Ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην προετοιμασία της ελληνικής αγοράς υπεράκτιων αιολικών πάρκων γίνεται με την έκδοση της νέας Υπουργικής Απόφασης που καθορίζει το πλαίσιο συμμετοχής επενδυτών στους διαγωνισμούς για τη διεκδίκηση των πρώτων θαλάσσιων περιοχών. Πρόκειται ουσιαστικά για την κωδικοποίηση των «κανόνων του παιχνιδιού», σε μια στιγμή που η χώρα επιχειρεί να προχωρήσει πέρα από το στάδιο του σχεδιασμού.
Η απόφαση του υπουργού ΠΕΝ, Σταύρου Παπασταύρου, και του Υφυπουργού, Νίκου Τσάφου, έρχεται να συμπληρώσει μια αλυσίδα προπαρασκευαστικών ενεργειών που είχαν ήδη προβλεφθεί στο Ενιαίο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής (ΕΣΚυΠ) 2026. Επομένως, επιβεβαιώνει ότι, παρά τη στασιμότητα στο βασικό θεσμικό ορόσημο, που είναι η έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών, η κυβέρνηση επιχειρεί να μην χαθεί χρόνος. Αντιθέτως, «τρέχουν» παράλληλες διαδικασίες ώστε να ωριμάσει το θεσμικό πλαίσιο.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η πρόσφατη σύσταση του «οχήματος» ειδικού σκοπού (SPV) από την ΕΔΕΥΕΠ, το οποίο θα δρομολογήσει τη συλλογή και ωρίμανση των ανεμολογικών και βυθομετρικών δεδομένων στις θαλάσσιες περιοχές. Η εταιρεία δημιουργήθηκε με μοναδικό μέτοχο την ΕΔΕΥΕΠ στην αρχική της φάση, με στόχο να διευρυνθεί στη συνέχεια η μετοχική της σύνθεση. Παράλληλα, προβλέπεται και μία ακόμη Υπουργική Απόφαση, για τη δέσμευση ηλεκτρικού «χώρου» ισχύος 1,9 GW για το πρώτο «κύμα» πάρκων.
Ρήτρα αντισυγκέντρωσης
Η νέα Υπουργική Απόφαση βάζει συγκεκριμένα θεμέλια για τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθούν οι πρώτοι διαγωνισμοί παραχώρησης. Πρώτο και κρίσιμο στοιχείο είναι ότι κάθε θαλάσσια περιοχή θα αποτελεί ξεχωριστή διαγωνιστική ενότητα, με διακριτή προσφορά. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν «πακέτα» περιοχών, αλλά στοχευμένος ανταγωνισμός ανά θαλάσσια έκταση, κάτι που θα ενισχύσει τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό.
Δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το πλαφόν στις παραχωρήσεις ανά επενδυτή. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να αποτραπεί η μονοπώληση των πάρκων από λίγους «παίκτες» και να διασφαλιστεί ότι η αγορά θα παραμείνει ανοικτή σε περισσότερους διεθνείς και εγχώριους επενδυτές. Η αντισυγκέντρωση θεωρείται κρίσιμη σε έναν κλάδο με υψηλό κεφαλαιουχικό βάρος και μεγάλα έργα υποδομής.
Πιο συγκεκριμένα, κάθε συμμετέχων θα μπορεί να ανακηρυχθεί προτιμητέος επενδυτής για αριθμό περιοχών εγκατάστασης που δεν υπερβαίνει το 67% του συνολικού αριθμού των
περιοχών αυτών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν περιοχών στις οποίες έχει ανακηρυχθεί προτιμητέος επενδυτής σε προηγούμενες ανταγωνιστικές διαδικασίες.
Καμία εξαίρεση στις περικοπές
Παράλληλα, προβλέπεται ρήτρα πληθωρισμού τόσο για τη φάση κατασκευής όσο και για τη λειτουργία των πάρκων. Η πρόβλεψη αυτή θεωρείται κομβική, καθώς μειώνει τον οικονομικό κίνδυνο για τους επενδυτές σε ένα περιβάλλον έντονων διακυμάνσεων κόστους υλικών και υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζει την οικονομική βιωσιμότητα των έργων σε βάθος δεκαετιών.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης ότι τα υπεράκτια αιολικά πάρκα δεν θα εξαιρούνται από το καθεστώς περικοπών παραγωγής. Η πρόβλεψη αυτή εντάσσει τα έργα πλήρως στο ηλεκτρικό σύστημα, εισάγοντας ταυτόχρονα έναν παράγοντα απώλειας εσόδων, που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς κατά την κατάρτιση των προσφορών στους διαγωνισμούς.
Τέλος, βασική προϋπόθεση συμμετοχής στους διαγωνισμούς είναι η προμήθεια από τους ενδιαφερόμενους των απαραίτητων δεδομένων των θαλάσσιων περιοχών, τα οποία θα συλλέξει το SPV.
«Απόν» το Εθνικό Πρόγραμμα
Αν και το πρώτο θεσμικό βήμα θα έπρεπε κανονικά να είναι η έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών, η διαδικασία για το «πράσινο φως» έχει «παγώσει» εδώ και πολλούς μήνες. Αυτός είναι ο λόγος που επιχειρείται να ωριμάσουν πρόωρα μία σειρά από προπαρασκευαστικές διαδικασίες, ώστε να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος όταν το Πρόγραμμα τελικά ενεργοποιηθεί.
Με άλλα λόγια, στόχος είναι να «τρέξει» η δημιουργία του νέου αυτού κλάδου, χωρίς το πλήρες θεσμικό πλαίσιο. Έτσι, θα δημιουργηθεί τεχνική και κανονιστική ετοιμότητα, ώστε να υπάρχουν ελάχιστες εκκρεμότητες όταν θα καθοριστούν επίσημα οι περιοχές ανάπτυξης offshore αιολικών.
Το παράδειγμα της Τουρκίας
Η παραπάνω προσέγγιση βασίζεται στο γεγονός ότι τα υπεράκτια αιολικά βρίσκονται διεθνώς σε κάμψη, δίνοντας επομένως τη δυνατότητα να κερδηθεί έδαφος. Ωστόσο, σε αυτό τον κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις, με συνέπεια άλλες χώρες (και μάλιστα από την περιοχή μας) να κινούνται με ταχύτερους ρυθμούς. Ως συνέπεια, ήδη διαμορφώνουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Τουρκία, η οποία έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα το προσχέδιο για το πρώτο πλαίσιο διαγωνισμών παραχώρησης. Στο τουρκικό μοντέλο προβλέπονται τέσσερις καθορισμένες περιοχές ανάπτυξης (YEKA), με τους επενδυτές που θα προκριθούν να υπογράφουν σύμβαση λειτουργικής ενίσχυσης (CfD) διάρκειας 27 ετών. Η τιμή θα καθορίζεται μέσω μειοδοτικής ανταγωνιστικής διαδικασίας, σε εύρος από 70 έως 110 δολάρια ανά MWh.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ταρίφα θα είναι προσδιορισμένη σε δολάρια ΗΠΑ, μειώνοντας τον συναλλαγματικό κίνδυνο για τους επενδυτές. Παράλληλα, προβλέπονται ευελιξίες όπως δυνατότητα αποχώρησης χωρίς ποινή υπό συγκεκριμένες τεχνικές συνθήκες, αλλά και μηχανισμοί κινήτρων για ενίσχυση της τοπικής προστιθέμενης αξίας.
Οι συμμετέχοντες θα πρέπει να καταθέσουν εγγυητική συμμετοχής (bid bond) ύψους 50 εκατ. δολαρίων, ενώ κάθε προτιμητέος επενδυτής, για τα τέσσερα «οικόπεδα», θα κληθεί να προσκομίσει εγγυητική 200 εκατ. δολαρίων και να πραγματοποιήσει εκτεταμένες έρευνες του θαλάσσιου μπλοκ που κέρδισε.
Το διακύβευμα για την Ελλάδα
Αξίζει να σημειωθεί πως τα υπεράκτια αιολικά υπόσχονται σημαντικά οφέλη για τη χώρα μας, η οποία διαθέτει πολύ πλούσιο θαλάσσιο αιολικό δυναμικό (από τα μεγαλύτερα στη Μεσόγειο) και σημαντική παραγωγική βάση σε τομείς όπως τα υποβρύχια καλώδια και τα ναυπηγεία, ώστε να αντλήσει τη μέγιστη εγχώρια προστιθέμενη αξία. Όμως, όσο καθυστερεί η πλήρης ενεργοποίηση του Εθνικού Προγράμματος, υπάρχει κίνδυνος η χώρα μας να χάσει τη θέση στους πρωτοπόρους του κλάδου.
Η νέα Υπουργική Απόφαση αποτελεί σημαντικό βήμα ωρίμανσης. Δεν είναι όμως το τελικό. Είναι ένας ενδιάμεσος σταθμός, σε μια διαδικασία που θα κρίνει αν η χώρα θα βρεθεί στην εμπροσθοφυλακή ενός από τους πιο δυναμικούς ενεργειακούς κλάδους των επόμενων δεκαετιών — ή αν θα παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση.
