Η CVC συμφώνησε να πουλήσει τη συμμετοχή της στη D-Marin, έναν από τους κορυφαίους διαχειριστές premium μαρινών στην περιοχή EMEA, στη γαλλική επενδυτική εταιρεία InfraVia Capital Partners. Σύμφωνα με τους Financial Times, η συναλλαγή αποτιμά την εταιρεία σε ποσό άνω του 1 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον για τον κλάδο των μαρινών και των υποδομών yachting.
Η CVC είχε επενδύσει στη D-Marin το 2020 και, έκτοτε, ο όμιλος κατέγραψε σημαντική ανάπτυξη, τόσο μέσω γεωγραφικής επέκτασης όσο και μέσω αναβάθμισης των λειτουργικών και ψηφιακών του δυνατοτήτων. Η εταιρεία ενισχύθηκε με νέα διοικητική ομάδα και διεύρυνε την παρουσία της πέρα από τις παραδοσιακές αγορές της σε Τουρκία, Κροατία, Ελλάδα και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εισερχόμενη σε νέες αγορές όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Μάλτα και η Αλβανία.
Σήμερα, η D-Marin διαχειρίζεται 28 premium μαρίνες σε εννέα χώρες, εξυπηρετώντας περισσότερους από 50.000 πελάτες ετησίως. Το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει πάνω από 14.300 θέσεις ελλιμενισμού, εκ των οποίων περισσότερες από 1.000 αφορούν ειδικές θέσεις για superyachts. Παράλληλα, διαθέτει 12 επαγγελματικά ναυπηγεία, τα οποία εξυπηρετούν περισσότερα από 2.500 σκάφη κάθε χρόνο.
Σημαντικό μέρος του μετασχηματισμού της αφορά και την τεχνολογική αναβάθμιση, καθώς πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις για τη δημιουργία μίας από τις πιο προηγμένες ψηφιακές πλατφόρμες λειτουργίας και εξυπηρέτησης πελατών στον κλάδο των μαρινών.
D-Marin: Από «κρυμμένο διαμάντι» ηγέτης της αγοράς των premium μαρινών
Ο István Szőke της CVC ανέφερε ότι, όταν η εταιρεία επένδυσε στη D-Marin, διέκρινε μια επιχείρηση με «τεράστιο δυναμικό». Όπως σημείωσε, η νέα διοικητική ομάδα υπό τον Oliver Dörschuck, η επέκταση στη Μεσόγειο και η δημιουργία μιας προηγμένης ψηφιακής πλατφόρμας συνέβαλαν ώστε η D-Marin να μετατραπεί από ένα «κρυμμένο διαμάντι» σε ξεκάθαρο ηγέτη της αγοράς των premium μαρινών σε Ευρώπη και EMEA.
Από την πλευρά του, ο Özgür Önder, senior managing director της CVC, χαρακτήρισε την πορεία της D-Marin «πραγματική συνεργασία», βασισμένη σε κοινή φιλοδοξία και πειθαρχημένη εκτέλεση, επισημαίνοντας ότι η εταιρεία εισέρχεται στη νέα φάση ανάπτυξής της από θέση ισχύος.
Ο διευθύνων σύμβουλος της D-Marin, Oliver Dörschuck, υπογράμμισε ότι η συνεργασία με τη CVC ήταν καθοριστική για τη σημερινή εικόνα της εταιρείας. Παράλληλα, τόνισε ότι η InfraVia είναι ευθυγραμμισμένη με τη φιλοσοφία της D-Marin, η οποία θέτει στο επίκεντρο τον πελάτη και την αναβάθμιση της εμπειρίας στο yachting.
Η InfraVia Capital Partners, με ισχυρή παρουσία στις επενδύσεις υποδομών στην Ευρώπη, βλέπει στη D-Marin μια πλατφόρμα με σημαντικές προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης. Ο διευθύνων σύμβουλος της InfraVia, Vincent Levita, ανέφερε ότι η εταιρεία διαθέτει ισχυρό brand, ποιοτικά περιουσιακά στοιχεία και κουλτούρα προσανατολισμένη στον πελάτη, στοιχεία που καθιστούν τη συναλλαγή πλήρως ευθυγραμμισμένη με την επενδυτική στρατηγική της InfraVia στον τομέα των υποδομών.
Ζούλοβιτς (InfraVia): Ελκυστική επενδυτική ευκαιρία
Ο Αθανάσιος Ζούλοβιτς, partner της InfraVia, χαρακτήρισε τη D-Marin ελκυστική επενδυτική ευκαιρία σε έναν κλάδο όπου η κλίμακα, η ποιότητα των τοποθεσιών και η εμπειρία του πελάτη αποτελούν βασικούς παράγοντες διαφοροποίησης. Όπως σημείωσε, η αγορά των μαρινών παραμένει ανθεκτική και αναπτυσσόμενη, στηριζόμενη στη σπανιότητα κατάλληλων τοποθεσιών και στην αυξανόμενη ζήτηση για υψηλής ποιότητας υποδομές και υπηρεσίες yachting.
Στόχος της InfraVia είναι να στηρίξει την επόμενη φάση ανάπτυξης της D-Marin, ξεκινώντας από την περαιτέρω επέκταση του δικτύου της σε μια κατακερματισμένη αγορά, η οποία απαιτεί μακροπρόθεσμα ιδιωτικά κεφάλαια, τεχνογνωσία και κλίμακα για τον εκσυγχρονισμό κρίσιμων υποδομών αναψυχής και μεταφορών.
Σύμβουλος της CVC στη συναλλαγή ήταν η Goldman Sachs, ενώ νομικός σύμβουλος ήταν η Clifford Chance. Από την πλευρά της InfraVia, αποκλειστικός χρηματοοικονομικός σύμβουλος ήταν η Morgan Stanley, με νομικό σύμβουλο τη White & Case.
Υπενθυμίζεται ότι η CVC έχει σημαντική παρουσία στην Ελλάδα. Η εταιρεία δραστηριοποιείται σε βασικές μαρίνες όπως Ζέα (Πειραιάς), Φλοίσβος, Γουβιά (Κέρκυρα) και Λευκάδα. Η D Marin, εταιρεία που ελέγχεται από το fund, αύξησε πρόσφατα τη συμμετοχή της στη μαρίνα Ζέας, εξαγοράζοντας από την ΕΤΑΔ το 25%, ενώ η συμφωνία προβλέπει και την αύξηση κατά περίπου 40% του ετήσιου σταθερού μισθώματος που καταβάλλει η μισθώτρια στο δημόσιο για την παραχώρηση της μαρίνας.
