Στους πολέμους μεταξύ 2021 και 2024, οι σφαίρες και οι βόμβες σκότωσαν σχεδόν 750.000 ανθρώπους, ενώ πολλοί περισσότεροι πέθαναν από τις έμμεσες επιπτώσεις των συγκρούσεων, όπως η πείνα και οι ασθένειες. Οι θάνατοι σε μάχες τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν οι περισσότεροι από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και για ποιο λόγο; Ούτε καν οι ηγέτες που ξεκίνησαν τους πρόσφατους πολέμους μπορούν να είναι ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει μετατραπεί σε ένα ταπεινωτικό τέλμα για τον Vladimir Putin. Ο πόλεμος του Προέδρου Donald Trump εναντίον του Ιράν έχει πάρει εντελώς λάθος τροπή. Οι δύο αυτοί πόλεμοι επιλογής αποτελούν παραδείγματα δύο νέων παραδοχών του πεδίου μάχης. Η τεχνολογία έχει καταστήσει για οποιονδήποτε στρατό την προέλαση στο έδαφος δυσκολότερη, ενώ είναι πλέον ευκολότερο, όταν οι ασθενέστερες δυνάμεις δέχονται επίθεση από ισχυρότερες, να προκαλέσουν καταστροφές.
Σε ένα αποχαιρετιστήριο άρθρο, ο συντάκτης αμυντικών θεμάτων του The Economist αναλογίζεται πόσο έχει αλλάξει ο πόλεμος την τελευταία δεκαετία και πώς μπορεί να εξελιχθεί στο μέλλον. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή είναι ότι οι στρατιώτες είναι πιο εκτεθειμένοι στο πεδίο της μάχης. Οι αισθητήρες και οι δορυφόροι μπορούν να τους εντοπίσουν, ενώ μικρά, φθηνά drones μπορούν να τους σκοτώσουν. Οι στρατοί πρέπει να καταβάλλουν περισσότερες προσπάθειες από πριν για να κρυφτούν, να κινηθούν και να επιβιώσουν. Η επεκτεινόμενη «ζώνη θανάτου» της πρώτης γραμμής στην Ουκρανία, όπου οι στρατιώτες κινούνται σε μικρές ομάδες και ρομπότ εδάφους μεταφέρουν τους τραυματίες και παραδίδουν προμήθειες, ενσαρκώνει αυτή την αλλαγή.
Η τεχνολογία εξαπλώνεται γρήγορα. Οι Ισραηλινοί στρατιώτες στο Λίβανο αντιμετωπίζουν πλέον τα ίδια drones που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ουκρανία. Οι ιρανικοί πύραυλοι είναι πολύ πιο ακριβείς από τους ιρακινούς Scud που εκτοξεύονταν κατά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Αν η Κίνα επιχειρούσε να εισβάλει στην Ταϊβάν, οι αποβατικές της δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν μια καταιγίδα από drones. Η αεροπορική υπεροχή είναι πλέον πιο δύσκολο να επιτευχθεί και προσφέρει στους στρατιώτες λιγότερη προστασία από ό,τι στο παρελθόν, εξαιτίας του νέου, γεμάτου drones στρώματος του εναέριου χώρου.
Ορισμένοι ειδικοί συνάγουν το συμπέρασμα ότι η τακτική των ελιγμών —η επίθεση στα αδύνατα σημεία του εχθρού μέσω αιφνιδιασμού και ταχείας κίνησης— δεν είναι πλέον εφικτή. Ο πόλεμος, τελικά, είναι ένα δαρβινικό περιβάλλον, το οποίο απαιτεί συνεχή προσαρμογή, ενώ το πεδίο της μάχης δεν παραμένει ποτέ στάσιμο για πολύ. Το συμπέρασμα από την Ουκρανία δεν είναι ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα περιλαμβάνουν πάντα ταλαιπωρημένα πεζικά που θα κινούνται λίγα μόνο μέτρα την ημέρα σε μακρές, στατικές γραμμές του μετώπου, αλλά ότι οι στρατοί θα πρέπει να εκπαιδεύονται και να εξοπλίζονται κατάλληλα για να τυφλώνουν, να διαταράσσουν και να ξεφεύγουν από τις κάμερες, τους αισθητήρες και τα πυρομαχικά πάνω και γύρω τους.
Οι δυτικοί στρατοί υστερούν δραματικά στο θέμα. Χρειάζονται πολύ περισσότερους αναστολείς και αμυντικά συστήματα κατά των drones για να αποφύγουν να γίνουν ορατοί και να δεχθούν χτυπήματα. Χρειάζονται ρεαλιστική εκπαίδευση για να προσομοιώσουν αυτές τις συνθήκες, γι’ αυτό και οι στρατοί του ΝΑΤΟ λαμβάνουν βοήθεια από Ουκρανούς με εμπειρία στα drones κατά τη διάρκεια ασκήσεων. Και πρέπει να κινηθούν πιο τολμηρά στην ενσωμάτωση μη επανδρωμένων συστημάτων στις δυνάμεις τους για όλα τα θέματα, από την αναγνώριση έως την διοικητική μέριμνα.
Δεν πρέπει απλώς να αντιγράψουν την Ουκρανία. Αν και εκπληκτικά καινοτόμος, ο στρατός της έχει σοβαρά ελαττώματα. Στρατηγοί εκπαιδευμένοι από τη Σοβιετική Ένωση εξακολουθούν να ασκούν μικροδιαχείριση στις ταξιαρχίες στο μέτωπο. Οι δυνάμεις drone της Ουκρανίας μπορεί να είναι παγκόσμιας κλάσης, αλλά δεν είναι τόσο συγχρονισμένες με τις δυνάμεις επίθεσης όσο θα μπορούσαν. Τα drone που ίπτανται τώρα στους ουρανούς του Ντονμπάς και στα νερά της Μαύρης Θάλασσας είναι μικρότερα, μικρότερης εμβέλειας και φθηνότερα από αυτά που χρειάζονται σε έναν πόλεμο στις τεράστιες αποστάσεις του Ειρηνικού.
Η δεύτερη αλλαγή είναι ότι η νέα τεχνολογία έχει μεταμορφώσει τον προσδιορισμό στόχων. Το λογισμικό με τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπει στους στρατούς να εντοπίζουν και να χτυπούν στόχους με ταχύτητα και κλίμακα που ήταν προηγουμένως αδιανόητες. Η αμερικανική αιφνιδιαστική επίθεση στο Ιράν προσφέρει μια πρόγευση. Ένας στρατός που μπορεί να ξεπεράσει τους εχθρούς του στον εντοπισμό και την καταστροφή διοικητικών θέσεων, αποθηκών και όπλων μπορεί, θεωρητικά, να τους παραλύσει και να τους αναγκάσει να συνθηκολογήσουν. Στην πράξη, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορούν και βομβαρδίζουν το Ιράν κατά βούληση, όμως το Ιράν δεν δείχνει κανένα σημάδι υποχώρησης. Αντίθετα, συνέχισε να εκτοξεύει drones και πυραύλους κατά τη διάρκεια των 39 ημερών της σύγκρουσης και κατάφερε να διατηρήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, να κλείσει το Στενό του Ορμούζ και να προκαλέσει παγκόσμιο οικονομικό χάος. Ο κ. Trump πανηγυρίζει για τον αριθμό των ιρανικών στόχων που καταστράφηκαν από τον ανώτερο αμερικανικό εξοπλισμό, αλλά η στόχευση πρέπει να αποτελεί μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, όχι υποκατάστατο της στρατηγικής. Αυτό που περίμενε να είναι ένας σύντομος, έντονος πόλεμος άρχισε γρήγορα να εξαντλεί τα αποθέματα των ακριβών πυρομαχικών της Αμερικής και εξέθεσε την περιορισμένη αντοχή της σε οικονομικό κόστος, αλλά και σε απώλειες. Σε προηγούμενους πολέμους, όπως αυτός της Αμερικής στο Βιετνάμ και της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν, η μικρότερη, πιο αδύναμη πλευρά κέρδισε επειδή πολεμούσε σε εγχώριο έδαφος. Τώρα η πιο αδύναμη πλευρά μπορεί να αντέξει οικονομικά και όπλα ακριβείας.
Μια τρίτη εξέλιξη, παράλληλα με αυτές τις τεχνολογικές αλλαγές, είναι ότι οι νόμοι του πολέμου δοκιμάζονται όλο και περισσότερο. Οι δυνάμεις του κ. Putin έχουν υποβάλει τους Ουκρανούς πολίτες σε βασανιστήρια, αδιάκριτους βομβαρδισμούς και συστηματικές επιθέσεις σε ιατρικές εγκαταστάσεις. Η Χαμάς κομπάζει για τη μαζική δολοφονία Ισραηλινών γυναικών και παιδιών. Είναι αλήθεια ότι και οι πόλεμοι του παρελθόντος ήταν σκληροί. Το νέο είναι ότι δεν είναι μόνο οι δικτάτορες, οι τρομοκράτες και οι αντάρτες που παραβιάζουν ανοιχτά τους κανόνες. Το ίδιο κάνουν και ορισμένοι ηγέτες των δυτικών δημοκρατιών. Το Ισραήλ έχει επιβάλει βάναυση συλλογική τιμωρία στους πολίτες της Γάζας. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ χλευάζει την «χλιαρή νομιμότητα» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο κ. Trump απείλησε να εξαφανίσει τον ιρανικό πολιτισμό και αστειεύτηκε ότι είναι «διασκεδαστικό» να τορπιλίζεις πλοία γεμάτα ναύτες. Η απροκάλυπτη παραβίαση των κανόνων δεν είναι μόνο ανήθικη, αλλά και ανόητη, διότι σε μελλοντικούς πολέμους, στους οποίους θα χρησιμοποιούνται drones και πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, οι δυτικοί πολίτες δεν θα απολαμβάνουν το καταφύγιο που έχουν συνηθίσει να θεωρούν δεδομένο.
Τα επόμενα χρόνια θα φέρουν αναπόφευκτα νέες συγκρούσεις. Ο κ. Trump, καθιστώντας σαφή την περιφρόνησή του προς τους συμμάχους, έχει υπονομεύσει την αποτρεπτική ισχύ της Αμερικής έναντι των επίδοξων επιτιθέμενων, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες παντού θα εξακολουθούν να φαντάζονται ότι, υπό τη λαμπρή καθοδήγησή τους, ο επόμενος πόλεμος θα είναι σύντομος και ανώδυνος. Ωστόσο, τα στοιχεία αποτυπώνουν μια διαφορετική εικόνα :ο πόλεμος γίνεται όλο και πιο δύσκολος και πιο δαπανηρός, τα ασθενέστερα κράτη είναι ευκολότερο να ανακόπτουν και να εξαντλούν τα ισχυρότερα, ενώ είναι πλέον ευκολότερο να ξεκινάς τον πόλεμο παρά να τον τερματίζεις. Αυτό είναι κάτι που οφείλουν να συλλογιστούν ο κ. Trump, καθώς ζυγίζει το ενδεχόμενο επανάληψης του πολέμου κατά του Ιράν ή της διεξαγωγής ενός νέου στην Κούβα, κ. Putin, ο οποίος συνεχίζει να σπαταλά ανθρώπινες ζωές και πόρους στην Ουκρανία και ο Xi Jinping, αν αποφασίσει να εισβάλει στην Ταϊβάν. Όσο η στρατιωτική τεχνολογία γίνεται εξυπνότερη, οι πόλεμοι επιλογής φαντάζουν ολοένα και πιο ανόητοι.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

