Μπορεί μια από τις πλέον σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης να φιλοξενήσει στο μέλλον πυρηνικές εγκαταστάσεις; Το ερώτημα, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν εκτός της ελληνικής ενεργειακής ατζέντας, επανέρχεται πλέον στο προσκήνιο, αφού η χώρα επανεξετάζει τον ρόλο της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό της μείγμα.
Η Ελλάδα φαίνεται να περνά σταδιακά από τη σφαίρα των θεωρητικών προσεγγίσεων σε εκείνη της τεχνικής διερεύνησης. Η πρώτη συστηματική προσπάθεια χαρτογράφησης των περιοχών που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να φιλοξενήσουν πυρηνικές εγκαταστάσεις έρχεται να προσθέσει νέα δεδομένα στον δημόσιο διάλογο και να μεταφέρει τη συζήτηση από το «αν» στο «πού» και υπό ποιους όρους θα μπορούσε να εξεταστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η μελέτη της Athlos Energy, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με την αμερικανική Cambrian Nuclear, αξιολογεί για πρώτη φορά σε πανελλαδική κλίμακα την καταλληλότητα περιοχών της ελληνικής επικράτειας για την ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών διαφορετικής τεχνολογίας και ισχύος, εξετάζοντας τόσο το ενδεχόμενο εγκατάστασης μεγάλων αντιδραστήρων όσο και μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs).
Τα συμπεράσματα της ανάλυσης κρίνονται κατ’ αρχήν ενθαρρυντικά ως προς τη δυνατότητα περαιτέρω διερεύνησης του θέματος, χωρίς ωστόσο να συνιστούν πρόταση χωροθέτησης ή να προδικάζουν συγκεκριμένη τεχνολογική επιλογή. Όπως επισημαίνουν στελέχη της Athlos Energy στο energygame.gr, η μελέτη καταγράφει για πρώτη φορά ποιες περιοχές της χώρας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο πιο εξειδικευμένης αξιολόγησης, αναδεικνύοντας παράλληλα τη σεισμικότητα ως τον σημαντικότερο παράγοντα που θα καθορίσει τις μελλοντικές επιλογές.
Θράκη και Νότια Εύβοια στις πρώτες επιλογές
Η Θράκη και η Νότια Εύβοια αναδεικνύονται ως οι περιοχές με τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά καταλληλότητας για περαιτέρω διερεύνηση της εγκατάστασης μεγάλων πυρηνικών σταθμών στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα της μελέτης της Athlos Energy. Η ανάλυση, η οποία βασίστηκε σε αυστηρά σεισμικά και γεωχωρικά κριτήρια, καταλήγει ότι ακόμη και σε μια χώρα με υψηλή σεισμικότητα όπως η Ελλάδα υπάρχουν περιοχές που θα μπορούσαν να εξεταστούν σε επόμενο στάδιο για την ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της στο energygame.gr, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το ενδεχόμενο ανάπτυξης μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων δεν θα πρέπει να αποκλείεται εκ προοιμίου από την τεχνική συζήτηση, καθώς η προκαταρκτική αξιολόγηση εντόπισε περιοχές που πληρούν τα βασικά διεθνή κριτήρια καταλληλότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η καταλληλότητα μιας περιοχής συνδέεται άμεσα με το μέγεθος του αντιδραστήρα. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs) εμφανίζουν μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη χωροθέτηση, καθώς οι μικρότερες απαιτήσεις τους σε χώρο και υποδομές διευρύνουν αισθητά τον χάρτη των δυνητικά κατάλληλων περιοχών. Όσο μειώνεται η εγκατεστημένη ισχύς της μονάδας, τόσο αυξάνονται οι περιοχές που μπορούν να εξεταστούν.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάλυση καταγράφει προοπτικές όχι μόνο στη Θράκη και τη Νότια Εύβοια, αλλά και σε ευρύτερες γεωγραφικές ζώνες της χώρας. Με την εφαρμογή ενισχυμένων αντισεισμικών προδιαγραφών, αντίστοιχων με εκείνες που εφαρμόζονται διεθνώς σε σεισμογενείς περιοχές, στο κάδρο εισέρχονται επιπλέον περιοχές της Δυτικής, Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και τμήματα της Στερεάς Ελλάδας. Για τους SMRs, ο χάρτης διευρύνεται ακόμη περισσότερο, περιλαμβάνοντας περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου και τμήματα της νησιωτικής χώρας.
Η σεισμικότητα το μεγάλο «φίλτρο» για τον πυρηνικό χάρτη της Ελλάδας
Κομβικό ρόλο στη μελέτη της Athlos Energy έχει η σεισμικότητα, η οποία αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος περιοριστικός παράγοντας για την επιλογή πιθανών θέσεων εγκατάστασης μεγάλων πυρηνικών σταθμών στην Ελλάδα. Η χώρα, λόγω της γεωλογικής της ιδιαιτερότητας και της παρουσίας ενεργών ρηγμάτων σε πολλές περιοχές, δεν μπορεί να προσεγγίσει το ζήτημα της πυρηνικής χωροθέτησης με τα ίδια περιθώρια που έχουν κράτη χαμηλότερης σεισμικότητας.
Για τον λόγο αυτό, η προκαταρκτική αξιολόγηση δεν περιορίστηκε στην αναζήτηση διαθέσιμων εκτάσεων, αλλά ενσωμάτωσε σεισμοτεκτονικά και γεωμορφολογικά δεδομένα, εξετάζοντας την εγγύτητα σε ρήγματα, τον σεισμικό κίνδυνο, τον κίνδυνο πλημμυρών και κατολισθήσεων, την τοπογραφία, τη διαθεσιμότητα γης και υδάτινων πόρων, καθώς και την πρόσβαση σε ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η εφαρμογή αυστηρών σεισμικών κριτηρίων περιορίζει σημαντικά τον χάρτη των περιοχών που θα μπορούσαν να εξεταστούν για μεγάλους αντιδραστήρες, χωρίς όμως να τον μηδενίζει. Αυτό είναι το βασικό εύρημα: η υψηλή σεισμικότητα καθιστά δυσκολότερη τη χωροθέτηση, αλλά δεν οδηγεί σε γενικό αποκλεισμό της χώρας από την τεχνική συζήτηση. Υπό την πλέον συντηρητική προσέγγιση, και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ειδικές προσαρμογές ή αναβαθμίσεις στον σχεδιασμό συγκεκριμένων τεχνολογιών αντιδραστήρων.
Η εικόνα διαφοροποιείται όταν εξετάζονται σενάρια αυξημένων σεισμικών περιθωρίων σχεδιασμού, αντίστοιχα με πρακτικές που εφαρμόζονται διεθνώς σε χώρες με αυξημένη σεισμικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, η μελέτη δείχνει ότι το φάσμα των περιοχών που θα μπορούσαν να εξεταστούν διευρύνεται, περιλαμβάνοντας και τμήματα της Δυτικής, Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και της Κεντρικής Ελλάδας. Με άλλα λόγια, η τελική εικόνα δεν εξαρτάται μόνο από τη γεωγραφία, αλλά και από τις τεχνικές προδιαγραφές, τα σεισμικά όρια σχεδιασμού και την τεχνολογία που θα επιλεγεί.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr.
