που υπόσχονται να την περιορίσουν.

«Ο καπιταλισμός της μοναξιάς» είναι, όπως τον ορίζει, ένα σύστημα στο οποίο η απομόνωση έχει περάσει από τη θέση ενός ανεπιθύμητου κοινωνικού φαινομένου σε μια κατάσταση που μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά.

Όσο περισσότερο μένεις στην πλατφόρμα, τόσο μεγαλύτερη η αξία σου

Σύμφωνα με την ανάλυσή του στη Le Monde, η βασική λογική των πλατφορμών παραμένει ο χρόνος χρήσης. Όσο περισσότερο κάποιος κάνει scroll ή παραμένει συνδεδεμένος σε ένα κοινωνικό δίκτυο, τόσο περισσότερα δεδομένα παράγει και τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά για τους διαφημιζόμενους που διεκδικούν την προσοχή του.

Για να αυξηθεί αυτός ο χρόνος, υποστηρίζει ο Κλοτζ, χρησιμοποιούνται μηχανισμοί που ενθαρρύνουν την παρατεταμένη χρήση και μπορούν σταδιακά να απομακρύνουν τον χρήστη από τις πραγματικές κοινωνικές του σχέσεις.

Κατά τον ίδιο, ένας απομονωμένος χρήστης είναι ακόμη πιο πολύτιμος για την «αγορά της προσοχής». Παράγει περισσότερα δεδομένα σχετικά με τις προτιμήσεις του και, ταυτόχρονα, η μοναξιά του μπορεί να συνδέεται με μεγαλύτερη μελλοντική κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών.

Το τρίτο στάδιο, όπως το περιγράφει, είναι η διάθεση υπηρεσιών που υπόσχονται να αντιμετωπίσουν την ίδια τη μοναξιά: εφαρμογές γνωριμιών, πλατφόρμες εύρεσης φίλων και, πλέον, AI companions, δηλαδή chatbots σχεδιασμένα για να αναπτύσσουν και να συντηρούν συναισθηματικού τύπου σχέσεις με τους χρήστες.

Το 20% των εφήβων στις ΗΠΑ προτιμά την AI

Οι αριθμοί που παραθέτει είναι ενδεικτικοί της αλλαγής. Σύμφωνα με έρευνα της Common Sense Media που επικαλείται η Le Monde, το 20% των εφήβων στις ΗΠΑ δηλώνει ότι προτιμά να περνά χρόνο με έναν AI companion παρά με έναν φίλο ή συνομήλικο.

Στη Γαλλία, τα στοιχεία που παραθέτει ο Κλοτζ δείχνουν επίσης σημαντική διείσδυση της «συναισθηματικής AI». Σύμφωνα με το γαλλικό Baromètre du numérique, το οποίο επικαλείται σχετική μελέτη του Crédoc, το 23% των ατόμων κάτω των 40 ετών δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει τεχνητή νοημοσύνη ως «ψυχολογική υποστήριξη», «φίλο» ή ακόμη και «ερωτικό σύντροφο».

Ο Κλοτζ υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα εργαλεία έχουν σχεδιαστεί ώστε να δημιουργούν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, ενώ το επιχειρηματικό τους μοντέλο στηρίζεται στη συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων δεδομένων από τον χρήστη.

Το ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν περιορίζεται στις προσωπικές σχέσεις. Η εξάρτηση από τα κοινωνικά δίκτυα και την «συναισθηματική AI» μπορεί να έχει ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Ο Κλοτζ αναφέρεται σε επιπτώσεις στις κοινωνικές και γνωστικές δεξιότητες, στη συγκέντρωση και στην ψυχική υγεία. Όπως σημειώνει, οι δαπάνες ψυχικής υγείας για ένα άτομο που βιώνει μοναξιά είναι κατά 10% υψηλότερες σε σχέση με εκείνες κάποιου που δεν αντιμετωπίζει αντίστοιχο πρόβλημα.

Παράλληλα, η κοινωνική απομόνωση μπορεί να επηρεάσει την παραγωγικότητα και να δυσκολέψει την επιστροφή στην αγορά εργασίας.

Πρόταση να απαγορευθούν τα AI companions στους κάτω των 16 ετών

Απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, ο Κλοτζ ζητεί μεγαλύτερη παρέμβαση των δημόσιων αρχών. Μία από τις προτάσεις του είναι να υποχρεώνονται οι πλατφόρμες, πριν από την κυκλοφορία μιας νέας υπηρεσίας, να αποδεικνύουν ότι δεν ενσωματώνουν μηχανισμούς σχεδιασμένους να προκαλούν εξάρτηση.

Προτείνει επίσης την επιβολή μορατόριουμ στη χρήση AI companions από παιδιά κάτω των 16 ετών, έως ότου οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις αυτών των τεχνολογιών μελετηθούν επαρκώς.

Παράλληλα, θεωρεί ότι η αντιμετώπιση της μοναξιάς δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στη ρύθμιση της τεχνολογίας. Ζητεί πολιτικές κατά της οικονομικής ανασφάλειας, περισσότερους δημόσιους χώρους που διευκολύνουν τις ανθρώπινες επαφές και ακόμη τη δημιουργία ενός «δημόσιου συστήματος εθελοντισμού», μέσω του οποίου οι πολίτες θα μπορούν να συνδέονται με κοινωνικές και τοπικές δράσεις.

Ο Κλοτζ αποδίδει στη διεύρυνση της κοινωνικής απομόνωσης και πολιτικές συνέπειες. Όπως υποστηρίζει στη Le Monde, οι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να εγκλωβίζουν τους ανθρώπους στις δικές τους προτιμήσεις, περιορίζοντας την επαφή τους με διαφορετικές απόψεις και καθιστώντας τους περισσότερο δεκτικούς σε απλουστευτικές αφηγήσεις.

Παραπέμπει μάλιστα στη Hannah Arendt και στο έργο της «Οι Ρίζες του Ολοκληρωτισμού», σημειώνοντας ότι η κοινωνική απομόνωση μπορεί να καταστήσει τους πολίτες περισσότερο ευάλωτους σε αυταρχικές πολιτικές προτάσεις που υπόσχονται μια νέα μορφή συλλογικής ταυτότητας.

Για τον ίδιο, επομένως, η μοναξιά δεν είναι απλώς ένα προσωπικό ή ψυχολογικό πρόβλημα. Είναι οικονομικό, κοινωνικό και τελικά βαθιά πολιτικό ζήτημα, το οποίο αποκτά νέα διάσταση καθώς η τεχνητή νοημοσύνη διεκδικεί όλο και μεγαλύτερο χώρο στις ανθρώπινες σχέσεις.