Σαφές μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι η εποχή των υψηλότερων επιτοκίων απαιτεί περισσότερη δημοσιονομική πειθαρχία, αποτελεσματικότερες δημόσιες δαπάνες και ταχύτερες μεταρρυθμίσεις, τόνισε ο Κυριάκος Πιερρακάκης επισημαίνοντας ότι «τα υγιή δημόσια οικονομικά είναι υπαρξιακής σημασίας».
Σε συνέντευξή του στη γερμανική Handelsblatt, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup αναφέρεται στις πιέσεις που προκαλεί η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, στην ανάγκη συγκράτησης του χρέους, αλλά και στο παράδειγμα της Ελλάδας, η οποία, όπως σημειώνει, κατάφερε μέσα σε μία δεκαετία να μεταβεί από την κρίση σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και πρωτογενή πλεονάσματα.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης αποφεύγει να δώσει άμεσες «συμβουλές» στη γερμανική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να αντιγράφονται αυτούσιες από τη μία χώρα στην άλλη. Ωστόσο, σημειώνει ότι η ελληνική εμπειρία μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης.
Όπως αναφέρει, η Ελλάδα κατάφερε να ξεπεράσει μία δεκαετία έντονων περιορισμών και βρίσκεται πλέον κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ανεργίας, ενώ καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα και ρυθμούς ανάπτυξης περίπου διπλάσιους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
«Οι μεταρρυθμίσεις μπορεί αρχικά να είναι επώδυνες, αλλά αποδίδουν τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά», τονίζει.
Το μήνυμα προς τις κυβερνήσεις για τα υψηλά επιτόκια
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο πρόεδρος του Eurogroup στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στις αγορές ομολόγων. Η άνοδος των αποδόσεων, όπως εξηγεί, δεν αποτελεί πρόβλημα αποκλειστικά για την Ευρωζώνη, αλλά αντανακλά ευρύτερες διεθνείς πιέσεις.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει τις υψηλότερες τιμές της ενέργειας, την ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών και την αυξημένη διεθνή ζήτηση κεφαλαίων, η οποία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Παρά τις πιέσεις, ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογραμμίζει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη της Ευρωζώνης παραμένουν ισχυρά. Τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται με χαμηλότερο κόστος σε σχέση με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ τα spreads μεταξύ των χωρών του ευρώ παραμένουν περιορισμένα.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η άνοδος των επιτοκίων δεν μπορεί να αγνοηθεί.
«Τα αυξανόμενα επιτόκια αυξάνουν την πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς», σημειώνει, εξηγώντας ότι οι μεγάλες διάρκειες των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως προσωρινό ανάχωμα, χωρίς όμως να εξαλείφουν το πρόβλημα.
Καθώς παλαιότερο χρέος αναχρηματοδοτείται σταδιακά με υψηλότερα επιτόκια, το αυξημένο κόστος δανεισμού περνά στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Για τον λόγο αυτό, όπως τονίζει, η συνετή δημοσιονομική πολιτική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Σε περιόδους ανάπτυξης, τα κράτη θα πρέπει να μειώνουν το χρέος τους
Στο Eurogroup, σύμφωνα με τον ίδιο, η βασική κατεύθυνση είναι η εφαρμογή αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής. Σε περιόδους ανάπτυξης, τα κράτη θα πρέπει να μειώνουν το χρέος τους, ώστε να δημιουργούν επαρκή δημοσιονομικό χώρο για δύσκολες περιόδους. Παράλληλα, κάθε χώρα θα πρέπει να ενισχύει τις δικές της αναπτυξιακές δυνατότητες μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης απορρίπτει πάντως τη λογική μιας πολιτικής που βασίζεται αποκλειστικά στη λιτότητα. Όπως εξηγεί, οι κυβερνήσεις που κινδυνεύουν να παραβιάσουν τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα πρέπει να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ωστόσο, η μείωση των δαπανών δεν αρκεί.
Οι δημόσιες δαπάνες, όπως τονίζει, πρέπει να γίνουν περισσότερο αναπτυξιακές και να κατευθύνονται σε τομείς που ενισχύουν την παραγωγικότητα, όπως η ενέργεια, η ψηφιοποίηση, η άμυνα και οι υποδομές.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται και στην ανάγκη κοινών ευρωπαϊκών προμηθειών στον τομέα της άμυνας, εκτιμώντας ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντικές οικονομίες κλίμακας.
Ευελιξία ναι, αλλά με υγιή δημόσια οικονομικά
Ερωτηθείς για τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και τις εξαιρέσεις που έχουν δοθεί για αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ο πρόεδρος του Eurogroup αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα βαθμό ευελιξίας.
Η άμυνα, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει καταστεί προτεραιότητα, ενώ αντίστοιχη σημασία έχουν οι επενδύσεις σε ενεργειακά δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις.
Παράλληλα, όμως, θέτει σαφή όριο στην περαιτέρω χαλάρωση.
«Τα υγιή οικονομικά είναι επίσης υπαρξιακής σημασίας. Προέρχομαι από μια χώρα που αναγκάστηκε να το μάθει αυτό με τον σκληρό τρόπο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι προτεραιότητες στο Eurogroup
Στις βασικές προτεραιότητες του Eurogroup ο Κυριάκος Πιερρακάκης εντάσσει και την ταχύτερη πρόοδο προς την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Όπως σημειώνει, οι επενδυτικές ανάγκες της Ευρώπης είναι τόσο μεγάλες ώστε δεν μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Η Ευρώπη, όπως υποστηρίζει, θα πρέπει να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερο μέρος των ιδιωτικών αποταμιεύσεων και να τις διοχετεύσει σε παραγωγικές επενδύσεις.
Επικαλούμενος στοιχεία του ΔΝΤ, επισημαίνει μάλιστα ότι τα εμπόδια εντός της ενιαίας αγοράς λειτουργούν σαν πολύ υψηλοί δασμοί: περίπου 110% στις υπηρεσίες και 44% στα βιομηχανικά αγαθά.
Για τον ίδιο, η άρση αυτών των εμποδίων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αναξιοποίητες πηγές ανάπτυξης για την Ευρώπη.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική στις κεφαλαιαγορές. Το 2024, η συνολική κεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων αντιστοιχούσε περίπου στο 73% του ΑΕΠ της ΕΕ, όταν στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 270%.
Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια της αδράνειας
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης χρησιμοποιεί και την ελληνική αγορά ως παράδειγμα για το πώς μπορεί να προχωρήσει η ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση.
Αναφέρεται στην είσοδο της UniCredit στην Alpha Bank και στην παρουσία της Deutsche Telekom στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει ωφεληθεί από τη συμμετοχή της σε μεγαλύτερα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά δίκτυα.
Η διασυνοριακή ενοποίηση, όπως τονίζει, δεν αποτελεί απλώς επιλογή αλλά «υπαρξιακή αναγκαιότητα» για την Ευρώπη.
«Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές – όσο το δυνατόν περισσότερους και όσο το δυνατόν ταχύτερα», αναφέρει.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η πλήρης τραπεζική ένωση εξακολουθεί να σκοντάφτει σε εθνικές αντιστάσεις, ιδιαίτερα στο ζήτημα της κοινής ασφάλισης καταθέσεων.
Η θέση του είναι ότι η Ευρώπη θα πρέπει να ξεκινήσει από εκεί όπου μπορεί να υπάρξει γρήγορη συμφωνία: την ενοποίηση των αγορών, την εποπτεία, την τιτλοποίηση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού τομέα.
Το συνολικό μήνυμα που εκπέμπει είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια της αδράνειας.
Όπως σημειώνει, οι δημόσιοι προϋπολογισμοί είναι σήμερα πιο πιεσμένοι απ’ ό,τι σε προηγούμενες κρίσεις και γι’ αυτό οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να προχωρήσουν πριν ξεσπάσει η επόμενη μεγάλη αναταραχή.
«Το κόστος της αδράνειας είναι για όλους υψηλότερο από το κόστος των μεταρρυθμίσεων», καταλήγει.
